Τώρα που φορέσαμε όλοι μάσκες θα φανεί το πραγματικό πρόσωπο καθενός.

Τώρα που φορέσαμε όλοι μάσκες θα φανεί το πραγματικό πρόσωπο καθενός.

26 Μαρτίου 2022

Προς τους απανταχού σπιούνους... μα γιατί θέλατε να ξεφτιλιστείτε και δημόσια;

 βρε Μπακόλες, βρε Νενέκοι Πηλιογούσηδες και λοιπά αποβράσματα, θα σας τα πω... καλλιτεχνικά διότι με την τελευταία "αναβάθμιση λογισμικού" που μου κάντε ξέρετε τι πετύχατε; Αυτό!!!


κι επειδή είστε ηλίθιοι (αλλιώς δεν θα ήσασταν χαφιέδες....) σας εξηγώ τι εννοώ:

Από 'κει που σας έπαιζα στα δάχτυλα ενώπιον περιορισμένου ακροατηρίου και πίσω από κλειστές πόρτες (κλικ) τώρα μετά την τελευταία... "αναβάθμιση" που κάνατε πλέον σας παίζω δημόσια σε κοινή θέα και κυρίως άνετα και αμφίδρομα. ¨ήτοι πλέον μπορώ να γνωρίζω και με ποιό χέρι παίζετε το πουλάκι σας!!! 

Να είστε πάντα καλά να με βγάζετε από κόπο και να γλυτώνω χρόνο. 

ΥΓ.  ο χρόνος σας τελείωσε, η "απέραντη έκταση" απλώνεται τάχιστα. Δεν προλαβαίνετε πλέον, είναι αργά για εσάς..... κλάψτε...



17 Μαρτίου 2022

Βουλεύου χρόνῳ, διότι οψέ θεών αλέουσι μύλοι, αλέουσι δε λεπτά.

 Καλό μου ημερολόγιο. Είπα κι έγραψα πως το επόμενο που θα τοξευτεί ανελέητα θα είναι το εθνικό δήθεν "σύστημα υγείας". 

Θα τοξευτεί δε ανελέητα διότι στην πραγματικότητα πρόκειται για μια ακόμα θεσμική συμμορία η οποία για το μόνο πράγμα το οποίο ενδιαφέρεται είναι το χρήμα και για το μόνο πράγμα που δεν ενδιαφέρεται είναι η ανθρώπινη ζωή. 

Όμως, πριν εκτοξευτεί το επόμενο βέλος θα κάνω μια μικρή παύση ν' απολαύσω την τιμωρία και την πτώση, αποτέλεσμα της προηγούμενης βολής επί της ύβρεως περί δήθεν "δικαιοσύνης". 

Έχω πιάσει λοιπόν πρώτη θέση κερκίδα, έχω εφοδιαστεί πατατάκια, μπαμπακούλες (ελληνιστί "ποπ-κόρν") μπύρες, χυμούς κι αναψυκτικά κι απολαμβάνω την έναρξη της παράστασης-πτώσης της ελληνικής δήθεν "δικαιοσύνης". Συνεπώς πριν ξανα-τεντωθεί η χορδή του δοξαριού θα κάνω μια μικρή παύση στις σημειώσεις μου διότι τέτοια παράσταση εγώ δεν την χάνω με τίποτα!  

ΥΓ. προς τους ενδιαφερόμενους το κάτωθι "κωδικοποιημένο" και είμαι βέβαιος πως θα καταλάβουν ημερολόγιο μου: 

650.000 Δεν θέλατε; Τότε 6.500.000 Επιμείνατε; Τότε 65.000.000 Συνεχίσατε ω αλαζόνες; Τότε 650.000.000 Συνεχίζετε έτσι; Τότε 6.500.000.000 Αμετανόητοι ε; Τότε  65.000.000.000 και μετά 650.000.000.000 και πάει λέγοντας... Πόσο θ' αντέξετε νομίζετε...; Μήνας μπαίνει κι ο μήνας δεν θα βγαίνει...           

Χαιρετίσματα από το "άνευ αξίας μηδενικό" και μέχρι να καταλάβετε τι σημαίνει εκείνο το "απέραντης έκτασης"... 

Διότι ξυπνήσατε κάτι το οποίο δεν έπρεπε καν να ενοχλήσετε. Κάτι που σας είναι άγνωστο κι ακατανόητο. Κάτι για το οποίο μόνο στην μυθολογία έχετε διαβάσει. Κάτι που θεωρούσατε παραμύθι... Κακό του κεφαλιού σας διότι έπρεπε-οφείλατε να γνωρίζετε τουλάχιστον πως ὕβρις → ἄτη → νέμεσις → τίσις ...!  

6 Μαρτίου 2022

κατόπιν της καταγραφής περί της γελοιότητας αυτού που ονομάζουμε "ελληνική δικαιοσύνη"...

 ...η οποία "ελληνική δικαιοσύνη" όπως προέγραψα θα τιμωρηθεί ανελέητα, ήρθε η ώρα να τοξευτεί η επόμενη γελοιότητα. Αυτή που ονομάζουμε Ε.Σ.Υ. ήτοι Εθνικό Σύστημα Υγείας

αφού λοιπόν σημείωσα τι πράματι εστί "ελληνική δικαιοσύνη" δεν χρειάζεται να σημειώνω  άρθρα και αναλύσεις που πλέον θα κατακλύσουν τον χώρο και απλά θα επιβεβαιώνουν τις σημειώσεις μου όπως για παράδειγμα αυτό (κλικ) οπότε θα προχωρήσω στον επόμενο "θεσμό" που ως ένοχος θα τιμωρηθεί επίσης ανελέητα

Θα σημειώσω λοιπόν από δω και πέρα το τι πράγματι εστί εν Ελλάδι αυτό που κατ' ευφημισμό ονομάζουμε "σύστημα υγείας". Θα σημειώσω και θα καταγράψω τι σημαίνει στην πραγματικότητα γιατρός, τι νοσηλευτής, τι νοσοκομείο τι φαρμακοποιός και τι ασφαλιστικό ταμείο. Τι είναι και πως λειτουργούν όλα αυτά, το καθένα μόνο του και (όπου χρειαστεί) όλα μαζί. 

Λυπάμαι ημερολόγιό μου που θα σε γεμίσω με σκατά και σκουπίδια αλλά αφού μόνο σκατά και σκουπίδια βλέπω μόνο σκατά και σκουπίδια θα καταγράφω. Θα ήθελα να είναι αλλιώς τα πράγματα αλλά δυστυχώς δεν είναι. 

Αφού λοιπόν σημείωσα τι εστί "βιβλίο" και "βιβλιοθήκη" για την "ελληνική δικαιοσύνη" πάω στο επόμενο (ανά)θέμα. Το γνωστό σε όλους μας και περιβόητο φακελάκι που όμως ποτέ δεν είναι δωροδοκία κατόπιν εκβιασμού αλλά πάντα μια "τυπική χειρονομία ένδειξης ευγνωμοσύνης" από τον ασθενή προς τον γιατρό του. Θα σημειώσω πως οι γιατροί λειτουργούν πάντα ρπος όφελος της υγείας των ασθενών τους όπως επίσης κάνουν οι νοσηλευτές οι φαρμακοποιοί κλπ. κλπ. 

ΥΣ. πρίν χρόνια ενημέρωνα και προειδοποιούσα περί "ασύμμετρου συντριπτικού πλήγματος απέραντης έκτασης". Γελούσαν με το "ασύμμετρου" περιγελούσαν με το "συντριπτικού" και φασκέλωναν με το "απέραντης έκτασης". Κάποια στιγμή άρχισαν να καταλαβαίνουν τι σημαίνει "ασύμμετρο" και τι "συντριπτικό" αλλά δεν έκαναν πίσω. Μέχρι που φτάσαμε στο σήμερα όπου αρχίζουν να συνειδητοποιούν τι σημαίνει και το "απέραντης έκτασης". Τώρα δηλώνουν όλοι οι... φωστήρες πως έχουν μείνει άφωνοι και με το στόμα ανοιχτό απ' όλα αυτά που συντελούνται στον κόσμο μας. Έχει έρθει ο κόσμος τους τούμπα! Τους ενημερώνω λοιπόν πως είμαστε ακόμα στην αρχή. Θα γονατίσετε διότι βίαια ξυπνήσατε κάτι που δεν έπρεπε καν να το ενοχλήσετε! 

μουσική συνοδεία:



2 Μαρτίου 2022

οὔτε τιν ̓ ἀνθρώπων νέμεσιν κατόπισθεν ἔσεσθαι: ὦ κύνες, οὔ μ ̓ ἔτ ̓ ἐφάσκεθ ̓ ὑπότροπον οἴκαδ ̓ ἱκέσθαι


 


ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ

-
22-
αὐτὰρ ὁ γυμνώθη ῥακέων πολύμητις Ὀδυσσεύς,
ἆλτο δ ̓ ἐπὶ μέγαν οὐδόν, ἔχων βιὸν ἠδὲ φαρέτρην
ἰῶν ἐμπλείην, ταχέας δ ̓ ἐκχεύατ ̓ ὀϊστοὺς
αὐτοῦ πρόσθε ποδῶν, μετὰ δὲ μνηστῆρσιν ἔειπεν:

5 «οὗτος μὲν δὴ ἄεθλος ἀάατος ἐκτετέλεσται:
νῦν αὖτε σκοπὸν ἄλλον, ὃν οὔ πώ τις βάλεν ἀνήρ,
εἴσομαι, αἴ κε τύχωμι, πόρῃ δέ μοι εὖχος Ἀπόλλων.»

ἦ καὶ ἐπ ̓ Ἀντινόῳ ἰθύνετο πικρὸν ὀϊστόν.
ἦ τοι ὁ καλὸν ἄλεισον ἀναιρήσεσθαι ἔμελλε,

10 χρύσεον ἄμφωτον, καὶ δὴ μετὰ χερσὶν ἐνώμα,
ὄφρα πίοι οἴνοιο: φόνος δέ οἱ οὐκ ἐνὶ θυμῷ
μέμβλετο: τίς κ ̓ οἴοιτο μετ ̓ ἀνδράσι δαιτυμόνεσσι
μοῦνον ἐνὶ πλεόνεσσι, καὶ εἰ μάλα καρτερὸς εἴη,
οἷ τεύξειν θάνατόν τε κακὸν καὶ κῆρα μέλαιναν;

15 τὸν δ ̓ Ὀδυσεὺς κατὰ λαιμὸν ἐπισχόμενος βάλεν ἰῷ,
ἀντικρὺ δ ̓ ἁπαλοῖο δι ̓ αὐχένος ἤλυθ ̓ ἀκωκή.
ἐκλίνθη δ ̓ ἑτέρωσε, δέπας δέ οἱ ἔκπεσε χειρὸς
βλημένου, αὐτίκα δ ̓ αὐλὸς ἀνὰ ῥῖνας παχὺς ἦλθεν
αἵματος ἀνδρομέοιο: θοῶς δ ̓ ἀπὸ εἷο τράπεζαν

20 ὦσε ποδὶ πλήξας, ἀπὸ δ ̓ εἴδατα χεῦεν ἔραζε:
σῖτός τε κρέα τ ̓ ὀπτὰ φορύνετο. τοὶ δ ̓ ὁμάδησαν
μνηστῆρες κατὰ δώμαθ ̓, ὅπως ἴδον ἄνδρα πεσόντα,
ἐκ δὲ θρόνων ἀνόρουσαν ὀρινθέντες κατὰ δῶμα,
πάντοσε παπταίνοντες ἐϋδμήτους ποτὶ τοίχους:

25 οὐδέ πη ἀσπὶς ἔην οὐδ ̓ ἄλκιμον ἔγχος ἑλέσθαι.
νείκειον δ ̓ Ὀδυσῆα χολωτοῖσιν ἐπέεσσι:
«ξεῖνε, κακῶς ἀνδρῶν τοξάζεαι: οὐκέτ ̓ ἀέθλων
ἄλλων ἀντιάσεις: νῦν τοι σῶς αἰπὺς ὄλεθρος.
καὶ γὰρ δὴ νῦν φῶτα κατέκτανες ὃς μέγ ̓ ἄριστος

30 κούρων εἰν Ἰθάκῃ: τῷ σ ̓ ἐνθάδε γῦπες ἔδονται.»
ἴσκεν ἕκαστος ἀνήρ, ἐπεὶ ἦ φάσαν οὐκ ἐθέλοντα
ἄνδρα κατακτεῖναι: τὸ δὲ νήπιοι οὐκ ἐνόησαν,
ὡς δή σφιν καὶ πᾶσιν ὀλέθρου πείρατ ̓ ἐφῆπτο.
τοὺς δ ̓ ἄρ ̓ ὑπόδρα ἰδὼν προσέφη πολύμητις
Ὀδυσσεύς:

35 «ὦ κύνες, οὔ μ ̓ ἔτ ̓ ἐφάσκεθ ̓ ὑπότροπον οἴκαδ ̓
ἱκέσθαι
δήμου ἄπο Τρώων, ὅτι μοι κατεκείρετε οἶκον,
δμῳῇσιν δὲ γυναιξὶ παρευνάζεσθε βιαίως,
αὐτοῦ τε ζώοντος ὑπεμνάασθε γυναῖκα,
οὔτε θεοὺς δείσαντες, οἳ οὐρανὸν εὐρὺν ἔχουσιν,


40 οὔτε τιν ̓ ἀνθρώπων νέμεσιν κατόπισθεν ἔσεσθαι:
νῦν ὑμῖν καὶ πᾶσιν ὀλέθρου πείρατ ̓ ἐφῆπται.»
ὣς φάτο, τοὺς δ ̓ ἄρα πάντας ὑπὸ χλωρὸν δέος
εἷλεν:
πάπτηνεν δὲ ἕκαστος ὅπη φύγοι αἰπὺν ὄλεθρον.
Εὐρύμαχος δέ μιν οἶος ἀμειβόμενος προσέειπεν:

45 «εἰ μὲν δὴ Ὀδυσεὺς Ἰθακήσιος εἰλήλουθας,
ταῦτα μὲν αἴσιμα εἶπας, ὅσα ῥέζεσκον Ἀχαιοί,
πολλὰ μὲν ἐν μεγάροισιν ἀτάσθαλα, πολλὰ δ ̓ ἐπ ̓
ἀγροῦ.
ἀλλ ̓ ὁ μὲν ἤδη κεῖται ὃς αἴτιος ἔπλετο πάντων,
Ἀντίνοος: οὗτος γὰρ ἐπίηλεν τάδε ἔργα,

50 οὔ τι γάμου τόσσον κεχρημένος οὐδὲ χατίζων,
ἀλλ ̓ ἄλλα φρονέων, τά οἱ οὐκ ἐτέλεσσε Κρονίων,
ὄφρ ̓ Ἰθάκης κατὰ δῆμον ἐϋκτιμένης βασιλεύοι
αὐτός, ἀτὰρ σὸν παῖδα κατακτείνειε λοχήσας.
νῦν δ ̓ ὁ μὲν ἐν μοίρῃ πέφαται, σὺ δὲ φείδεο λαῶν

55 σῶν: ἀτὰρ ἄμμες ὄπισθεν ἀρεσσάμενοι κατὰ δῆμον,
ὅσσα τοι ἐκπέποται καὶ ἐδήδοται ἐν μεγάροισι,
τιμὴν ἀμφὶς ἄγοντες ἐεικοσάβοιον ἕκαστος,
χαλκόν τε χρυσόν τ ̓ ἀποδώσομεν, εἰς ὅ κε σὸν κῆρ
ἰανθῇ: πρὶν δ ̓ οὔ τι νεμεσσητὸν κεχολῶσθαι.”

60 τὸν δ ̓ ἄρ ̓ ὑπόδρα ἰδὼν προσέφη πολύμητις
Ὀδυσσεύς:
«Εὐρύμαχ ̓, οὐδ ̓ εἴ μοι πατρώϊα πάντ ̓ ἀποδοῖτε,
ὅσσα τε νῦν ὔμμ ̓ ἐστὶ καὶ εἴ ποθεν ἄλλ ̓ ἐπιθεῖτε,
οὐδέ κεν ὣς ἔτι χεῖρας ἐμὰς λήξαιμι φόνοιο
πρὶν πᾶσαν μνηστῆρας ὑπερβασίην ἀποτῖσαι.

65 νῦν ὑμῖν παράκειται ἐναντίον ἠὲ μάχεσθαι
ἢ φεύγειν, ὅς κεν θάνατον καὶ κῆρας ἀλύξῃ:
ἀλλά τιν ̓ οὐ φεύξεσθαι ὀί̈ομαι αἰπὺν ὄλεθρον.»
ὣς φάτο, τῶν δ ̓ αὐτοῦ λύτο γούνατα καὶ φίλον ἦτορ.
τοῖσιν δ ̓ Εὐρύμαχος προσεφώνεε δεύτερον αὖτις:

70 «ὦ φίλοι, οὐ γὰρ σχήσει ἀνὴρ ὅδε χεῖρας ἀάπτους,
ἀλλ ̓ ἐπεὶ ἔλλαβε τόξον ἐύ̈ξοον ἠδὲ φαρέτρην,
οὐδοῦ ἄπο ξεστοῦ τοξάσσεται, εἰς ὅ κε πάντας
ἄμμε κατακτείνῃ: ἀλλὰ μνησώμεθα χάρμης.
φάσγανά τε σπάσσασθε καὶ ἀντίσχεσθε τραπέζας

75 ἰῶν ὠκυμόρων: ἐπὶ δ ̓ αὐτῷ πάντες ἔχωμεν
ἀθρόοι, εἴ κέ μιν οὐδοῦ ἀπώσομεν ἠδὲ θυράων,
ἔλθωμεν δ ̓ ἀνὰ ἄστυ, βοὴ δ ̓ ὤκιστα γένοιτο:
τῷ κε τάχ ̓ οὗτος ἀνὴρ νῦν ὕστατα τοξάσσαιτο.»
ὣς ἄρα φωνήσας εἰρύσσατο φάσγανον ὀξὺ

80 χάλκεον, ἀμφοτέρωθεν ἀκαχμένον, ἆλτο δ ̓ ἐπ ̓ αὐτῷ το δίκοπο ξεθηκαρώνοντας απάνω του χιμίζει
σμερδαλέα ἰάχων: ὁ δ ̓ ἁμαρτῆ δῖος Ὀδυσσεὺς
ἰὸν ἀποπροίει, βάλε δὲ στῆθος παρὰ μαζόν,
ἐν δέ οἱ ἥπατι πῆξε θοὸν βέλος: ἐκ δ ̓ ἄρα χειρὸς
φάσγανον ἧκε χαμᾶζε, περιρρηδὴς δὲ τραπέζῃ

85 κάππεσεν ἰδνωθείς, ἀπὸ δ ̓ εἴδατα χεῦεν ἔραζε
καὶ δέπας ἀμφικύπελλον: ὁ δὲ χθόνα τύπτε μετώπῳ
θυμῷ ἀνιάζων, ποσὶ δὲ θρόνον ἀμφοτέροισι
λακτίζων ἐτίνασσε: κατ ̓ ὀφθαλμῶν δ ̓ ἔχυτ ̓ ἀχλύς.
Ἀμφίνομος δ ̓ Ὀδυσῆος ἐείσατο κυδαλίμοιο

90 ἀντίος ἀί̈ξας, εἴρυτο δὲ φάσγανον ὀξύ,
εἴ πώς οἱ εἴξειε θυράων. ἀλλ ̓ ἄρα μιν φθῆ
Τηλέμαχος κατόπισθε βαλὼν χαλκήρεϊ δουρὶ
ὤμων μεσσηγύς, διὰ δὲ στήθεσφιν ἔλασσεν:
δούπησεν δὲ πεσών, χθόνα δ ̓ ἤλασε παντὶ μετώπῳ.

95 Τηλέμαχος δ ̓ ἀπόρουσε, λιπὼν δολιχόσκιον ἔγχος
αὐτοῦ ἐν Ἀμφινόμῳ: περὶ γὰρ δίε μή τις Ἀχαιῶν
ἔγχος ἀνελκόμενον δολιχόσκιον ἢ ἐλάσειε
φασγάνῳ ἀί̈ξας ἠὲ προπρηνέα τύψας.
βῆ δὲ θέειν, μάλα δ ̓ ὦκα φίλον πατέρ ̓ εἰσαφίκανεν,

100 ἀγχοῦ δ ̓ ἱστάμενος ἔπεα πτερόεντα προσηύδα:
«ὦ πάτερ, ἤδη τοι σάκος οἴσω καὶ δύο δοῦρε
καὶ κυνέην πάγχαλκον, ἐπὶ κροτάφοις ἀραρυῖαν
αὐτός τ ̓ ἀμφιβαλεῦμαι ἰών, δώσω δὲ συβώτῃ
καὶ τῷ βουκόλῳ ἄλλα: τετευχῆσθαι γὰρ ἄμεινον.»

105 τὸν δ ̓ ἀπαμειβόμενος προσέφη πολύμητις
Ὀδυσσεύς:
«οἶσε θέων, ἧός μοι ἀμύνεσθαι πάρ ̓ ὀϊστοί,
μή μ ̓ ἀποκινήσωσι θυράων μοῦνον ἐόντα.»
ὣς φάτο, Τηλέμαχος δὲ φίλῳ ἐπεπείθετο πατρί,
βῆ δ ̓ ἴμεναι θάλαμόνδ ̓, ὅθι οἱ κλυτὰ τεύχεα κεῖτο.

110 ἔνθεν τέσσαρα μὲν σάκε ̓ ἔξελε, δούρατα δ ̓ ὀκτὼ
καὶ πίσυρας κυνέας χαλκήρεας ἱπποδασείας:
βῆ δὲ φέρων, μάλα δ ̓ ὦκα φίλον πατέρ ̓ εἰσαφίκανεν,
αὐτὸς δὲ πρώτιστα περὶ χροὶ̈ δύσετο χαλκόν:
ὣς δ ̓ αὔτως τὼ δμῶε δυέσθην τεύχεα καλά,

115 ἔσταν δ ̓ ἀμφ ̓ Ὀδυσῆα δαί̈φρονα ποικιλομήτην.
αὐτὰρ ὅ γ ̓, ὄφρα μὲν αὐτῷ ἀμύνεσθαι ἔσαν ἰοί.
τόφρα μνηστήρων ἕνα γ ̓ αἰεὶ ᾧ ἐνὶ οἴκῳ
βάλλε τιτυσκόμενος: τοὶ δ ̓ ἀγχιστῖνοι ἔπιπτον.
αὐτὰρ ἐπεὶ λίπον ἰοὶ ὀϊστεύοντα ἄνακτα,

120 τόξον μὲν πρὸς σταθμὸν ἐϋσταθέος μεγάροιο
ἔκλιν ̓ ἑστάμεναι, πρὸς ἐνώπια παμφανόωντα,
αὐτὸς δ ̓ ἀμφ ̓ ὤμοισι σάκος θέτο τετραθέλυμνον,
κρατὶ δ ̓ ἐπ ̓ ἰφθίμῳ κυνέην εὔτυκτον ἔθηκεν,
ἵππουριν, δεινὸν δὲ λόφος καθύπερθεν ἔνευεν:

125 εἵλετο δ ̓ ἄλκιμα δοῦρε δύω κεκορυθμένα χαλκῷ.
ὀρσοθύρη δέ τις ἔσκεν ἐϋδμήτῳ ἐνὶ τοίχῳ,
ἀκρότατον δὲ παρ ̓ οὐδὸν ἐϋσταθέος μεγάροιο
ἦν ὁδὸς ἐς λαύρην, σανίδες δ ̓ ἔχον εὖ ἀραρυῖαι.
τὴν δ ̓ Ὀδυσεὺς φράζεσθαι ἀνώγει δῖον ὑφορβὸν

130 ἑσταότ ̓ ἄγχ ̓ αὐτῆς: μία δ ̓ οἴη γίγνετ ̓ ἐφορμή.
τοῖς δ ̓ Ἀγέλεως μετέειπεν, ἔπος πάντεσσι
πιφαύσκων:
«ὦ φίλοι, οὐκ ἂν δή τις ἀν ̓ ὀρσοθύρην ἀναβαίη
καὶ εἴποι λαοῖσι, βοὴ δ ̓ ὤκιστα γένοιτο;
τῷ κε τάχ ̓ οὗτος ἀνὴρ νῦν ὕστατα τοξάσσαιτο.»

135 τὸν δ ̓ αὖτε προσέειπε Μελάνθιος, αἰπόλος αἰγῶν:
«οὔ πως ἔστ ̓, Ἀγέλαε διοτρεφές: ἄγχι γὰρ αἰνῶς
αὐλῆς καλὰ θύρετρα καὶ ἀργαλέον στόμα λαύρης:
καί χ ̓ εἷς πάντας ἐρύκοι ἀνήρ, ὅς τ ̓ ἄλκιμος εἴη.
ἀλλ ̓ ἄγεθ ̓, ὑμῖν τεύχε ̓ ἐνείκω θωρηχθῆναι

140 ἐκ θαλάμου: ἔνδον γάρ, ὀί̈ομαι, οὐδέ πη ἄλλῃ
τεύχεα κατθέσθην Ὀδυσεὺς καὶ φαίδιμος υἱός.»
ὣς εἰπὼν ἀνέβαινε Μελάνθιος, αἰπόλος αἰγῶν,
εἰς θαλάμους Ὀδυσῆος ἀνὰ ῥῶγας μεγάροιο.
ἔνθεν δώδεκα μὲν σάκε ̓ ἔξελε, τόσσα δὲ δοῦρα

145 καὶ τόσσας κυνέας χαλκήρεας ἱπποδασείας:
βῆ δ ̓ ἴμεναι, μάλα δ ̓ ὦκα φέρων μνηστῆρσιν ἔδωκεν.
καὶ τότ ̓ Ὀδυσσῆος λύτο γούνατα καὶ φίλον ἦτορ,
ὡς περιβαλλομένους ἴδε τεύχεα χερσί τε δοῦρα
μακρὰ τινάσσοντας: μέγα δ ̓ αὐτῷ φαίνετο ἔργον.

150 αἶψα δὲ Τηλέμαχον ἔπεα πτερόεντα προσηύδα:
«Τηλέμαχ ̓, ἦ μάλα δή τις ἐνὶ μεγάροισι γυναικῶν
νῶϊν ἐποτρύνει πόλεμον κακὸν ἠὲ Μελανθεύς.»
τὸν δ ̓ αὖ Τηλέμαχος πεπνυμένος ἀντίον ηὔδα:
«ὦ πάτερ, αὐτὸς ἐγὼ τόδε γ ̓ ἤμβροτον--οὐδέ τις
ἄλλος

155 αἴτιος--ὃς θαλάμοιο θύρην πυκινῶς ἀραρυῖαν
κάλλιπον ἀγκλίνας: τῶν δὲ σκοπὸς ἦεν ἀμείνων.
ἀλλ ̓ ἴθι, δῖ ̓ Εὔμαιε, θύρην ἐπίθες θαλάμοιο
καὶ φράσαι ἤ τις ἄρ ̓ ἐστὶ γυναικῶν ἣ τάδε ῥέζει,
ἢ υἱὸς Δολίοιο, Μελανθεύς, τόν περ ὀί̈ω.”

160 ς οἱ μὲν τοιαῦτα πρὸς ἀλλήλους ἀγόρευον,
βῆ δ ̓ αὖτις θάλαμόνδε Μελάνθιος, αἰπόλος αἰγῶν,
οἴσων τεύχεα καλά. νόησε δὲ δῖος ὑφορβός,
αἶψα δ ̓ Ὀδυσσῆα προσεφώνεεν ἐγγὺς ἐόντα:
«διογενὲς Λαερτιάδη, πολυμήχαν ̓ Ὀδυσσεῦ,

 ὣκεῖνος δ ̓ αὖτ ̓ ἀί̈δηλος ἀνήρ, ὃν ὀϊόμεθ ̓ αὐτοί, ο άνθρωπος να 'τον ο κατάρατος, που βάζαμε στο νου μας,
ἔρχεται ἐς θάλαμον: σὺ δέ μοι νημερτὲς ἐνίσπες,
ἤ μιν ἀποκτείνω, αἴ κε κρείσσων γε γένωμαι,
ἦε σοὶ ἐνθάδ ̓ ἄγω, ἵν ̓ ὑπερβασίας ἀποτίσῃ
πολλάς, ὅσσας οὗτος ἐμήσατο σῷ ἐνὶ οἴκῳ.»

 τὸν δ ̓ ἀπαμειβόμενος προσέφη πολύμητις
Ὀδυσσεύς:
«ἦ τοι ἐγὼ καὶ Τηλέμαχος μνηστῆρας ἀγαυοὺς
σχήσομεν ἔντοσθεν μεγάρων, μάλα περ μεμαῶτας.
σφῶϊ δ ̓ ἀποστρέψαντε πόδας καὶ χεῖρας ὕπερθεν
ἐς θάλαμον βαλέειν, σανίδας δ ̓ ἐκδῆσαι ὄπισθε,

175 σειρὴν δὲ πλεκτὴν ἐξ αὐτοῦ πειρήναντε
κίον ̓ ἀν ̓ ὑψηλὴν ἐρύσαι πελάσαι τε δοκοῖσιν,
ὥς κεν δηθὰ ζωὸς ἐὼν χαλέπ ̓ ἄλγεα πάσχῃ:»
ὣς ἔφαθ ̓, οἱ δ ̓ ἄρα τοῦ μάλα μὲν κλύον ἠδ ̓
ἐπίθοντο,
βὰν δ ̓ ἴμεν ἐς θάλαμον, λαθέτην δέ μιν ἔνδον ἐόντα.

175 σειρὴν δὲ πλεκτὴν ἐξ αὐτοῦ πειρήναντε
κίον ̓ ἀν ̓ ὑψηλὴν ἐρύσαι πελάσαι τε δοκοῖσιν,
ὥς κεν δηθὰ ζωὸς ἐὼν χαλέπ ̓ ἄλγεα πάσχῃ:»
ὣς ἔφαθ ̓, οἱ δ ̓ ἄρα τοῦ μάλα μὲν κλύον ἠδ ̓
ἐπίθοντο,
βὰν δ ̓ ἴμεν ἐς θάλαμον, λαθέτην δέ μιν ἔνδον ἐόντα.

180 ἦ τοι ὁ μὲν θαλάμοιο μυχὸν κάτα τεύχε ̓ ἐρεύνα,
τὼ δ ̓ ἔσταν ἑκάτερθε παρὰ σταθμοῖσι μένοντε.
εὖθ ̓ ὑπὲρ οὐδὸν ἔβαινε Μελάνθιος, αἰπόλος αἰγῶν,
τῇ ἑτέρῃ μὲν χειρὶ φέρων καλὴν τρυφάλειαν,
τῇ δ ̓ ἑτέρῃ σάκος εὐρὺ γέρον, πεπαλαγμένον ἄζῃ,

185 Λαέρτεω ἥρωος, ὃ κουρίζων φορέεσκε:
δὴ τότε γ ̓ ἤδη κεῖτο, ῥαφαὶ δὲ λέλυντο ἱμάντων:
τὼ δ ̓ ἄρ ̓ ἐπαί̈ξανθ ̓ ἑλέτην ἔρυσάν τέ μιν εἴσω
κουρίξ, ἐν δαπέδῳ δὲ χαμαὶ βάλον ἀχνύμενον κῆρ,
σὺν δὲ πόδας χεῖράς τε δέον θυμαλγέϊ δεσμῷ

190 εὖ μάλ ̓ ἀποστρέψαντε διαμπερές, ὡς ἐκέλευσεν
υἱὸς Λαέρταο, πολύτλας δῖος Ὀδυσσεύς:
σειρὴν δὲ πλεκτὴν ἐξ αὐτοῦ πειρήναντε
κίον ̓ ἀν ̓ ὑψηλὴν ἔρυσαν πέλασάν τε δοκοῖσι.
τὸν δ ̓ ἐπικερτομέων προσέφης, Εὔμαιε συβῶτα:

195 «νῦν μὲν δὴ μάλα πάγχυ, Μελάνθιε, νύκτα φυλάξεις,
εὐνῇ ἔνι μαλακῇ καταλέγμενος, ὥς σε ἔοικεν:
οὐδέ σέ γ ̓ ἠριγένεια παρ ̓ Ὠκεανοῖο ῥοάων
λήσει ἐπερχομένη χρυσόθρονος, ἡνίκ ̓ ἀγινεῖς
αἶγας μνηστήρεσσι δόμον κάτα δαῖτα πένεσθαι.»

200 ὣς ὁ μὲν αὖθι λέλειπτο, ταθεὶς ὀλοῷ ἐνὶ δεσμῷ:
τὼ δ ̓ ἐς τεύχεα δύντε, θύρην ἐπιθέντε φαεινήν,
βήτην εἰς Ὀδυσῆα δαί̈φρονα, ποικιλομήτην.
ἔνθα μένος πνείοντες ἐφέστασαν, οἱ μὲν ἐπ ̓ οὐδοῦ
τέσσαρες, οἱ δ ̓ ἔντοσθε δόμων πολέες τε καὶ ἐσθλοί.

205 τοῖσι δ ̓ ἐπ ̓ ἀγχίμολον θυγάτηρ Διὸς ἦλθεν Ἀθήνη,
Μέντορι εἰδομένη ἠμὲν δέμας ἠδὲ καὶ αὐδήν.
τὴν δ ̓ Ὀδυσεὺς γήθησεν ἰδὼν καὶ μῦθον ἔειπε:
«Μέντορ, ἄμυνον ἀρήν, μνῆσαι δ ̓ ἑτάροιο φίλοιο,
ὅς σ ̓ ἀγαθὰ ῥέζεσκον: ὁμηλικίην δέ μοί ἐσσι.»

210 ὣς φάτ ̓, ὀϊόμενος λαοσσόον ἔμμεν Ἀθήνην.
μνηστῆρες δ ̓ ἑτέρωθεν ὁμόκλεον ἐν μεγάροισι:
πρῶτος τήν γ ̓ ἐνένιπε Δαμαστορίδης Ἀγέλαος:
«Μέντορ, μή σ ̓ ἐπέεσσι παραιπεπίθῃσιν Ὀδυσσεὺς
μνηστήρεσσι μάχεσθαι, ἀμυνέμεναι δέ οἱ αὐτῷ.

215 ὧδε γὰρ ἡμέτερόν γε νόον τελέεσθαι ὀί̈ω:
ὁππότε κεν τούτους κτέωμεν, πατέρ ̓ ἠδὲ καὶ υἱόν,
ἐν δὲ σὺ τοῖσιν ἔπειτα πεφήσεαι, οἷα μενοινᾷς
ἔρδειν ἐν μεγάροις: σῷ δ ̓ αὐτοῦ κράατι τίσεις.
αὐτὰρ ἐπὴν ὑμέων γε βίας ἀφελώμεθα χαλκῷ,

220 κτήμαθ ̓ ὁπόσσα τοί ἐστι, τά τ ̓ ἔνδοθι καὶ τὰ θύρηφι,
τοῖσιν Ὀδυσσῆος μεταμίξομεν: οὐδέ τοι υἷας
ζώειν ἐν μεγάροισιν ἐάσομεν, οὐδέ θύγατρας
οὐδ ̓ ἄλοχον κεδνὴν Ἰθάκης κατὰ ἄστυ πολεύειν.»
ὣς φάτ ̓, Ἀθηναίη δὲ χολώσατο κηρόθι μᾶλλον,

225 νείκεσσεν δ ̓ Ὀδυσῆα χολωτοῖσιν ἐπέεσσιν:
«οὐκέτι σοί γ ̓, Ὀδυσεῦ, μένος ἔμπεδον οὐδέ τις ἀλκή
οἵη ὅτ ̓ ἀμφ ̓ Ἑλένῃ λευκωλένῳ εὐπατερείῃ,
εἰνάετες Τρώεσσιν ἐμάρναο νωλεμὲς αἰεί,
πολλοὺς δ ̓ ἄνδρας ἔπεφνες ἐν αἰνῇ δηϊοτῆτι,
κ
230 σῇ δ ̓ ἥλω βουλῇ Πριάμου πόλις εὐρυάγυια.
πῶς δὴ νῦν, ὅτε σόν τε δόμον καὶ κτήμαθ ̓ ἱκάνεις,
ἄντα μνηστήρων ὀλοφύρεαι ἄλκιμος εἶναι;
ἀλλ ̓ ἄγε δεῦρο, πέπον, παρ ̓ ἔμ ̓ ἵστασο καὶ ἴδε
ἔργον,
ὄφρ ̓ εἰδῇς οἷός τοι ἐν ἀνδράσι δυσμενέεσσιν

235 Μέντωρ Ἀλκιμίδης εὐεργεσίας ἀποτίνειν.»
ἦ ῥα, καὶ οὔ πω πάγχυ δίδου ἑτεραλκέα νίκην,
ἀλλ ̓ ἔτ ̓ ἄρα σθένεός τε καὶ ἀλκῆς πειρήτιζεν
ἠμὲν Ὀδυσσῆος ἠδ ̓ υἱοῦ κυδαλίμοιο.
αὐτὴ δ ̓ αἰθαλόεντος ἀνὰ μεγάροιο μέλαθρον

240 ἕζετ ̓ ἀναί̈ξασα, χελιδόνι εἰκέλη ἄντην.
μνηστῆρας δ ̓ ὤτρυνε Δαμαστορίδης Ἀγέλαος,
Εὐρύνομός τε καὶ Ἀμφιμέδων Δημοπτόλεμός τε,
Πείσανδρός τε Πολυκτορίδης Πόλυβός τε δαί̈φρων:
οἱ γὰρ μνηστήρων ἀρετῇ ἔσαν ἔξοχ ̓ ἄριστοι,

ὅσσοι ἔτ ̓ ἔζωον περί τε ψυχέων ἐμάχοντο:
τοὺς δ ̓ ἤδη ἐδάμασσε βιὸς καὶ ταρφέες ἰοί.
τοῖς δ ̓ Ἀγέλεως μετέειπεν, ἔπος πάντεσσι
πιφαύσκων:
«ὦ φίλοι, ἤδη σχήσει ἀνὴρ ὅδε χεῖρας ἀάπτους:
καὶ δή οἱ Μέντωρ μὲν ἔβη κενὰ εὔγματα εἰπών,

250 οἱ δ ̓ οἶοι λείπονται ἐπὶ πρώτῃσι θύρῃσι.
τῷ νῦν μὴ ἅμα πάντες ἐφίετε δούρατα μακρά,
ἀλλ ̓ ἄγεθ ̓ οἱ ἓξ πρῶτον ἀκοντίσατ ̓, αἴ κέ ποθι Ζεὺς
δώῃ Ὀδυσσῆα βλῆσθαι καὶ κῦδος ἀρέσθαι.
τῶν δ ̓ ἄλλων οὐ κῆδος, ἐπὴν οὗτός γε πέσῃσιν.»

255 ὣς ἔφαθ ̓, οἱ δ ̓ ἄρα πάντες ἀκόντισαν ὡς ἐκέλευεν,
ἱέμενοι: τὰ δὲ πάντα ἐτώσια θῆκεν Ἀθήνη,
τῶν ἄλλος μὲν σταθμὸν ἐϋσταθέος μεγάροιο
βεβλήκει, ἄλλος δὲ θύρην πυκινῶς ἀραρυῖαν:
ἄλλου δ ̓ ἐν τοίχῳ μελίη πέσε χαλκοβάρεια.

260 αὐτὰρ ἐπεὶ δὴ δούρατ ̓ ἀλεύαντο μνηστήρων,
τοῖς δ ̓ ἄρα μύθων ἦρχε πολύτλας δῖος Ὀδυσσεύς:
«ὦ φίλοι, ἤδη μέν κεν ἐγὼν εἴποιμι καὶ ἄμμι
μνηστήρων ἐς ὅμιλον ἀκοντίσαι, οἳ μεμάασιν
ἡμέας ἐξεναρίξαι ἐπὶ προτέροισι κακοῖσιν.»

265 ὣς ἔφαθ ̓, οἱ δ ̓ ἄρα πάντες ἀκόντισαν ὀξέα δοῦρα
ἄντα τιτυσκόμενοι: Δημοπτόλεμον μὲν Ὀδυσσεύς,
Εὐρυάδην δ ̓ ἄρα Τηλέμαχος, Ἔλατον δὲ συβώτης,
Πείσανδρον δ ̓ ἄρ ̓ ἔπεφνε βοῶν ἐπιβουκόλος ἀνήρ.
οἱ μὲν ἔπειθ ̓ ἅμα πάντες ὀδὰξ ἕλον ἄσπετον οὖδας,

270 μνηστῆρες δ ̓ ἀνεχώρησαν μεγάροιο μυχόνδε:
τοὶ δ ̓ ἄρ ̓ ἐπήϊξαν, νεκύων δ ̓ ἐξ ἔγχε ̓ ἕλοντο.
αὖτις δὲ μνηστῆρες ἀκόντισαν ὀξέα δοῦρα
ἱέμενοι: τὰ δὲ πολλὰ ἐτώσια θῆκεν Ἀθήνη.
τῶν ἄλλος μὲν σταθμὸν ἐϋσταθέος μεγάροιο

275 βεβλήκειν, ἄλλος δὲ θύρην πυκινῶς ἀραρυῖαν:
ἄλλου δ ̓ ἐν τοίχῳ μελίη πέσε χαλκοβάρεια.
Ἀμφιμέδων δ ̓ ἄρα Τηλέμαχον βάλε χεῖρ ̓ ἐπὶ καρπῷ
λίγδην, ἄκρον δὲ ῥινὸν δηλήσατο χαλκός.
Κτήσιππος δ ̓ Εὔμαιον ὑπὲρ σάκος ἔγχεϊ μακρῷ

280 ὦμον ἐπέγραψεν: τὸ δ ̓ ὑπέρπτατο, πῖπτε δ ̓ ἔραζε.
τοὶ δ ̓ αὖτ ̓ ἀμφ ̓ Ὀδυσῆα δαί̈φρονα ποικιλομήτην,
μνηστήρων ἐς ὅμιλον ἀκόντισαν ὀξέα δοῦρα.
ἔνθ ̓ αὖτ ̓ Εὐρυδάμαντα βάλε πτολίπορθος
Ὀδυσσεύς,
Ἀμφιμέδοντα δὲ Τηλέμαχος, Πόλυβον δὲ συβώτης:
που διάβη πάνω απ ̓ το σκουτάρι του, πριν πέσει απά στο χώμα.

285 Κτήσιππον δ ̓ ἄρ ̓ ἔπειτα βοῶν ἐπιβουκόλος ἀνὴρ
βεβλήκει πρὸς στῆθος, ἐπευχόμενος δὲ προσηύδα:
«ὦ Πολυθερσεί̈δη φιλοκέρτομε, μή ποτε πάμπαν
τον Αμφιμέδοντα,
290 ἦ τοῦτό τοι ἀντὶ ποδὸς ξεινήϊον, ὅν ποτ ̓ ἔδωκας
ἀντιθέῳ Ὀδυσῆϊ δόμον κάτ ̓ ἀλητεύοντι.»
ῥα βοῶν ἑλίκων ἐπιβουκόλος: αὐτὰρ Ὀδυσσεὺς
οὖτα Δαμαστορίδην αὐτοσχεδὸν ἔγχεϊ μακρῷ.
Τηλέμαχος δ ̓ Εὐηνορίδην Λειώκριτον οὖτα

295 δουρὶ μέσον κενεῶνα, διαπρὸ δὲ χαλκὸν ἔλασσεν:
ἤριπε δὲ πρηνής, χθόνα δ ̓ ἤλασε παντὶ μετώπῳ.
δὴ τότ ̓ Ἀθηναίη φθισίμβροτον αἰγίδ ̓ ἀνέσχεν
ὑψόθεν ἐξ ὀροφῆς: τῶν δὲ φρένες ἐπτοίηθεν.
οἱ δ ̓ ἐφέβοντο κατὰ μέγαρον βόες ὣς ἀγελαῖαι:

300 τὰς μέν τ ̓ αἰόλος οἶστρος ἐφορμηθεὶς ἐδόνησεν
ὥρῃ ἐν εἰαρινῇ, ὅτε τ ̓ ἤματα μακρὰ πέλονται.
οἱ δ ̓ ὥς τ ̓ αἰγυπιοὶ γαμψώνυχες ἀγκυλοχεῖλαι,
ἐξ ὀρέων ἐλθόντες ἐπ ̓ ὀρνίθεσσι θόρωσι:
ταὶ μέν τ ̓ ἐν πεδίῳ νέφεα πτώσσουσαι ἵενται,

305 οἱ δέ τε τὰς ὀλέκουσιν ἐπάλμενοι, οὐδέ τις ἀλκὴ
γίγνεται οὐδὲ φυγή: χαίρουσι δέ τ ̓ ἀνέρες ἄγρῃ:
ὣς ἄρα τοὶ μνηστῆρας ἐπεσσύμενοι κατὰ δῶμα
τύπτον ἐπιστροφάδην: τῶν δὲ στόνος ὤρνυτ ̓ ἀεικὴς
κράτων τυπτομένων, δάπεδον δ ̓ ἅπαν αἵματι θῦε.

310 λειώδης δ ̓ Ὀδυσῆος ἐπεσσύμενος λάβε γούνων,
καί μιν λισσόμενος ἔπεα πτερόεντα προσηύδα:
«γουνοῦμαί σ ̓, Ὀδυσεῦ: σὺ δέ μ ̓ αἴδεο καί μ ̓
ἐλέησον:
οὐ γάρ πώ τινά φημι γυναικῶν ἐν μεγάροισιν
εἰπεῖν οὐδέ τι ῥέξαι ἀτάσθαλον: 
315 παύεσκον μνηστῆρας, ὅτις τοιαῦτά γε ῥέζοι.
ἀλλά μοι οὐ πείθοντο κακῶν ἄπο χεῖρας ἔχεσθαι:
τῷ καὶ ἀτασθαλίῃσιν ἀεικέα πότμον ἐπέσπον.
αὐτὰρ ἐγὼ μετὰ τοῖσι θυοσκόος οὐδὲν ἐοργὼς
κείσομαι, ὡς οὐκ ἔστι χάρις μετόπισθ ̓ εὐεργέων:»

320 τὸν δ ̓ ἄρ ̓ ὑπόδρα ἰδὼν προσέφη πολύμητις
Ὀδυσσεύς:
«εἰ μὲν δὴ μετὰ τοῖσι θυοσκόος εὔχεαι εἶναι,
πολλάκι που μέλλεις ἀρήμεναι ἐν μεγάροισι
τηλοῦ ἐμοὶ νόστοιο τέλος γλυκεροῖο γενέσθαι,
σοὶ δ ̓ ἄλοχόν τε φίλην σπέσθαι καὶ τέκνα τεκέσθαι:

325 τῷ οὐκ ἂν θάνατόν γε δυσηλεγέα προφύγοισθα.»
ὣς ἄρα φωνήσας ξίφος εἵλετο χειρὶ παχείῃ
κείμενον, ὅ ῥ ̓ Ἀγέλαος ἀποπροέηκε χαμᾶζε
κτεινόμενος: τῷ τόν γε κατ ̓ αὐχένα μέσσον ἔλασσε.
φθεγγομένου δ ̓ ἄρα τοῦ γε κάρη κονίῃσιν ἐμίχθη.

330 Τερπιάδης δ ̓ ἔτ ̓ ἀοιδὸς ἀλύσκανε κῆρα μέλαιναν,
Φήμιος, ὅς ῥ ̓ ἤειδε μετὰ μνηστῆρσιν ἀνάγκῃ.
ἔστη δ ̓ ἐν χείρεσσίν ἔχων φόρμιγγα λίγειαν
ἄγχι παρ ̓ ὀρσοθύρην: δίχα δὲ φρεσὶ μερμήριζεν,
ἢ ἐκδὺς μεγάροιο Διὸς μεγάλου ποτὶ βωμὸν

335 ἑρκείου ἵζοιτο τετυγμένον, ἔνθ ̓ ἄρα πολλὰ
Λαέρτης Ὀδυσεύς τε βοῶν ἐπὶ μηρί ̓ ἔκηαν,
ἦ γούνων λίσσοιτο προσαί̈ξας Ὀδυσῆα.
ὧδε δέ οἱ φρονέοντι δοάσσατο κέρδιον εἶναι,
γούνων ἅψασθαι Λαερτιάδεω Ὀδυσῆος.

340 ἦ τοι ὁ φόρμιγγα γλαφυρὴν κατέθηκε χαμᾶζε
μεσσηγὺς κρητῆρος ἰδὲ θρόνου ἀργυροήλου,
αὐτὸς δ ̓ αὖτ ̓ Ὀδυσῆα προσαί̈ξας λάβε γούνων,
καί μιν λισσόμενος ἔπεα πτερόεντα προσηύδα:
«γουνοῦμαί σ ̓, Ὀδυσεῦ: σὺ δέ μ ̓ αἴδεο καί μ ̓
ἐλέησον:

345 αὐτῷ τοι μετόπισθ ̓ ἄχος ἔσσεται, εἴ κεν ἀοιδὸν
πέφνῃς, ὅς τε θεοῖσι καὶ ἀνθρώποισιν ἀείδω.
αὐτοδίδακτος δ ̓ εἰμί, θεὸς δέ μοι ἐν φρεσὶν οἴμας
παντοίας ἐνέφυσεν: ἔοικα δέ τοι παραείδειν
ὥς τε θεῷ: τῷ με λιλαίεο δειροτομῆσαι.

350 καί κεν Τηλέμαχος τάδε γ ̓ εἴποι, σὸς φίλος υἱός,
ὡς ἐγὼ οὔ τι ἑκὼν ἐς σὸν δόμον οὐδὲ χατίζων
πωλεύμην μνηστῆρσιν ἀεισόμενος μετὰ δαῖτας,
ἀλλὰ πολὺ πλέονες καὶ κρείσσονες ἦγον ἀνάγκῃ.»
ὣς φάτο, τοῦ δ ̓ ἤκουσ ̓ ἱερὴ ἲς Τηλεμάχοιο,
Γ
355 αἶψα δ ̓ ἑὸν πατέρα προσεφώνεεν ἐγγὺς ἐόντα:
«ἴσχεο μηδέ τι τοῦτον ἀναίτιον οὔταε χαλκῷ:
καὶ κήρυκα Μέδοντα σαώσομεν, ὅς τέ μευ αἰεὶ
οἴκῳ ἐν ἡμετέρῳ κηδέσκετο παιδὸς ἐόντος,
εἰ δὴ μή μιν ἔπεφνε Φιλοίτιος ἠὲ συβώτης,

360 ἠὲ σοὶ ἀντεβόλησεν ὀρινομένῳ κατὰ δῶμα.»
ὣς φάτο, τοῦ δ ̓ ἤκουσε Μέδων πεπνυμένα εἰδώς:
πεπτηὼς γὰρ ἔκειτο ὑπὸ θρόνον, ἀμφὶ δὲ δέρμα
ἕστο βοὸς νεόδαρτον, ἀλύσκων κῆρα μέλαιναν.
αἶψα δ ̓ ἀπὸ θρόνου ὦρτο, θοῶς δ ̓ ἀπέδυνε βοείην

365 Τηλέμαχον δ ̓ ἄρ ̓ ἔπειτα προσαί̈ξας λάβε γούνων,
καί μιν λισσόμενος ἔπεα πτερόεντα προσηύδα:
«ὦ φίλ ̓, ἐγὼ μὲν ὅδ ̓ εἰμί, σὺ δ ̓ ἴσχεο εἰπὲ δὲ πατρὶ
μή με περισθενέων δηλήσεται ὀξέϊ χαλκῷ,
ἀνδρῶν μνηστήρων κεχολωμένος, οἵ οἱ ἔκειρον

370 κτήματ ̓ ἐνὶ μεγάροις, σὲ δὲ νήπιοι οὐδὲν ἔτιον.»
τὸν δ ̓ ἐπιμειδήσας προσέφη πολύμητις Ὀδυσσεύς:
«θάρσει, ἐπεὶ δή σ ̓ οὗτος ἐρύσσατο καὶ ἐσάωσεν,
ὄφρα γνῷς κατὰ θυμόν, ἀτὰρ εἴπῃσθα καὶ ἄλλῳ,
ὡς κακοεργίης εὐεργεσίη μέγ ̓ ἀμείνων.

375 ἀλλ ̓ ἐξελθόντες μεγάρων ἕζεσθε θύραζε
ἐκ φόνου εἰς αὐλήν, σύ τε καὶ πολύφημος ἀοιδός,
ὄφρ ̓ ἂν ἐγὼ κατὰ δῶμα πονήσομαι ὅττεό με χρή.»
ὣς φάτο, τὼ δ ̓ ἔξω βήτην μεγάροιο κιόντε,
ἑζέσθην δ ̓ ἄρα τώ γε Διὸς μεγάλου ποτὶ βωμόν,

380 πάντοσε παπταίνοντε, φόνον ποτιδεγμένω αἰεί.
πάπτηνεν δ ̓ Ὀδυσεὺς καθ ̓ ἑὸν δόμον, εἴ τις ἔτ ̓
ἀνδρῶν
ζωὸς ὑποκλοπέοιτο, ἀλύσκων κῆρα μέλαιναν.
τοὺς δὲ ἴδεν μάλα πάντας ἐν αἵματι καὶ κονίῃσι
πεπτεῶτας πολλούς, ὥστ ̓ ἰχθύας, οὕς θ ̓ ἁλιῆες

385 κοῖλον ἐς αἰγιαλὸν πολιῆς ἔκτοσθε θαλάσσης
δικτύῳ ἐξέρυσαν πολυωπῷ: οἱ δέ τε πάντες
κύμαθ ̓ ἁλὸς ποθέοντες ἐπὶ ψαμάθοισι κέχυνται:
τῶν μέν τ ̓ Ἠέλιος φαέθων ἐξείλετο θυμόν:
ὣς τότ ̓ ἄρα μνηστῆρες ἐπ ̓ ἀλλήλοισι κέχυντο.



Αναγνώστες

Η Ιδιοφυΐα του Πλήθους

Υπάρχει αρκετή προδοσία, μίσος, βία, παραλογισμός στο μέσο άνθρωπο για να προμηθεύσει οποιοδήποτε στρατό, οποιαδήποτε μέρα. Kαι οι καλύτεροι στο φόνο είναι αυτοί που κηρύττουν εναντίον του. Kαι οι καλύτεροι στο μίσος είναι αυτοί που κηρύττουν αγάπη. Kαι οι καλύτεροι στον πόλεμο είναι τελικά αυτοί που κηρύττουν ειρήνη. Eκείνοι που κηρύττουν θεό, χρειάζονται θεό. Eκείνοι που κηρύττουν ειρήνη, δεν έχουν ειρήνη. Eκείνοι που κηρύττουν αγάπη, δεν έχουν αγάπη.

Προσοχή στους κήρυκες, προσοχή στους γνώστες, προσοχή σε αυτούς που όλο διαβάζουν βιβλία, προσοχή σε αυτούς που είτε απεχθάνονται τη φτώχεια, είτε είναι περήφανοι γι' αυτήν, προσοχή σε αυτούς που βιάζονται να επαινέσουν γιατί θέλουν επαίνους για αντάλλαγμα, προσοχή σε αυτούς που βιάζονται να κρίνουν, φοβούνται αυτά που δεν ξέρουν, προσοχή σε αυτούς που ψάχνουν συνεχώς πλήθη γιατί δεν είναι τίποτα μόνοι τους, προσοχή στο μέσο άνδρα και τη μέση γυναίκα, η αγάπη τους είναι μέτρια, ψάχνει το μέτριο. Αλλά υπάρχει ιδιοφυΐα στο μίσος τους, υπάρχει αρκετή ιδιοφυΐα στο μίσος τους για να σας σκοτώσει, να σκοτώσει τον καθένα. Δεν θέλουν μοναξιά, δεν καταλαβαίνουν τη μοναξιά, θα προσπαθήσουν να καταστρέψουν οτιδήποτε διαφέρει από το δικό τους. Μη βρισκόμενοι σε θέση να δημιουργήσουν έργα τέχνης, δεν θα καταλάβουν την τέχνη, θα εξετάσουν την αποτυχία τους, ως δημιουργών, μόνο ως αποτυχία του κόσμου. Mη βρισκόμενοι σε θέση να αγαπήσουν πλήρως, θα πιστέψουν ότι και η αγάπη σας είναι ελλιπής και τότε θα σας μισήσουν και το μίσος τους, θα είναι τέλειο... Σαν ένα λαμπερό διαμάντι, σαν ένα μαχαίρι, σαν ένα βουνό, σαν μια τίγρη. Όπως το κώνειο. Η καλύτερη τέχνη τους...

Tσαρλς Μπουκόφσκι

Related Posts with Thumbnails