12 Νοεμβρίου 2017

…και δεν είμαι… η γομολάστιχα

Καλό μου ημερολόγιο.
Τελικά μάλλον σ’ έχω πεθυμήσει περισσότερο απ’ ότι νόμιζα. Διότι καλό το άλλο να γράφω εμπειρίες κι εντυπώσεις αλλά, καλό μου ημερολογιάκι, μόνο εδώ μαζί σου είναι που μπορούσα και μπορώ να βγάζω τις ενδόμυχες σκέψεις μου. Ναι είναι αλήθεια. Γι αυτό σε δημιούργησα άλλωστε.
«Επειδή οι σκέψεις μου είναι ελεύθερες όπως θα έπρεπε να είναι και οι άνθρωποι».
Γαμημένες σκέψεις. Όσο κι αν προσπαθώ να φορτώσω σώμα και μυαλό αυτές οι καριόλες οι σκέψεις πάντα θα βρούν και χώρο και χρόνο και τρόπο να φυτρώσουν εκεί που δεν τις σπέρνω. Η ιστορία της ζωής μου….
Κι αφού ρε γαμημένες σκέψεις ξεφυτρώνετε σαν την αγριάδα θα συνεχίσω κι εγώ να σας κάνω χλοοτάπητα (ελληνιστί, γκαζόν). Ξεφυτρώνετε εσείς; Κούρεμα πότισμα ξεβοτάνισμα και λίπασμα εγώ, έτσι για να έχουμε να λέμε. Έτσι κι αλλιώς παιδιόθεν εσείς κι εγώ είμαστε. Ανέκαθεν εσείς ήσασταν εσείς κι εγώ ήμουν εγώ. Τέτοιο πακέτο είμαι. Οι σκέψεις μου κι εγώ. Οι άλλοι ήταν και παραμένουν πάντα οι άλλοι και τ’ άλλα θα παραμείνουν για πάντα τ’ άλλα. Εσείς όμως δεν είστε ούτε τ’ άλλα ούτε οι άλλοι. Εσείς είστε εγώ κι εγώ δεν είμαι εσείς εκτός κι αν έτσι αποφασίσω εγώ για εσάς. Όμως είστε. Αυτό είναι το μόνο σίγουρο. Αφού εγώ είμαι τότε είστε κι εσείς. Εγώ είμαι οι σκέψεις μου και οι σκέψεις μου είμαι εγώ. Ακούγεται λίγο μπερδεμένο ίσως αλλά στην πραγματικότητα είναι πολύ απλό. Είναι η αιώνια μάχη των σκεπτόμενων με τις σκέψεις τους. Η μάχη του εαυτού με τον δαίμονα εαυτό.
Και ποια είναι η δυσκολότερη σκέψη που με βασανίσει αυτή την εποχή; Είναι τρέλα μεν αλλά συμβαίνει. Έχω τον τρόπο και την δύναμη ν’ αποφασίσω. Έχω ας πούμε μπροστά μου δύο κουμπιά. Ένα κόκκινο κι ένα πράσινο. Αν πατήσω το πράσινο θα σημαίνει έγκριση και τα πράγματα θα συνεχίζουν να κυλούν ως έχουν κι εγώ θα έχω την ευθύνη της έγκρισης. Αν πάλι πατήσω το κόκκινο κουμπί τότε τα πράγματα θα πάψουν να έχουν ως έχουν αλλά δεν θα είναι αλλιώς. Δεν θ’ αλλάξουν. Αν πατήσω το κόκκινο κουμπί τα πράγματα θα πάψουν να υφίστανται. Θα πάψουν να υπάρχουν. Αν πατήσω το κόκκινο κουμπί δεν θα υπάρξει αλλαγή αλλά ανυπαρξία. Κι έχω και το διαόλι μέσα μου να μου λέει «μα και το πέρασμα από την ύπαρξη στην ανυπαρξία αλλαγή είναι». Ναι αλλαγή είναι αλλά όχι για το υποκείμενο. Διότι όταν το υποκείμενο πάψει να υφίσταται τότε δεν υφίστανται κι αλλαγές για το ίδιο το υποκείμενο. Άπαξ και το υποκείμενο αφανιστεί η αλλαγή μεταξύ ύπαρξης κι ανυπαρξίας αφορά το ρήμα. Αλλά και πάλι τι νόημα θα έχει το ρήμα χωρίς υποκείμενο; Ποιο το νόημα ύπαρξης του ρήματος χωρίς υποκείμενο;
Σκατά. Το ρήμα υπάρχει έτσι κι αλλιώς αλλά για να τελευτήσει χρήζει ανάγκης υποκειμένου ακόμα και αν αυτό εννοείται. Αλλιώς δεν έχει ούτε το ρήμα που να σταθεί. Οπότε τι να κάνω εγώ τώρα; Να πατήσω το πράσινο κουμπί οπότε το ρήμα θα έχει υποκείμενο (και μιλάμε για τελείως υποκείμενο) ή να πατήσω το κόκκινο κουμπί να εξαφανίσω το υποκείμενο και μετά να περιμένω να δω τι στον κόρακα θα κάνει το ρήμα;
Λογικά αν φέρω το ρήμα σε τέτοια δύσκολη θέση τότε αυτό είτε θα βρεί ένα άλλο υποκείμενο και θα το δορυφοροποιήσει είτε θα περιφέρεται ασκόπως στο σύμπαν χωρίς νόημα ύπαρξης.
Βέβαια υπάρχει πάντα η ισχυρή πιθανότητα το ρήμα να δημιουργήσει ένα νέο υποκείμενο ανύπαρκτο έως τώρα. Ένα υποκείμενο που θα μπορεί να είναι οτιδήποτε και που ούτε να φανταστώ δεν μπορώ.
Το θέμα μου λοιπόν είναι έτσι όπως βλέπω τα κουμπιά πράσινο και κόκκινο, το θέμα μου είναι πως τα ήδη υποκείμενα εγώ τα αγαπάω. Δεν ξέρω αν το «αγαπάω» είναι το σωστό ρήμα. Ίσως απλά τα έχω συνηθίσει, μου είναι γνώριμα και τα συμπαθώ τα υποκείμενα όσο κι αν τα λυπάμαι κι όσο κι αν με τσατίζουν.
Άχρηστα, ηλίθια, καρκινώματα αδηφάγα, πονηρά μικρά και κακόβουλα αυτά τα υποκείμενα αλλά τα ξέρω, τα γνωρίζω και στην τελική ένα μέρος του είναι μου είναι της ίδιας συνομοταξίας. Υπάρχω επειδή υπάρχουν αυτά ακριβώς τα υποκείμενα και στην τελική εδώ που τα λέμε κάποιες φορές έχουν και πλάκα όπως τα βλέπω. Το θέμα είναι πως αν δεν υπήρχαν αυτά τα υποκείμενα δεν θα υπήρχα ούτε εγώ να κάθομαι τώρα και να κοιτάζω σαν ηλίθιος τα δυο κουμπιά μην ξέροντας τι να κάνω.
Να πατήσω το κόκκινο ή το πράσινο; Ειλικρινά καλό μου ημερολόγιο το σκέφτομαι καιρό τώρα αλλά ακόμα δεν ξέρω τι να κάνω. Το αστειότερο δε όλων είναι πως ρωτώντας πολλά και διάφορα υποκείμενα για το τι να κάνω και ποιο κουμπί να πατήσω, όλα μ’ ενθουσιασμό μου προτείνουν το κόκκινο. Χαχα μα φυσικά! Ήταν αναμενόμενο να προτιμούν το κόκκινο χωρίς πολλή πολλή σκέψη. Αλλιώς τι υποκείμενα θα ήταν…;;;!
Νομίζω πως έχω χρόνο να το σκεφτώ ακόμα….










25 Οκτωβρίου 2017

Είμαι.

Καλό μου ημερολόγιο, πάει καιρός πάλι, το ξέρω. Ξέρω όμως και ότι περνάω καλά. Πολύ καλά! Όσο πιο μακριά από τους ελληναράδες τόσο καλύτερα για μένα.

Αλητεία. Με όλη την σημασία της λέξης αλητεία. Είμαι ένας αλήτης, ένας περιηγητής. Τα χρόνια πέρασαν, από παιδιά ξεμπέρδεψα εκρεμμότητες δεν έχω, τα προβλήματά μου λυμένα, η υγεία μου ακμαία, οπότε και πέρασα στο επόμενο στάδιο της ζωής μου, το τέταρτο και προτελευταίο. Αλητεία! Μέχρι που να μην μπορώ να πάρω τα πόδια μου!

Ήταν προσχεδιασμένο και πέτυχε. Τα έφερα έτσι που πέτυχε. Ή μου ήρθαν έτσι και πέτυχε, λίγη σημασία έχει για μένα. Σημασία έχει πως π-έτυχε.

Κι εκεί που βολόδερνα από δω κι από κει να σου ένα όμορφο ηλιόλουστο πρωινό το ραβασάκι από την εφορία. Οι ελληναράδες με ψάχνουν. Να περάσω λέει από την εφορία αυτοπροσώπως παρακαλώ «δια υπόθεσίν μου».

Σκατά. Έλεγα μπας και τους ξεχάσω αλλά οι ελληναράδες δεν με ξεχνάνε. Τεςπα ευκαιρία να δω τι γίνεται στο παρελθόν….

Τα μπρος πίσω και να ‘μαι. Ερώτηση εφοριακού: Πως τα καταφέρνω κι αν έχω αδήλωτα εισοδήματα. Του ευχήθηκα να πα να γαμηθεί και θα μου κάνει λέει μήνυση. Τον έγραψα στ’ αρχίδια μου και βγήκα βόλτα στην Αθήνα να δω τι γίνεται. Ε, ό,τι γινόταν πάντα γίνεται. Οι εθελόδουλοι ραγιάδες σαν αλαφιασμένα κοτόπουλα πέρα δώθε και ξανά.

Πα να φύγω ρε. Δεν έχω δουλειά εγώ εδώ. Γεννήθηκα σε λάθος χώρα, το ξέρω.

Άντε και τα ξαναλέμε σε κάμποσους μήνες πάλι.

ΥΓ. Καλό μου ημερολόγιο δεν σε ξεχνώ αλλά ξέρεις ότι έχω ανοίξει κι άλλο ημερολόγιο, περιηγητικό και είμαι σε φάση που γεμίζω εκείνο τώρα. Όποιος με βρει, με βρήκε.


19 Μαΐου 2017

Στις συμπληγάδες «Ελληναράδων» και «αντί-Ελληναράδων»

Λαοκράτης Βάσσης

Κοντά στα τέλη της δεκαετίας του ’50, ένας παλιός μάστορας απ’ τα Κουκούλια Τζουμέρκων, ο μπάρμπα Κώστας Τσιάρας, μου έλεγε με φυσική απλότητα και υπαινικτική σοφία: «Τον τόπο μας, παιδί μου, τον έσωσε η αγιοσύνη των βουνών».  Η κουβέντα του με παρέπεμψε συνειρμικά στους ομοιότροπους στίχους του Ελύτη: «Τα θεμέλιά μου στα βουνά/ και τα βουνά σηκώνουν οι λαοί στον ώμο της/ και πάνω τους η μνήμη καίει/ άκαυτη βάτος», Ήταν στίχοι γραμμένοι τον ίδιο περίπου καιρό. Σκέφτομαι, λοιπόν, πως ίσως είναι τώρα η σειρά μας να σώσουμε την… «αγιοσύνη» των βουνών.

Αν το γενικεύσουμε, να σώσουμε την «αγιοσύνη» του ελληνικού μας τόπου σε τούτους τους ομιχλώδεις καιρούς της «παγκοσμιοποίησης».

Και επειδή αυτό δεν είναι ούτε απλό ούτε εύκολο, σπεύδω να εστιάσω στον πολιτισμό των τοπικών κοινωνιών, που είναι απ’ τους θεμελιακούς όρους για να μη χαθεί η ταυτοτική πολιτιστική μας ιδιαιτερότητα. Προτάσσω δύο αναγκαίες διευκρινιστικές παρατηρήσεις:

Πρώτον, μιλώντας για τοπικές κοινωνίες δεν πρέπει να τις ταυτίζουμε με κάποιο φανταστικό υποκατάστατο παλαιότερων μορφών τους.  Εκείνες οι κοινωνίες χαρακτηρίζονταν από μια εξαιρετική πολιτιστική πολυμορφία, με ζώσες, λειτουργικές και λειτουργούμενες πολιτιστικές υποχρεώσεις. Από χωριό σε χωριό υπήρχαν αποχρώσεις, ανά ομάδες χωριών υπήρχαν αποχρώσεις, πολύ περισσότερο ανά επαρχίες και ευρύτερες γεωγραφικές ενότητες υπήρχαν πολιτιστικές αποχρώσεις. Επρόκειτο για ένα μοναδικό πλούτο με στρώματα αιώνων στο ιστορικό του βάθος. Τί όμως έχει απομείνει απ’ αυτές τις τοπικές κοινωνίες; Είναι ζωντανό και λειτουργούμενο το παραδοσιακό αξιακό τους σύστημα, ή όλο και περισσότερο τα υπολείμματα τους αποχρωματίζονται και ομογενοποιούνται σε ισοπεδωτική πολιτιστική κατεύθυνση; Χωρίς, προφανώς, σωστή απάντηση σε τέτοια ερωτήματα δεν μπορούμε να μιλήσουμε σοβαρά για πολιτιστική αντίσταση των τοπικών κοινωνιών.

Δεύτερον, μιλώντας για πολιτιστική αντίσταση τι εννοούμε; Υπέρ τίνος, γιατί και πώς πρέπει να αντιστέκονται οι τοπικές κοινωνίες; Γιατί μια αντίσταση με χαρακτήρα περιχαράκωσης είναι και αφελής και ατελέσφορη. Καμία κοινωνία δεν ανασαίνει, αν δεν παίρνει και δεν δίνει πολιτιστικά στοιχεία. Κοινωνία που κλείνεται στον εαυτό της αργά ή γρήγορα θα πάψει να έχει εαυτό. Και δεν λείπουν δυστυχώς αυτοί που εμμένουν στην πάντοτε ανύπαρκτη πολιτιστική και πολύ περισσότερο στη βιολογική μας καθαρότητα, συγχέοντας την καθαρότητα με την ιδιαιτερότητα, που είναι η συστατική βάση του πολιτιστικού πλουραλισμού. Όσο όμως αντιδραστική είναι η πολιτική της καθαρολογικής περιχαράκωσης κάποιων «Ελληναράδων», άλλο τόσο λαθεμένη είναι και η πολιτική της αδιαφορίας, το «μπάτε σκύλοι αλέστε κι αλεστικό μη δίνετε» κάποιων προοδευτικοφανών «αντι-Ελληναράδων». Κι αυτοί απ’ τη  μεριά τους συγχέουν (σκοπίμως!) την πολιτιστική ιδιαιτερότητα με την εθνικιστική και ρατσιστική καθαρολογία.

Που σημαίνει πως η πολιτιστική αντίσταση, με αυτονόητη την επιλεκτική αφομοίωση ξένων πολιτιστικών στοιχείων και με δεδομένη την προσπάθεια για διαρκή ενδυνάμωση της ταυτοτικής μας ιδιαιτερότητας, είναι απολύτως αναγκαία.  Το τι όμως «κρατάμε» αμυνόμενοι, γιατί και πώς, είναι εξόχως κυρίαρχο, καθώς δεν έχει νόημα να προσπαθείς να «κρατάς» κάτι που δεν αντέχει στον χρόνο και που δεν στηρίζει ένα ποιοτικό πολιτιστικώς ζην. Δεν έχει δηλαδή νόημα να προσπαθείς να «κρατάς» έναν τρόπο ζωής που δεν απαντάει στις βαθύτερες ανάγκες και δεν συνυφαίνεται με το ίδιο το νόημα της ζωής, που δεν γεμίζει την ανθρώπινη ζωή. Είναι γι’ αυτό εύκολο να μιλάμε για πολιτιστική άμυνα, πολύ δύσκολο όμως να έχουμε ανοιχτή στο μέλλον πολιτική πολιτιστικής άμυνας, που δεν θα είναι φολκλορικού χαρακτήρα. Θέλουμε πολιτιστική άμυνα που να διατηρεί ζώσα, λειτουργούμενη και γι’ αυτό λειτουργική την τοπική πολιτιστική ιδιαιτερότητα και το αξιακό της υπόβαθρο.

Ξαναγνωρίζοντας τις τοπικές κοινωνίες και τη σημερινή τους πραγματικότητα, πρέπει να έχουμε βαθιά συνείδηση για τι μιλάμε. Να έχουμε προπαντός συνείδηση πως έχουν υποστεί τις συνέπειες της μεγάλης εσωτερικής και εξωτερικής μετανάστευσης και κυρίως του καταναλωτικού τρόπου ζωής. Και τα δύο μαζί, μέσα στις συνθήκες της συντελούμενης παγκοσμιοποίησης, επηρέασαν και επηρεάζουν καθοριστικά το παραδοσιακό αξιακό πρότυπο, αν δεν το έχουν ήδη καταστήσει παντελώς διάτρητο. Που σημαίνει πως βρισκόμαστε προ πολλού μπροστά σε μια εντελώς νέα πραγματικότητα, καθώς αυτές που λέμε τοπικές κοινωνίες όλο και περισσότερο νοούνται χωρίς χωριά, όπως τα ξέραμε, ή με ελάχιστα, πληθυσμιακώς συρρικνωμένα και εξακολουθητικώς συρρικνούμενα χωριά, με λίγες διογκούμενες κωμοπόλεις και με υπερδιογκούμενες πρωτεύουσες νομών. Όλα μαζί, υπολείμματα χωριών, κωμόπολεις και περιφερειακές πόλεις, ψάχνουν το νέο πολιτιστικό τους πρόσωπο, υπό την καταλυτική επήρεια της τηλεοπτικής υποκουλτούρας, εσπέριας και εγχώριας.

Ποια όμως είναι τα «άυλα σύνορα», τα κληρονομημένα ταυτοτικά στοιχεία των τοπικών κοινωνιών, για τα οποία αξίζει να αντισταθούν;

Σίγουρα η συναισθηματικού και νοσταλγικού χαρακτήρα πολιτιστική αντίσταση ημών των παλιότερων είναι δήθεν αντίσταση. Είναι μια εκτονωτική αναπόληση των γενεών που έχουμε μνήμες, συχνά εξιδανικευμένες, απ’ το άλλοτε ποτέ λειτουργικό πολιτιστικό μας πρότυπο. Δεν είναι πολιτιστική αντίσταση που αντιστοιχεί στη σύγχρονη πραγματικότητα και κοιτάζει στο μέλλον.  Όπως δεν είναι πολιτιστική αντίσταση οι φολκλορικού χαρακτήρα πολιτιστικές εκδηλώσεις δήμων, κοινοτήτων και πολιτιστικών συλλόγων στη ζώνη του Αυγούστου, που στερούνται πολιτιστικής ποιότητας, βάθους και προοπτικής. Χωρίς αμφιβολία η  μόνη  σωστή  και αναγκαία  πολιτιστική αντίσταση είναι αυτή που, εκκινώντας απ’ τον ανθεκτικό στο χρόνο αξιακό και ταυτοτικό πυρήνα, εκφράζεται  με εμπνευσμένη δημιουργικότητα, ανατροφοδοτώντας, εμπλουτίζοντας και ανανεώνοντας την τοπική και την εθνική πολιτιστική μας ιδιαιτερότητα.

Γιατί, τόσο στις συρρικνωμένες κοινότητες όσο και στις μικρότερες ή μεγαλύτερες «χοάνες» των τωρινών κωμοπόλεων και πόλεων της περιφέρειας, οι άνθρωποι, ανεξαρτήτως της ιδιαίτερης τοπικής πολιτιστικής τους αφετηρίας, έχουν στα ενδότερα μια κοινή αξιακή βάση. Αυτή η κοινή αξιακή βάση των τοπικών κοινωνιών, ο ελάχιστος κοινός πολιτιστικός τους παρονομαστής, είναι και το έσχατο πολιτιστικό τους οχυρό που δεν πρέπει ποτέ να αλωθεί.

Πρώτο και συνεκτικό στοιχείο αυτής της κοινής αξιακής βάσης είναι η γλώσσα και μαζί της όλα εκείνα τα αξιακά στοιχεία που συνθέτουν τον πολύ σημαντικό πολιτιστικό και ηθικό κώδικα. Αυτόν που προσδιορίζει την ελληνική στάση ζωής τόσο στην καθημερινή της διάσταση όσο και στις μεγάλες οριακές της στιγμές, όπως, για παράδειγμα, αυτή του έπους του ΄40 και της εθνικής αντίστασης.

Και επειδή τίθεται πιεστικά το ερώτημα για το ποια είναι τα αξιακά στοιχεία, απλώς θα παραπέμψω στην εξαιρετική μελέτη του Ερατοσθένη Καψωμένου «Αναζητώντας τον χαμένο ευρωπαϊκό πολιτισμό» (Εκδ. Πατάκη). Πρόκειται για μοναδική επιστημονική μελέτη του παραδοσιακού πολιτιστικού μας προτύπου με βάση τον νεοελληνικό ποιοτικό λόγο.

Τα αξιακά στοιχεία εδράζονται σε τρεις θεμελιώδεις για τον ανθρώπινο πολιτισμό ισορροπίες: α) την μεταξύ ανθρώπου-φύσης, β) πολιτισμού-φύσης και γ) ατόμου-κοινωνίας. Έχουν κρίσιμη σημασία η ενότητα ανθρώπου-φύσης, η ισότητα φυσικών και ηθικών αξιών, η ταύτιση κάλλους και αγαθού, η ενότητα υλικού και πνευματικού κόσμου, η όχι εργαλειακή περί ορθού λόγου εκδοχή, η συνύπαρξη των αντιθέτων και η συνύπαρξη ατομικών και κοινωνικών αξιών.

Αν στα ευρήματα Καψωμένου προσθέσουμε: τις πολιτικές αξίες,όπως αυτές επέζησαν στις ελληνικές κοινότητες, τη φιλοξενία, με το αντιρατσιστικό της βάθος, το φιλότιμο, ως έκφραση βαθιάς αξιοπρέπειας και ευγενούς υπερηφάνειας, τη λεβεντιά, που θέλει τον ήρωα να σκοτώνεται για τους άλλους και όχι να σκοτώνει τους άλλους, όπως οι Ράμπο του παγκοσμιοποιημένου αμερικανικού προτύπου, και τον καημό, με τον έρωτα για τη ζωή στο βάθος τους, θα έχουμε την ανεκτίμητη «μαγιά» μιας πολιτιστικής πρότασης. Μιας πρότασης που βρίσκεται στο αντίποδα του κυρίαρχου «αμερικανο-δυτικού» και καταστρεπτικού για τον πλανήτη και την ανθρωπότητα καταναλωτικού πολιτιστικού προτύπου.

Πώς όμως «προστατεύεται» και καθίσταται λειτουργική αυτή η ελαχίστη κοινή αξιακή βάση των τοπικών κοινωνιών;

Με αυτονόητο πως δεν ψάχνουμε κάποιο νέο πολιτιστικό μύθο, κάποιο πολιτιστικό δόγμα, θα ήθελα, απλώς να σηματοδοτήσω το πνεύμα μιας αναγκαίας τοπικής πολιτικής πολιτισμού στους καιρούς μας, που θα στοχεύει στην ενδυνάμωση του τοπικού πολιτιστικού χρώματος ως συστατικού στοιχείου του εθνικού μας πολιτισμού. Και να στοχεύει σ’ αυτό σωστά. Όχι με τοπικιστικές στενοκεφαλιές, ή με αφελείς εκδοχές του συνθήματος για «επιστροφή στις ρίζες», όπως πολύ συχνά συμβαίνει.

Κι αν επιμένω στη φιλοσοφία της πολιτιστικής αντίστασης είναι γιατί δεν μπορούμε αλλιώς να περάσουμε απ’ τις συμπληγάδες αφενός του ομφαλοσκοπικού και αυτιστικού «ελληνοκεντρισμού», που αγνοεί πως ο πολιτισμός μας δεν είναι θρησκεία ούτε η ελληνικότητα δόγμα, και του αστιγματικού «αντιελληνοκεντρισμού», που ενοχλείται σφόδρα από ό,τι το ελληνικό. Οι βασικοί, λοιπόν, άξονες μιας τοπικής πολιτικής πολιτισμού, είναι κατά τη γνώμη μου οι εξής:

1ον. Ουσιαστική μελέτη των τοπικών πολιτισμών, ανάδειξη και ανατροφοδότηση των ανθεκτικών στο χρόνο στοιχείων της αξιακής τους βάσης

2ον. Λειτουργική σύνδεση της τοπικής εκπαίδευσης με τις χαρακτηριστικές ποιοτικές εκφάνσεις των τοπικών πολιτισμών, προφανώς και με την ιστορία τους.  Το ίδιο ισχύει και για τα τοπικά ΜΜΕ.

3ον. Ενίσχυση των πηγών της ζώσας τοπικής παράδοσης, του τοπικού λαϊκού πολιτισμού και της τοπικής λαϊκής τέχνης με ποιοτικά πάντοτε κριτήρια και με τη ματιά στο μέλλον.

4ον. Προστασία της τοπικής πολιτιστικής κληρονομιάς (αρχαίας, μεσαιωνικής και νεότερης) πρωτίστως απ’ τις ίδιες τις τοπικές κοινωνίες, αλλά και προστασία της τοπικής φυσικής κληρονομιάς.

5ον. Αυστηρά ποιοτικά κριτήρια για τη διοργάνωση φολκλορικο/τουριστικών πολιτιστικών εκδηλώσεων, όσο και για την παραγωγή τοπικών παραδοσιακών προϊόντων, ή τη δημιουργία ειδών λαϊκής τέχνης.

6ον. Δημιουργία πολιτιστικών υποδομών σε τοπική και περιφερειακή κλίμακα με την αρμονική συνεργασία των τοπικών και περιφερειακών πολιτιστικών φορέων.

Όσο τίποτε άλλο και όσο ποτέ άλλοτε ο τόπος μας σήμερα χρειάζεται μια εμπνευσμένη εθνική πολιτιστική στρατηγική βάθους και προοπτικής. Θα έλεγα, όχι μια πολιτιστική στρατηγική ελλαδικής κλίμακας, αλλά κλίμακας οικουμενικού ελληνισμού. Αυτή όμως με τη σειρά της προϋποθέτει λογική και φιλοσοφία αποκεντρωμένης λειτουργίας και συστατικού μετασχηματισμού της «Ελλάδος Λεκανοπεδίου Αττικής» σε σύγχρονη ελληνική πολιτεία.

Γιατί δεν θα είχαμε οικονομική χρεωκοπία, αν δεν είχαμε πολιτική χρεωκοπία. Στο βάθος όμως και της οικονομικής και της πολιτικής χρεωκοπίας της Μεταπολίτευσης βρίσκεται η πολιτιστική μας χρεωκοπία, το ότι χάσαμε την «ψυχή» μας.

Πολιτιστική αντίσταση των τοπικών κοινωνιών σημαίνει να ξαναβρούμε την «ψυχή» μας. Γιατί στα δύσκολα, όπως τώρα, οι λαοί κρατιούνται απ’ την «ψυχή» τους. Να ξαναβρούμε δηλαδή την «αγιοσύνη» των βουνών και του τόπου μας, να τη σώσουμε και να σωθούμε.

11 Μαΐου 2017

Εκ της αλληλογραφίας - Brexit

Το Brexit μετά τις πρώτες αντιδράσεις και φόβους που είχε αρχικά δημιουργήσει, είναι ξεκάθαρο ότι έχει και άλλες σημαντικές παραμέτρους που δεν είχαν συνυπολογιστεί, ούτε τους είχε δοθεί ιδιαίτερη προσοχή μέχρι τώρα.

Σχολιάζει ο Γιώργος Αναγνωστόπουλος

Η Βρετανία (βλ. Αγγλία…) ήταν μέχρι σήμερα εντός της ΕΕ ο ηγέτης μιας πολιτικής ή ενός πολιτικού κινήματος αν θέλετε, που έδινε την δυνατότητα σε όποια χώρα το επέλεγε, να τηρεί μία αμφίσημη πολιτική στάση μέσα στο πλαίσιο της Ένωσης.

Λόγω του ειδικού βάρους του Λονδίνου, το Βερολίνο και το Παρίσι ήταν υποχρεωμένα αυτό να το δεχθούν και συγχρόνως να ανεχθούν και τις υπόλοιπες χώρες που συντάσσονταν επιλεκτικά και κατά περίπτωση πίσω από το Λονδίνο.

Κύριοι εκφραστές αυτής της κίνησης στον νομισματικό τομέα ήταν η Δανία και η Σουηδία, που ως χώρες του οικονομικού πυρήνα της Ευρώπης, με γερά οικονομικά θεμέλια, είχαν αποφασίσει να ακολουθήσουν το παράδειγμα της Αγγλίας και να μην ενταχθούν στην Ευρωζώνη.

Οι υπόλοιπες χώρες (οι περισσότερες της Ανατολικής Ευρώπης και των Βαλκανίων) δεν είναι μέλη της Ευρωζώνης, όχι από πολιτική η νομισματική επιλογή, αλλά λόγω δικών τους οικονομικών συνθηκών.

Πέραν αυτού όμως, το Λονδίνο έδινε την δυνατότητα σε μία σειρά από χώρες (ειδικά στις πρώην Ανατολικές), να συντάσσονται μαζί του σε διάφορα θέματα όπως στο μεταναστευτικό, σε θέματα κοινοτικού προϋπολογισμού, η στην προσαρμογή της Εθνικής νομοθεσίας στο Ευρωπαϊκό κεκτημένο (ελευθερίες ατόμου και Τύπου, παιδεία κλπ.).

Η έξοδος της Αγγλίας από την ΕΕ και μάλιστα υπό τιμωρητικές, για να μην πω ταπεινωτικές συνθήκες, όπως διαφαίνεται, δείχνει να έχει πανικοβάλει αυτούς που κρυβόντουσαν πίσω της (π.χ. ο Όρμπαν της Ουγγαρίας, η Αυστρία με το μεταναστευτικό και πολύ σύντομα εκτιμάται ότι θα ακολουθήσει ο Κακζίνσκι της Πολωνίας) και έχει προβληματίσει σοβαρά τη Δανία και τη Σουηδία…

Η πρώτη αναμενόμενη αντίδραση των δύο Σκανδιναβικών χωρών είναι να συνδέσουν την ισοτιμία του εθνικού τους νομίσματος με το Ευρώ (ήδη το ανακοίνωσε η Ισλανδία που είναι υπό την εποπτεία και έλεγχο της Δανίας), με πιθανότερο μελλοντικό σενάριο κατάληξης την πλήρη ένταξη των δύο Σκανδιναβών στο ενιαίο ευρωπαϊκό νόμισμα.


Ο λόγος που θα αναγκάσει τους Σκανδιναβούς να ενταχθούν στην Ευρωζώνη (οι άλλοι δύο Είναι η Νορβηγία που δεν ανήκει στην ΕΕ και η Φιλανδία που είναι μέλος της Ευρωζώνης), είναι ότι οι αρχικοί λόγοι που τους οδήγησαν να απέχουν από το κοινό νόμισμα τείνουν να εκλείψουν, ή να υποχωρήσουν δραματικά.

Ο ένας ήταν η Βιωσιμότητα του Ευρώ και ο δεύτερος ήταν η δυνατότητα της χώρας να προβαίνει σε Ανεξάρτητη Νομισματική Πολιτική. Οι συνθήκες όμως έχουν αλλάξει, το Ευρώ επέζησε και έχει ταυτιστεί με την ύπαρξη της ΕΕ, ενώ από την άλλη η Κεντρική Ευρωπαϊκή Τράπεζα κάνει καλή δουλειά σε γενικές γραμμές.

Η ΕΚΤ έχει προσφέρει στις χώρες που συμμετέχουν στην Ευρωζώνη, νομισματική ασφάλεια και σταθερότητα έναντι επιθέσεων (καλή ώρα η επίθεση του Τζορτζ Σόρος στην αγγλική λίρα/στερλίνα) και η δημιουργία του Ευρώ εξαφάνισε το συναλλαγματικό κόστος (μετατροπή νομίσματος) ανάμεσα σε χώρες που οι οικονομικές συναλλαγές τους είναι κυρίως με χώρες της Ευρωζώνης σε ποσοστά 70 η 80%.

Το συμπέρασμα λοιπόν είναι ότι το Brexit θα έχει πολλά περισσότερα οφέλη για την ΕΕ από ότι είχε αρχικά εκτιμηθεί. Αντί να φέρει την αντισυσπείρωση που όλοι φοβόντουσαν, φέρνει τη συσπείρωση και ευθυγράμμιση των ευρωπαϊκών χωρών, διότι λειτούργησε το ένστικτο αυτοσυντήρησης των Ευρωπαίων.

Ένα άλλο θετικό αποτέλεσμα ήταν η συνειδητοποίηση από την πλευρά της γραφειοκρατίας των Βρυξελών, ότι η παρεμβατικότητά της σε τοπικά και εθνικά θέματα έχει όρια, τα οποία έχει ήδη ξεπεράσει. Άρα πρέπει να χαλαρώσει την παρεμβατική της πολιτική και να την περιορίσει στα μείζονα θέματα κοινού ενδιαφέροντος.

Αποδεικνύεται λοιπόν ότι το Brexit λειτούργησε ως το ξυπνητήρι της Ευρώπης, που είχε περιπέσει σε λήθαργο. Ανάγκασε την Ευρωπαϊκή Πολιτική Ηγεσία να συνειδητοποιήσει ότι η αναβλητικότητα αποφάσεων σε δύσκολα και καυτά θέματα τελείωσε.

Αν δεν παρθούν αποφάσεις σε μία σειρά δύσκολων αλλά καίριων θεμάτων για το παρόν και το μέλλον που εκκρεμούν, ώστε να προχωρήσει η Ευρωπαϊκή Ολοκλήρωση, τότε η Ευρώπη οδεύει στην διάλυση, κάτι που ευτυχώς κανένας πλην κάποιων λαϊκιστών δεν δείχνει να θέλει.

Αναγνώστες

Η Ιδιοφυΐα του Πλήθους

Υπάρχει αρκετή προδοσία, μίσος, βία, παραλογισμός στο μέσο άνθρωπο για να προμηθεύσει οποιοδήποτε στρατό, οποιαδήποτε μέρα. Kαι οι καλύτεροι στο φόνο είναι αυτοί που κηρύττουν εναντίον του. Kαι οι καλύτεροι στο μίσος είναι αυτοί που κηρύττουν αγάπη. Kαι οι καλύτεροι στον πόλεμο είναι τελικά αυτοί που κηρύττουν ειρήνη. Eκείνοι που κηρύττουν θεό, χρειάζονται θεό. Eκείνοι που κηρύττουν ειρήνη, δεν έχουν ειρήνη. Eκείνοι που κηρύττουν αγάπη, δεν έχουν αγάπη.

Προσοχή στους κήρυκες, προσοχή στους γνώστες, προσοχή σε αυτούς που όλο διαβάζουν βιβλία, προσοχή σε αυτούς που είτε απεχθάνονται τη φτώχεια, είτε είναι περήφανοι γι' αυτήν, προσοχή σε αυτούς που βιάζονται να επαινέσουν γιατί θέλουν επαίνους για αντάλλαγμα, προσοχή σε αυτούς που βιάζονται να κρίνουν, φοβούνται αυτά που δεν ξέρουν, προσοχή σε αυτούς που ψάχνουν συνεχώς πλήθη γιατί δεν είναι τίποτα μόνοι τους, προσοχή στο μέσο άνδρα και τη μέση γυναίκα, η αγάπη τους είναι μέτρια, ψάχνει το μέτριο. Αλλά υπάρχει ιδιοφυΐα στο μίσος τους, υπάρχει αρκετή ιδιοφυΐα στο μίσος τους για να σας σκοτώσει, να σκοτώσει τον καθένα. Δεν θέλουν μοναξιά, δεν καταλαβαίνουν τη μοναξιά, θα προσπαθήσουν να καταστρέψουν οτιδήποτε διαφέρει από το δικό τους. Μη βρισκόμενοι σε θέση να δημιουργήσουν έργα τέχνης, δεν θα καταλάβουν την τέχνη, θα εξετάσουν την αποτυχία τους, ως δημιουργών, μόνο ως αποτυχία του κόσμου. Mη βρισκόμενοι σε θέση να αγαπήσουν πλήρως, θα πιστέψουν ότι και η αγάπη σας είναι ελλιπής και τότε θα σας μισήσουν και το μίσος τους, θα είναι τέλειο... Σαν ένα λαμπερό διαμάντι, σαν ένα μαχαίρι, σαν ένα βουνό, σαν μια τίγρη. Όπως το κώνειο. Η καλύτερη τέχνη τους...

Tσαρλς Μπουκόφσκι

Related Posts with Thumbnails