7 Ιανουαρίου 2009

ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟ ΚΡΑΤΙΚΗΣ (ΤΡΟΜΟ)ΠΡΟΒΟΚΑΤΣΙΑΣ

                                                                           του Διόδοτου

Υπάρχουν φορές που η απαίτηση για κοινωνική αλλαγή δεν μπορεί να καναλιζαριστεί –βλ: εκτραπεί- μέσα από μίζερα «συγκεκριμένα αιτήματα» και «συγκεκριμένες προτάσεις». Διότι πώς να χωρέσουν σε …«συγκεκριμένα αιτήματα» οι απολύτως φυσιολογικές και αυτονόητες επιθυμίες των μαθητών (και των γονέων τους) για μια πραγματική δημόσια και δωρεάν παιδεία χωρίς τα εξοντωτικά ωράρια της χρηματοβόρας σημερινής; Ή για τη συνακόλουθη απαγόρευση της (παγκοσμίως ελληνικής -και πρωτοφανούς-πατέντας τής) παραπαιδείας; Ή για μια εκπαίδευση που θα ΕΞΑΣΦΑΛΙΖΕΙ ένα ΑΞΙΟΠΡΕΠΕΣ εργασιακό μέλλον (ήτοι σχετικά σταθερή εργασία με αποδοχές Ο.Ν.Ε. δηλ. υπερδιπλάσιες από τις σημερινές νεοελληνικές); Ή για μια κοινωνική προοπτική, χωρίς κομματική πελατοκρατεία, και χωρίς τέτοια, βυζαντινού επιπέδου, διαφθορά, που θα επιτρέπει σε έναν νέο να τρέφει μια στοιχειώδη αισιοδοξία; Ή απλώς για μια κοινωνία που δεν θα δολοφονεί δεκαπεντάχρονους αλλά, θα εκπληρώνει όσα διακηρύττουν υποκριτικά οι γραβατοεπιδειξίες «μάνατζερς» πολιτικάντηδές της, και όσα υπόσχονται με «νόημα» οι κίβδηλες διαφημίσεις της και το προωθούμενο «λάιφ στάϊλ» της; Τέτοιου είδους επιθυμίες δεν είναι καθόλου «επαναστατικές» αλλά απλώς μεταρρυθμιστικές, αφού έχουν εκπληρωθεί ειρηνικότατα σε χώρες μικρότερες και με πολύ λιγότερες προδιαγραφές από την Ελλάδα. Ωστόσο εδώ απειλούν το «σύστημα» με κατάρρευση. Σε αυτές τις περιπτώσεις ο στημένος κοινοβουλευτικός κοινωνικός έλεγχος και οι εξίσου στημένες διαδικασίες του (π.χ. κομματικός συνδικαλισμός, θεατρινίστικες αναμετρήσεις στο Μπουρδελοβούλιο, υποκριτική, δημοσιογραφικώς εκχεόμενη εκτόνωση της κοινωνικής δυσαρέσκειας και λοιπές μορφές πολιτικής «ευπρέπειας») μπαίνουν στο περιθώριο. Και η σοφή οργή των δυσαρεστημένων, που έχουν επιτέλους χάσει τις αυταπάτες τους -και την υπομονή τους- ξεχειλίζει στους δρόμους.

Για πρώτη φορά μετά το Πολυτεχνείο του 1973, είδαμε ΓΕΝΙΚΕΥΜΕΝΕΣ, ΣΤΟΧΕΥΜΕΝΕΣ και άρα συνειδητοποιημένες ενέργειες τού εξεγερμένου κομματιού τής κοινωνίας: εμπρησμοί θεσμοποιημένων τοκογλύφων (τραπεζών) και εκχωρημένων στα ιδιωτικά συμφέροντα δημοσίων περιουσιακών στοιχείων (πρώην δημοσίων υπηρεσιών), λεηλασίες καρτελοοργανωμένων μαφιόζων της αγοράς (σούπερ μάρκετς), θρυψάλιασμα των προκλητικών συμβόλων τής νεόπτωχης ψευδοευημερίας (πολυκαταστημάτων, εμπορικών κέντρων κλπ.). Για πρώτη φορά μετά το 1973 έγινε κατανοητό σε μεγάλο κομμάτι του πληθυσμού ότι η μόνη γλώσσα που καταλαβαίνει και –φοβάται- η εξουσία, είναι η ΦΑΝΕΡΗ και ΓΕΝΙΚΕΥΜΕΝΗ βία των οδοφραγμάτων. Οι περισσότεροι, η λεγόμενη σιωπηλή πλειοψηφία, τάσσονται ανεπιφύλακτα με τους αναρχικούς που απαλλοτριώνουν σούπερ μάρκετς και ανακατανέμουν τα αγαθά σε λιμοκτονούντες συνταξιούχους, ή με τους ανήλικους διαδηλωτές, που πυρπολούν τις βδέλλες τράπεζες. Σε μια τέτοια, δεινή για την εξουσία, κατάσταση, οι συνήθεις φτωχές προβοκάτσιες των κουκουλοασφαλιτών που έσπαγαν πέντε μικρομάγαζα και μετά σφύραγαν σε μετανάστες, ή πρεζόνια για να τα λεηλατήσουν, δεν επαρκούν για να αμαυρώσουν τους εξεγερμένους και να αντιστρέψουν το άσχημο, για τους διαχειριστές της εξουσίας, κοινωνικό κλίμα. Ούτε για να ελέγξουν αποτελεσματικά την ΕΙΚΟΝΑ της βίας (είναι γνωστό ότι όλες τις μέρες των πανελλαδικών «μαθητικών» ταραχών κανείς δεν περίμενε να …ενημερωθεί από τα παντελώς αναξιόπιστα και μπατσοκατευθυνόμενα Μ.Μ.Ε. αλλά όλοι ενημερώνονταν αντικειμενικά και έγκυρα από το ελεύθερο –προς το παρόν…- διαδίκτυο) .

Σε μια τέτοια περίπτωση ο έλεγχος της βίας και τής ΕΙΚΟΝΑΣ της, πρέπει να περάσει σε πιο …έμπειρα χέρια: αυτά των μυστικών υπηρεσιών και των διαφόρων παραρτημάτων τους δηλ. των μυστικών «επαναστατικών» οργανώσεων, που έχουν συστήσει. Το αντάρτικο πόλης (συκοφαντημένο και ως «τρομοκρατία») είναι μια τακτική που πρωτοδοκίμασαν οι –ως συνήθως πρωτοπόροι- αναρχικοί στα τέλη του 19ου αιώνα και την οποία εγκατέλειψαν στις αρχές του 20ου, μόλις είδαν τα αδιέξοδά της. Αντιθέτως η – εσαεί καθυστερημένη διανοητικά - αριστερά «επανανακάλυψε» το αντάρτικο πόλης κάμποσες δεκαετίες μετά (στη δεκαετία του 1970). Το θέμα είναι ότι ταυτόχρονα με την θλιβερά καθυστερημένη αριστερά, ανακάλυψαν το αντάρτικο πόλης -ως πραγματικά σωτήρια μέθοδο- οι μυστικές υπηρεσίες χωρών όπως η Ιταλία, η Γερμανία και η… Ελλάδα.

Θα παραθέσω μερικά αποσπάσματα από την απολύτως κορυφαία μελέτη περί τού φαινομένου τής «επαναστατικής» τρομοκρατίας. Ένα βιβλίο γραμμένο με κλασική λιτή καθαρότητα, αντάξια αρχαιοελληνικού πολιτικού συγγράμματος (άλλωστε ο συγγραφέας του διαθέτει ισχυρή ελληνική και λατινική πνευματική βάση). Πρόκειται για το απαγορευμένο στην πατρίδα του Ιταλία, «Περί της Τρομοκρατίας και του Κράτους» (1979), τού σιτουασιονιστή αναρχικού Τζιανφράνκο Σανγκουινέτι (εκτός από την απαγόρευση του βιβλίου, ο συγγραφέας κυνηγήθηκε από το ιταλικό ευρωσταλινικό Κ.Κ., το οποίο οργάνωσε μια απόπειρα δολοφονίας του αλλά, δέχτηκε και τα ιδεολογικά πυρά της Ιταλικής Αναρχικής Ομοσπονδίας επειδή σχολίασε δυσμενώς ορισμένες απαρχαιωμένες θέσεις της).

Έτσι θα γίνει αντιληπτό έως πού μπορεί να φτάσει το Κράτος, το ησιόδειο αυτό αδέρφι τού Φόβου και της Βίας, προκειμένου να σώσει την πληγείσα υπόληψη των παντελώς αναξιόπιστων ταγών και θεσμών του. Αλλά και να συσπειρώσει γύρω του τον χαμερπή συρφετό των «αγανακτισμένων» -και χεσμένων- «νοικοκυραίων». Π.χ. φυτεύοντας θανάσιμες σφαίρες ακόμα και σε δικούς του υπαλλήλους, είτε πρόκειται για ένα αναλώσιμο μπικουτί του πολιτικού Θεάματος (βλ. Μπακογιάννης ), είτε για έναν ασήμαντο -και εξίσου αναλώσιμο- δάρτη συνταξιούχων, ΜΑΤατζή.

Ούτως ή άλλως για την τρομοπροβοκάτσια επιβεβαιώνεται αυτό που έλεγε και ο Γκυ Ντεμπόρ: «μέσα στον πραγματικά ανεστραμμένο κόσμο (σ.σ. του Θεάματος) το αληθινό είναι μια στιγμή του ψεύτικου».

(Σημείωση: όπου διαβάζετε «Ερυθρές Ταξιαρχίες», αντικαθιστάτε με «17 Νοέμβρη», ή οποιοδήποτε άλλο καλοστημένο ημεδαπό παράρτημα τής Ε.Υ.Π.. Επίσης όπου διαβάζετε ονόματα «θυμάτων» της ιταλικής τρομοπροβοκάτσιας, αντικαθιστάτε με «δικούς» μας, «Παύλους», «Διαμαντήδες» κλπ. Αυτό αρκεί για να ανταμειφθείτε με μιά χωρίς κενά –και, κυρίως, πειστική- ανάλυση της ελληνικής μεταπολιτευτικής κατάστασης).

 

ΤΖΙΑΝΦΡΑΝΚΟ ΣΑΝΓΚΟΥΙΝΕΤΙ – ΠΕΡΙ ΤΡΟΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΚΑΙ ΚΡΑΤΟΥΣ

(εκδόσεις ύψιλον/βιβλία, Αθήνα 1982, μετάφραση Κώστας Κουρεμένος)

«Όλες οι πράξεις τρομοκρατίας, υπήρξαν ή είναι είτε επιθετικές, είτε αμυντικές πράξεις. Για παράδειγμα επιθετικές πράξεις τρομοκρατίας είναι οι απόπειρες των Παλαιστινίων και των Ιρλανδών. Αντίθετα, αμυντικές είναι για παράδειγμα, η βόμβα της πλατείας Φοντάνα ή η απαγωγή του Άλντο Μόρο.

Στην επιθετική τρομοκρατία προσφεύγουν οι απελπισμένοι και οι πλανημένοι . Στην αμυντική τρομοκρατία, αντίθετα, προσφεύγουν πάντα και μόνο τα κράτη, είτε επειδή βρίσκονται βαθιά μέσα σε μια σοβαρή κοινωνική κρίση, όπως το ιταλικό κράτος, είτε επειδή τη φοβούνται, όπως το γερμανικό κράτος (σ.σ.: ανέκαθεν και το ελληνικό κράτος φοβόταν τα χειρότερα).

Η αμυντική τρομοκρατία των Κρατών ασκείται είτε άμεσα είτε έμμεσα. Αν τα Κράτη προσφύγουν στην άμεση τρομοκρατία, αυτή πρέπει να στραφεί εναντίον του πληθυσμού. Αν, αντίθετα, τα Κράτη αποφασίσουν να ανατρέξουν σε μιαν έμμεση τρομοκρατία, αυτή πρέπει να φαίνεται πως στρέφεται εναντίον τους –όπως για παράδειγμα συνέβη στην υπόθεση Μόρο.

Όλες οι μυστικές τρομοκρατικές ομαδούλες οργανώνονται και διευθύνονται από μιαν ιεραρχία κρυφή και στους ίδιους τους αγωνιστές της παρανομίας, που καθρεφτίζει τέλεια τον καταμερισμό δουλειάς και των ρόλων, όπως τον βρίσκουμε σ’ ετούτη την κοινωνική οργάνωση: πάνω αποφασίζουν, κάτω εκτελούν. Η ιδεολογία και η στρατιωτική πειθαρχία προφυλάσσουν την αληθινή ηγεσία από κάθε κίνδυνο και την βάση από κάθε υποψία. Οποιαδήποτε μυστική υπηρεσία μπορεί να σκαρώσει μιαν «επαναστατική» ονομασία και να διαπράξει ορισμένες απόπειρες που θα καλοδιαφημιστούν από τον τύπο. Ξεκινώντας από αυτές θα της είναι εύκολο να συμπήξει μια μικρήν ομάδα από αφελείς αγωνιστές και να την διευθύνει με την μεγαλύτερη ασυδοσία. Μα στην περίπτωση μιας τρομοκρατικής ομαδούλας που έχει ξεπηδήσει αυθόρμητα, τίποτα στον κόσμο δεν είναι πιο εύκολο για τα ειδικά σώματα του Κράτους από το να παρεισφρύσουν σ’ αυτήν και, χάρη στα μέσα που διαθέτουν και στην άκρα ελευθερία ελιγμών που έχουν, να φτάσουν σε απόσταση βολής από την αρχική ηγεσία και να πάρουν τη θέση της, είτε με συγκεκριμένες συλλήψεις την κατάλληλη στιγμή, είτε με το σκότωμα των πρώτων αρχηγών. Αυτό κατά κανόνα γίνεται σε μιαν ένοπλη σύγκρουση με τις «δυνάμεις της τάξης», που έχουν ειδοποιηθεί για την επιχείρηση από τους ανθρώπους τους μέσα στην οργάνωση. (σ.σ. σας θυμίζουν όλα αυτά -που υπενθυμίζω ότι γράφηκαν το 1979- τον τρόπο «εξάρθρωσης» της 17 Νοέμβρη, λίγο πριν τα… olympic games τού 2004;)

Από εδώ και πέρα οι παράλληλες υπηρεσίες του Κράτους μπορούν να διαθέτουν όπως τους αρέσει έναν απόλυτα αποτελεσματικό οργανισμό, φτιαγμένο από απλοϊκούς ή φανατικούς αγωνιστές, που το μόνο που ζητάει είναι να τον κατευθύνουν. Η αρχική τρομοκρατική ομαδούλα, που είχε γεννηθεί από τις αυταπάτες των μελών της γύρω από τις δυνατότητες μιας αποτελεσματικής στρατηγικής επίθεσης, αλλάζει εγκεφάλους και γίνεται απλά και μόνο ένα αμυντικό παράρτημα του κράτους. Από την πλατεία Φοντάνα ως την απαγωγή του Μόρο, αυτό που άλλαξε ήταν μόνο οι στόχοι που χτύπησε κάθε φορά η αμυντική τρομοκρατία, αλλά εκείνο που δεν μπορεί ποτέ να αλλάξει στην άμυνα είναι ο σκοπός. Και ο σκοπός έχει πράγματι μείνει ο ίδιος: δηλ. να πιστέψει όλος ο πληθυσμός, που πια δεν ανέχεται, ή πολεμάει αυτό το Κράτος, πως έχει τουλάχιστον έναν εχθρό από κοινού με αυτό, απ’ τον οποίο το Κράτος τον προστατεύει, φτάνει να μην αμφισβητείται από κανένα. Ο πληθυσμός που είναι γενικά εχθρικός προς την τρομοκρατία, κι όχι αναίτια, πρέπει λοιπόν να συμφωνήσει πως τουλάχιστο σ’ αυτό, έχει ανάγκη το Κράτος, στο οποίο όμως πρέπει να εκχωρήσει τις πιο πλατιές εξουσίες ώστε να μπορέσει αυτό να αντιμετωπίσει με νεύρο το επίπονο έργο της κοινής άμυνας μπροστά σε έναν εχθρό σκοτεινό, μυστήριο, ύπουλο, ανελέητο και, με μια λέξη, χιμαιρικό. Χωρίς την κακία του Διαβόλου, η άπειρη αγαθοσύνη του Θεού δεν θα μπορούσε να φανερωθεί και να εκτιμηθεί όσο πρέπει.

Το Κράτος εξασθενημένο στο έπακρο από όλες τις επιθέσεις που δέχεται, αυτό και η οικονομία του εδώ και δέκα χρόνια καθημερινά, από το προλεταριάτο από τη μια μεριά και από την αναξιότητα των δικών του διαχειριστών από την άλλη (σ.σ.: βλ. το ελληνικό κράτος της τελευταίας τουλάχιστον δεκαπενταετίας), βρίσκει έτσι έναν τρόπο να σωπαίνει και για το ένα και για το άλλο: αναλαμβάνει με επισημότητα να σκηνοθετήσει το θέαμα της πανίερης άμυνας μπροστά στο τέρας της τρομοκρατίας.

Η τρομοκρατία και η «έκτακτη ανάγκη», η κατάσταση αδιάκοπης έκτακτης ανάγκης και «επιφυλακής» αυτά είναι τα μόνα υπαρκτά προβλήματα. Όλα τα υπόλοιπα αποτραβιώνται, ξανασπρώχνονται πίσω στο κοινωνικό ασυνείδητο, μπροστά στη σοβαρότητα του ζητήματος της «δημόσιας τάξης». Και μπροστά στο καθολικό καθήκον της υπεράσπισής της, όλοι καλούνται να γίνουν καταδότες, δειλοί, η ανανδρία γίνεται υπέρτατη αρετή, ο φόβος πάντα δικαιολογείται, το μόνο «θάρρος» που δεν σε ατιμάζει είναι το να εγκρίνεις και να υποστηρίζεις όλα τα ψέματα, τις υπερβασίες και τις ανομίες του Κράτους. Αφού η σημερινή κρίση δεν αφήνει απ’ έξω καμία χώρα του πλανήτη, δεν υπάρχει πια κανένα γεωγραφικό σύνορο της ειρήνης και του πολέμου, της ελευθερίας και της αλήθειας: αυτό το σύνορο περνάει μάλλον από το εσωτερικό κάθε χώρας και το κάθε Κράτος παίρνει τα όπλα και κηρύχνει τον πόλεμο στην αλήθεια.

Όλοι λοιπόν θα συμφωνήσουν πως το Κράτος δεν μπορεί να κάτσει να το δολοφονήσουν χωρίς να αμυνθεί: και όποιο και να είναι το τίμημα, αυτή η άμυνα είναι ιερό και επιτακτικό καθήκον του καθενός. Κι αυτό γιατί η Δημοκρατία είναι δημόσια, το Κράτος είναι ολονών.

Γι’ αυτό και μόνο τράβηξε σε τέτοιο μάκρος το ψυχομάχημα του Μόρο, ώστε να μπορέσει ο καθένας να παρακολουθήσει με άνεση όλο το θέαμα της απαγωγής (σ.σ. από τις Ερυθρές Ταξιαρχίες) καθώς και την προσποιητή συζήτηση γύρω από τις διαπραγματεύσεις, διαβάζοντας περίπαθα γράμματα και ανελέητα μηνύματα από τις σκιώδεις Κόκκινες Ταξιαρχίες, που θα συγκέντρωναν την περιφρόνηση του απλοϊκού κόσμου και των μωρών ανθρώπων, δίνοντας έτσι σε όλη την υπόθεση μια κάποια σαθρή αληθοφάνεια και στο συλλογικό ψυχόδραμα έναν λόγο για να εκδηλωθεί. Στο μεταξύ η άπραγη παρακολούθηση και η γενική παθητικότητα θα παρέμεναν αδιατάραχτες και αυτό είναι που μετράει περισσότερο.

Όλοι επομένως είναι θελημένα, ή αθέλητα θύματα αυτού του νιοστού ψέματος του Κράτους: οι εξωκοινοβουλευτικοί και οι αριστεροί διανοούμενοι παραδέχονται βέβαια πως το Κράτος χρησιμοποιεί πάντα την τρομοκρατία, κατόπιν εορτής, μα δεν μπορούν να καταλάβουν πώς μπορεί το ίδιο να προσφύγει στη τρομοκρατία, σκοτώνοντας τον πιο «εξέχοντα» εκπρόσωπό του. Να λοιπόν γιατί μιλάω για ιστορική άγνοια: κανένας δεν γνωρίζει χίλια μύρια παραδείγματα όπου Κράτη που βρίσκονταν σε κρίση κοινωνική, εξόντωσαν ακριβώς τους πιο προφανείς εκπροσώπους τους, με την πρόθεση και την ελπίδα να ξεσηκώσουν και να διοχετεύσουν κατάλληλα μια γενική –μα συνήθως εφήμερη- αγανάκτηση εναντίον των εξτρεμιστών και των δυσαρεστημένων. Για να μην αναφέρω παρά μόνο ένα ανάμεσα στα χίλια τέτοια ιστορικά παραδείγματα, θα θυμίσω πως οι τσαρικές μυστικές υπηρεσίες, η επίφοβη Οχράνα, έβαλε να σκοτώσουν στις 28/7/1904 ούτε λίγο ούτε πολύ τον υπουργό Εσωτερικών Πλέχβε και επειδή δεν τους φάνηκε τούτο αρκετό, έβαλαν λίγο αργότερα και σκότωσαν στις 17/2/1905, τον μεγάλο δούκα Σέργιο, θείο του τσάρου, άντρα με μεγάλη επιρροή και αρχηγό της στρατιωτικής περιφέρειας της Μόσχας (σ.σ. και θα κόλωναν οι «δικοί» μας τής Ε.Υ.Π. / 17 ΝΟΕΜΒΡΗ/ «ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΟΥ» ΑΓΩΝΑ, μπροστά στον κάθε εφεδρικό κομματικό δελφίνο, ή στον κάθε ασήμαντο μπατσάκο που δέρνει συνταξιούχους και χουφτώνει συλληφθείσες μαθήτριες;)

Κι όπως και να’ χει πρέπει να σημειώσουμε πως μια εξουσία που βρίσκεται σε δύσκολη θέση μοιάζει πάντα με κάθε άλλη εξουσία που βρίσκεται σε δύσκολη θέση, όπως μοιάζουν πάντα η συμπεριφορά τους και ο τρόπος που ενεργούν»..

Οποιεσδήποτε (παν)ομοιότητες με την σημερινή κατάσταση στην Ελλάδα είναι μήπως εντελώς συμπτωματικές; Είναι τυχαίο που ο Διαμαντής (όχι το φιδάκι αλλά ο ΜΑΤατζής που δέρνει συνταξιούχους και μαθήτριες), πυροβολήθηκε από την ΕΥΠ / «ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΟ» ΑΓΩΝΑ, λίγο πριν το τέλος των χριστουγεννιάτικων σχολικών διακοπών και την –προαναγγελθείσα- επιστροφή των οργισμένων μαθητών, όχι στα μίζερα και αδιέξοδα θρανία αλλά, στους δρόμους;

Είναι τυχαίο;

3 σχόλια:

  1. Μας λες ψέμα για ηλικία πάππου, αρρώστια γιαγιάς, αντάρτες συμπεθέρους που σκότωσαν πάππου. Μας έδιωξες Ιάκωβο και επίβαλλες Ομπαμα. Μας λες ψεμα για την αίτια του κρυολόγημα. Μας λες ψεμα για τα λογια του Χριστού και του Περικλή. Έπρεπε να σε σφαλιαρωνα οταν θρηνουσες κόκκινο τράγο που μας αραπωσες. Μας λες ψεμα για τη ενοχεια Βενιζέλου στη Σμύρνη. Μας λεσ ψεμα για χαρεμι δασκαλιτσες του επιθεωρητή. Μας λες ψεμα για τη χορωδία και στασίδι. Θα φας τώρα στάχτη απο ρουθούνι τη ψευτιά Ιππως Τρωης που μας λες τύπους και κομπλεκτικους που δεν ανεχόμαστε τη κατεργαριά σου.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Καλό και σωστό!
    Το βιβλίο αυτό θα έπρεπε να ξανακυκλοφορήσει, ή τουλάχιστον να σκαναριστεί και να μπει στο ίντερνετ

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Πράγματι, είναι ένα βιβλίο από αυτά που γράφονται μια φορά κάθε τριάντα χρόνια. Αν θέλει ο Κλείτορας να τού δώσω το δικό μου αντίτυπο να το σκανάρει, πολύ ευχαρίστως.

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Σκέψου δυο φορές πριν σχολιάσεις. Διαβάζεις ένα διαδικτυακό προσωπικό ημερολόγιο του οποίου η ανάγνωση ΔΕΝ είναι υποχρεωτική. Βαριέμαι τ' ανούσια μπλα μπλα και δαγκώνω όταν μου χαλάνε την ησυχία. Θα μπορούσα να έχω κλείσει τον σχολιασμό αλλά ακόμα νομίζω πως υπάρχουν κάποιοι που όντως έχουν κάτι να πουν κι εύχομαι να είσαι ένας από αυτούς αλλά οι πιθανότητες είναι λίγες και γι αυτό σου λέω: Για να μην σε φάει η μαρμάγκα σκέψου δυο φορές πριν σχολιάσεις, σαν να δίνεις εξετάσεις. Αλλιώς άστο καλύτερα!

Αναγνώστες

Η Ιδιοφυΐα του Πλήθους

Υπάρχει αρκετή προδοσία, μίσος, βία, παραλογισμός στο μέσο άνθρωπο για να προμηθεύσει οποιοδήποτε στρατό, οποιαδήποτε μέρα. Kαι οι καλύτεροι στο φόνο είναι αυτοί που κηρύττουν εναντίον του. Kαι οι καλύτεροι στο μίσος είναι αυτοί που κηρύττουν αγάπη. Kαι οι καλύτεροι στον πόλεμο είναι τελικά αυτοί που κηρύττουν ειρήνη. Eκείνοι που κηρύττουν θεό, χρειάζονται θεό. Eκείνοι που κηρύττουν ειρήνη, δεν έχουν ειρήνη. Eκείνοι που κηρύττουν αγάπη, δεν έχουν αγάπη.

Προσοχή στους κήρυκες, προσοχή στους γνώστες, προσοχή σε αυτούς που όλο διαβάζουν βιβλία, προσοχή σε αυτούς που είτε απεχθάνονται τη φτώχεια, είτε είναι περήφανοι γι' αυτήν, προσοχή σε αυτούς που βιάζονται να επαινέσουν γιατί θέλουν επαίνους για αντάλλαγμα, προσοχή σε αυτούς που βιάζονται να κρίνουν, φοβούνται αυτά που δεν ξέρουν, προσοχή σε αυτούς που ψάχνουν συνεχώς πλήθη γιατί δεν είναι τίποτα μόνοι τους, προσοχή στο μέσο άνδρα και τη μέση γυναίκα, η αγάπη τους είναι μέτρια, ψάχνει το μέτριο. Αλλά υπάρχει ιδιοφυΐα στο μίσος τους, υπάρχει αρκετή ιδιοφυΐα στο μίσος τους για να σας σκοτώσει, να σκοτώσει τον καθένα. Δεν θέλουν μοναξιά, δεν καταλαβαίνουν τη μοναξιά, θα προσπαθήσουν να καταστρέψουν οτιδήποτε διαφέρει από το δικό τους. Μη βρισκόμενοι σε θέση να δημιουργήσουν έργα τέχνης, δεν θα καταλάβουν την τέχνη, θα εξετάσουν την αποτυχία τους, ως δημιουργών, μόνο ως αποτυχία του κόσμου. Mη βρισκόμενοι σε θέση να αγαπήσουν πλήρως, θα πιστέψουν ότι και η αγάπη σας είναι ελλιπής και τότε θα σας μισήσουν και το μίσος τους, θα είναι τέλειο... Σαν ένα λαμπερό διαμάντι, σαν ένα μαχαίρι, σαν ένα βουνό, σαν μια τίγρη. Όπως το κώνειο. Η καλύτερη τέχνη τους...

Tσαρλς Μπουκόφσκι

Related Posts with Thumbnails