7 Νοεμβρίου 2010

Νεκύδαλλος

Ήταν πολύ αργά μετά τα μεσάνυχτα, λίγο πριν τα ξημερώματα θα πρέπει να ήταν. Ο πατέρας δεν είχε ησυχάσει όλο το βράδυ, τον άκουγα μέσα στον ύπνο μου που στριφογύρναγε αλλά πριν από λίγο σηκώθηκε και η μάνα κι ας ήταν μαύρα μεσάνυχτα. Κάποιοι λίγοι ψίθυροι ακούστηκαν μεταξύ τους δίπλα στο μισοσβησμένο τζάκι πιο πολύ από την μητέρα που ψέλλιζε κάποιες αντιρρήσεις μάλλον. Ο πατέρας δεν μιλούσε παρά μόνο ακούστηκε κανα δυο φορές να ψιθυρίζει «δεν γίνεται αλλιώς» και «τα ξέρεις τώρα, με ξέρεις έτσι είμαι δεν μπορώ αλλιώς». Μετά από λίγο η μάνα σηκώθηκε αμίλητη έβγαλε από την ντουλάπα το πράσινο μικρό σακίδιο ώμου κι άρχισε να το γεμίζει. Ήξερα πολύ καλά τι σημαίνει το γέμισμα αυτού του σακιδίου τέτοια εποχή στην χάση πάντα του φεγγαριού. Δεν ήταν η πρώτη φορά που συνέβαινε και μας είχε γίνει κάπως σαν μια συνηθισμένη έκπληξη αυτή η ετοιμασία. Δεν ξέραμε πότε ακριβώς θα συμβεί δεν γνωρίζαμε πότε ακριβώς το σακίδιο θα βγει από την ντουλάπα όπου καταχωνιασμένο περνούσε τον περισσότερο χρόνο ξέραμε όμως πως κάποια στιγμή στις αρχές του χειμώνα με την χάση του φεγγαριού θα ξανασυμβεί. Αυτό ήταν το μόνο σίγουρο.

Στο διπλανό κρεβάτι η μικρότερη αδερφή μου στριφογύρισε ξυπνώντας από το ανοιγόκλειμα των συρταριών και με τα μάτια μισόκλειστα ακόμα από το βάρος του ύπνου, ανακάθισε στο κρεβάτι. Δεν μίλησε ούτε αυτή. Το είχε ξαναζήσει, ήξερε και αυτή τι συμβαίνει και δεν ρώτησε τίποτα, μόνο σηκώθηκε και τράβηξε για την κουζίνα όπου έβαλε νερό να βράσει τσάι. Σηκώθηκα κι εγώ ντύθηκα και τράβηξα για το τζάκι να ζεσταθώ και να πιω ένα τσάι. Η μάνα είχε ήδη γεμίσει τον σάκο τον απίθωσε πάνω στο τραπέζι κι ήρθε να πιει το τσάι της μαζί μας αφού πρώτα αναζωπύρωσε την φωτιά στο τζάκι προσθέτοντας μερικά ξύλα. Νοέμβρης μήνας, ο χειμώνας είχε αρχίσει να δείχνει τα δόντια του για τα καλά κι εμείς οι τρεις καθισμένοι δίπλα στην φωτιά σκυμμένοι από πάνω της πίναμε το ρόφημα κρατώντας την ζεστή κούπα ανάμεσα στις χούφτες μας χωρίς να μιλάμε χωρίς να κοιτάμε ο ένας τον άλλον μέχρι που η μάνα γύρισε και μ’ εκείνο το τρυφερό βλέμμα χαϊδεύοντάς μου τ’ αχτένιστα από τον ύπνο μαλλιά μου είπε να πάω να βοηθήσω τον πατέρα. Σηκώθηκα σαν αυτόματο, δεν χρειαζόταν να μου πει κάτι άλλο. Ήξερα που θα τον βρω, φόρεσα το χοντρό χειμωνιάτικο μπουφάν κι ανοίγοντας την πόρτα κίνησα για τον σταύλο. Ήταν κρύα η νύχτα και το αγιάζι μου πάγωσε μεμιάς το πρόσωπο και τ’ αυτιά μέχρι να φτάσω στον σταύλο. Ο πατέρας είχε ήδη σελώσει τον Σαϊτά τον κόκκινο πανέμορφο βαρβάτο επιβήτορα αγαπημένο φίλο κι αδελφό (έτσι τον έλεγε) του πατέρα μου και τώρα σαμάρωνε και την Φελέκα μια νιά φοραδίτσα της αδελφής μου καμάρι, δύο χρονών, γέννημα του Σαϊτά κι αυτή όπως και το τρίτο άλογο της οικογένειας, ο δικός μου, ο Μελτέμης. Μπαίνοντας δεν ρώτησα ούτε είπα τίποτα. Θες από αμηχανία, θες από δυστροπία, θες από σεβασμό, θες από συνήθεια, θες από γνώση ή απόγνωση, δεν μίλησα. Και τι να πω άραγε; Ήξερα τι ακριβώς συμβαίνει πάλι οπότε το ήξερα κι αυτό, τα λόγια ήταν περιττά.

Ο πατέρας αμίλητος κι αγέλαστος φαινόταν τεράστιος σαν γίγαντας όταν γύρισε το κεφάλι και με κοίταξε για ένα κλάσμα του δευτερολέπτου μ’ εκείνο το άγνωστο σκοτεινό βλέμμα του φευγιού που με γέμιζε είναι η αλήθεια τρόμο, δέος, προκαλώντας μου ρίγη στο κορμί και μου έδειξε χωρίς να μιλήσει τα τέσσερα δισάκια που κρεμόντουσαν στο καρφί. Τα πήρα ένα ένα και τα φόρτωσα στην Φελέκα. Μήλα, πορτοκάλια, λίγο αλεύρι, αλάτι, ελιές, λίγο τυρί, λαρδί, παξιμάδια, καρύδια, μέλι, κρεμμύδια, δυο υπνόσακοι και τις δυο χοντρές μάλλινες κουβέρτες που σκεπάζει τ’ άλογα τις κρύες νύχτες. Τα φόρτωσα όλα, τα έλεγξα αν είναι όλα εντάξει κι έμεινα να τον κοιτάζω αμίλητος. Τα υπάρχοντά του όπως τα έλεγε ήταν ήδη έτοιμα. Είχε φορέσει και την ζώνη με το μαχαίρι του, την πυξίδα, τους χάρτες, την φλογέρα και το παγούρι, είχε κουμπώσει στην θήκη της σέλας και το παλιό δίκαννο και τώρα διάλεγε μερικά φυσίγγια να πάρει μαζί. Τελειώνοντας και αυτός γύρισε προς το μέρος μου με χτύπησε ελαφρά στον ώμο και μ’ ένα αχνό αδιόρατο χαμόγελο που μόνο αν ήξερες καλά τον πατέρα μου μπορούσες να το αντιληφθείς, κινήσαμε αμίλητοι για το σπίτι δίπλα. Η μάνα μου είχε σφίξει τα χείλια και περίμενε κρατώντας το πανωφόρι της κλειστό μπροστά στην κοιλιά με τα χέρια ενώ η αδελφή μου κράταγε την αρχαία (από πάππου προς πάππου) ταξιδιωτική τσάντα του πατέρα στον κόρφο της με τρόπο ανθρώπου που αγκαλιάζει τα ιερά και τα όσια. Το χειρότερο απ’ όλα ήταν αυτή η ησυχία. Από την μια η απόκοσμη ησυχία της νύχτας λίγο πριν την αυγή και από την άλλη η σιωπή όλων μας, δημιουργούσε ένα κλίμα που δύσκολα το άντεχα μα ήξερα πως κι αυτό δεν αλλάζει. Θυμάμαι και πιο μικρός που ήμουν όταν σε ανάλογες περιπτώσεις μιλούσα διαρκώς προσπαθώντας να πάρω απαντήσεις κανείς δεν μου έδινε σημασία. Μόνο μια φορά η μάννα μού είπε αυστηρά πως θα καταλάβω όταν μεγαλώσω, σαν να μου έλεγε να πάψω να μιλώ και θα πάρω τις απαντήσεις από την ζωή.

Το πρώτο λάλημα του κόκορα βρήκε τον πατέρα μου με την χλαίνη καβάλα στ’ άλογο κι εμάς από το μπαλκόνι στο ανώι να τον χαιρετάμε κουνώντας το χέρι. Έστριψε στην γωνιά του σπιτιού και χάθηκε μπρος αυτός καβάλα περήφανος στον Σαϊτά κι από πίσω φορτωμένη η Φελέκα με τα όμορφα καπούλια. Φαίνονταν όλοι τόσο μεγάλοι…, τόσο τεράστιοι σαν να βγήκαν από άλλο κόσμο, των γιγάντων. Εμείς ξαναμπήκαμε στο χειμωνιάτικο και πιάσαμε θέση στο παραγώνι ενώ η μάνα ήδη ετοίμαζε τηγανόψωμα με μέλι και τυρί για πρωινό. Πρόβλημα με το φευγιό του πατέρα δεν είχαμε. Πάντα φρόντιζε να έχουμε απ’ όλα κάθε φορά που έφευγε έτσι περίεργα μέσα στην αχλή του λυκόφωτος που έδινε στον κόσμο μια όψη μαγική. Έτσι ήταν ο πατέρας. Μας αγαπούσε μας πρόσεχε μας φρόντιζε μας είχε συνέχεια στο μυαλό του μα κάποιες φορές τέτοια εποχή γινόταν αλλόκοτος. Εκείνος ο πάντα χαμογελαστός άνθρωπος τέτοιες μέρες έχανε το γέλιο του, σκιές απλώνονταν στο πρόσωπό του, σκοτείνιαζε η πάντα φωτεινή ματιά του και ήταν τότε που κάθε φορά έπαιρνε τον ομματιόν του κι έφευγε για ακριβώς εννέα μέρες και πάντα τέτοια εποχή περίπου. Το είχαμε συζητήσει το θέμα όταν ήταν στις καλές του (σχεδόν όλον τον υπόλοιπο καιρό δηλαδή) ξέραμε όπως μας έλεγε πως δεν πάει πουθενά συγκεκριμένα μόνο τριγύριζε σε βουνά δύσκολα και σε μονοπάτια ξεχασμένα από τον καιρό. Ζούσε μας έλεγε την ζωή μαζί με τον ήλιο, τα βουνά, τα δέντρα, τα ποτάμια, τις σπηλιές, τις λίμνες και τα ρυάκια, τα ζώα, τα πουλιά και τους προγόνους μας. Αυτό με τους πρόγονούς μας ποτέ δεν το κατάλαβα ούτε μου το εξήγησε ποτέ και πάντα μου φαινόταν περίεργο γιατί ζούσαμε και όλοι μαζί στην φύση συνήθως τα καλοκαίρια, αλλά τότε ποτέ δεν ανέφερε τους πρόγονους παρά μόνο σαν ήταν να φύγει αυτές τις εννέα μέρες της μοναξιάς του. Πέρναγε μας έλεγε με μόνη του συντροφιά κι ελπίδα την φύση γύρω του αλλά στην πραγματικότητα κανείς δεν ήξερε τι ακριβώς έκανε και τι ακριβώς γινόταν. Κανείς από τα γύρω χωριά ή και μακρύτερα δεν τον είχε δει ποτέ σε αυτές του τις εξαφανίσεις. Τ’ αδέλφια του, οι θείοι μου, μας έλεγαν πως παλιά κανα δυο φορές προσπάθησαν να τον ακολουθήσουν από μακριά αλλά δεν τα κατάφεραν. Χανόταν ξαφνικά, εξαφανιζόταν σαν να εξαερωνόταν εκεί που κανείς δεν το περίμενε κι εμφανιζόταν πάλι από το πουθενά στο σπίτι στο ξημέρωμα της δέκατης μέρας, πάντα καβαλάρης.

Ήταν η εποχή της μεταμόρφωσης όπως την έλεγε η μητέρα. Γινόταν για λίγο κάμπια μας έλεγε, για να επιστρέψει κάθε φορά αναγεννημένος σαν πεταλούδα. Επέστρεφε κι ήταν πάλι ο μπαμπάς που ξέραμε, ο χαρούμενος, αισιόδοξος, ακάματος, διαφορετικός μπαμπάς που τέτοιο καιρό σαν να κλεινόταν στο κουκούλι του, χανόταν κι επέστρεφε την δέκατη μέρα με το ξημέρωμα σαν πεταλούδα με πολύχρωμα φτερά φέρνοντας πάντα μαζί του την χαρά της ζωής. Ξέραμε πως όταν επιστρέψει θα είναι εντελώς διαφορετικός από τούτη την δύσκολη νύχτα που έφυγε πάλι μέσα στο σκοτάδι. Ξέραμε πως όταν γυρίσει, πάντα στο ξημέρωμα της δέκατης μέρας, θα φωτίζει πάλι το πρόσωπο και το βλέμμα του και θα είναι αέρινες όπως πάντα οι κινήσεις του. Ξέραμε πως όταν επιστρέψει θα έχει πάλι κάτι καινούργιο να δημιουργήσει μια κάποια ιδέα ίσως ή μια λύση σε προβλήματα αλλά σίγουρα ό,τι κι αν ήταν αυτό θα ήταν πολύ καλό. Μετά από λίγο ακούσαμε το παλιό κεράτινο βούκινο του προ-προ-παππού που σάλπιξε μια φορά από το πάνω διάσελο. Σήμα του πατέρα πως θα τα ξαναπούμε σύντομα όταν το δέκατο πρωί με το δεύτερο λάλημα του κόκορα θα ξανακούσουμε το βούκινο τρεις φορές…

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σκέψου δυο φορές πριν σχολιάσεις. Διαβάζεις ένα διαδικτυακό προσωπικό ημερολόγιο του οποίου η ανάγνωση ΔΕΝ είναι υποχρεωτική. Βαριέμαι τ' ανούσια μπλα μπλα και δαγκώνω όταν μου χαλάνε την ησυχία. Θα μπορούσα να έχω κλείσει τον σχολιασμό αλλά ακόμα νομίζω πως υπάρχουν κάποιοι που όντως έχουν κάτι να πουν κι εύχομαι να είσαι ένας από αυτούς αλλά οι πιθανότητες είναι λίγες και γι αυτό σου λέω: Για να μην σε φάει η μαρμάγκα σκέψου δυο φορές πριν σχολιάσεις, σαν να δίνεις εξετάσεις. Αλλιώς άστο καλύτερα!

Αναγνώστες

Η Ιδιοφυΐα του Πλήθους

Υπάρχει αρκετή προδοσία, μίσος, βία, παραλογισμός στο μέσο άνθρωπο για να προμηθεύσει οποιοδήποτε στρατό, οποιαδήποτε μέρα. Kαι οι καλύτεροι στο φόνο είναι αυτοί που κηρύττουν εναντίον του. Kαι οι καλύτεροι στο μίσος είναι αυτοί που κηρύττουν αγάπη. Kαι οι καλύτεροι στον πόλεμο είναι τελικά αυτοί που κηρύττουν ειρήνη. Eκείνοι που κηρύττουν θεό, χρειάζονται θεό. Eκείνοι που κηρύττουν ειρήνη, δεν έχουν ειρήνη. Eκείνοι που κηρύττουν αγάπη, δεν έχουν αγάπη.

Προσοχή στους κήρυκες, προσοχή στους γνώστες, προσοχή σε αυτούς που όλο διαβάζουν βιβλία, προσοχή σε αυτούς που είτε απεχθάνονται τη φτώχεια, είτε είναι περήφανοι γι' αυτήν, προσοχή σε αυτούς που βιάζονται να επαινέσουν γιατί θέλουν επαίνους για αντάλλαγμα, προσοχή σε αυτούς που βιάζονται να κρίνουν, φοβούνται αυτά που δεν ξέρουν, προσοχή σε αυτούς που ψάχνουν συνεχώς πλήθη γιατί δεν είναι τίποτα μόνοι τους, προσοχή στο μέσο άνδρα και τη μέση γυναίκα, η αγάπη τους είναι μέτρια, ψάχνει το μέτριο. Αλλά υπάρχει ιδιοφυΐα στο μίσος τους, υπάρχει αρκετή ιδιοφυΐα στο μίσος τους για να σας σκοτώσει, να σκοτώσει τον καθένα. Δεν θέλουν μοναξιά, δεν καταλαβαίνουν τη μοναξιά, θα προσπαθήσουν να καταστρέψουν οτιδήποτε διαφέρει από το δικό τους. Μη βρισκόμενοι σε θέση να δημιουργήσουν έργα τέχνης, δεν θα καταλάβουν την τέχνη, θα εξετάσουν την αποτυχία τους, ως δημιουργών, μόνο ως αποτυχία του κόσμου. Mη βρισκόμενοι σε θέση να αγαπήσουν πλήρως, θα πιστέψουν ότι και η αγάπη σας είναι ελλιπής και τότε θα σας μισήσουν και το μίσος τους, θα είναι τέλειο... Σαν ένα λαμπερό διαμάντι, σαν ένα μαχαίρι, σαν ένα βουνό, σαν μια τίγρη. Όπως το κώνειο. Η καλύτερη τέχνη τους...

Tσαρλς Μπουκόφσκι

Related Posts with Thumbnails