1 Σεπτεμβρίου 2008

πεζο-τράγουδο

Καλοκαιράκι γαρ μου βγήκε μουσικά και σκέφτηκα να παίξω με τις λέξεις πάνω στην μουσική κλίμακα. Άλλοι αρέσκονται με τις νότες να γράφουν μουσική, εγώ είπα με τις ίδιες νότες να γράψω λέξεις. Λέξεις τυχαίες που μου ήρθαν στον μυαλό πρώτες επηρεασμένος από την καθημερινότητα.

Ντο, ρε, μι, φα, σολ, λα, σι, λοιπόν και χρησιμοποιήστε εσείς όποιο κλειδί σας αρέσει.

Ντο,

όπως ΝΤΟ-πάρισμα. Δεν είναι φαινόμενο που παρατηρείται μόνο στον αθλητισμό. Ντοπάρισμα υφίσταται γενικότερα στην κοινωνία και σαφώς δεν έχει σχέση μόνο με φάρμακα και αναβολικά. Στην θέση των φαρμάκων μπορούμε να βρούμε διάφορα πιθανά και απίθανα. Κοντραριζόμαστε με την τηλεόραση με το χρήμα με κάποια πιστεύω με κάποιες ιδέες με κάποιες θρησκείες αλλά και με κοινωνικά αξιώματα εργασιακές σχέσεις πολιτικά δόγματα ποδοσφαιρικές και άλλες τινές ομάδες, ακόμα ακόμα και με το είδος των διακοπών μας. Ντοπάρισμα δηλαδή εν ολίγοις μπορεί να υπάρξει με οτιδήποτε αλληλεπιδράμε ή αποζητάμε και ως προς την σχέση μας με αυτό.

Ξεχωρίζω το ντοπάρισμα σε ψυχικό και σωματικό. Σαφώς αυτά τα δύο έχουν σχέση μεταξύ τους και το ένα υποστηρίζει το άλλο αλλά οπωσδήποτε στο ένα από τα δύο θα δοθεί περισσότερη έμφαση ανάλογα με τον σκοπό για τον οποίο ντοπαριζόμαστε. Αυτό όμως που για μένα έχει την μέγιστη σημασία είναι πως τελικά ντοπαριζόμαστε και μάλιστα τις περισσότερες φορές εν αγνοία μας, είτε εκούσια είτε ακούσια. Σε αυτό το σημείο δικαίως θα τεθεί το ερώτημα πως γίνεται να ντοπαριζόμαστε εν αγνοία μας και ταυτόχρονα εκούσια. Πάρτε για παράδειγμα το χρήμα. Μας ντοπάρουν παιδιόθεν με την ψευδή αξία του με αποτέλεσμα ως ενήλικες εκουσίως να αναζητούμε αυτή την ψευδοαξία αλλά εν αγνοία μας πως δεν πρόκειται περί θέσφατου. Αντίθετα πολλοί ανάγουν την αξία του σε πρωτεύουσα ζώντας εκουσίως εν αγνοία.

Το ντοπάρισμα λοιπόν, η προσπάθεια δηλαδή επίτευξης ενός στόχου με τεχνητά μέσα αλλοίωσης των φυσικών δυνατοτήτων του ανθρώπου, κατά την γνώμη όχι μόνο το βιώνουμε σε καθημερινή βάση αλλά το επιζητούμε κιόλας οι περισσότεροι (υπάρχουν και η εξαίρεση που επιβεβαιώνει όμως τον κανόνα) ντοπαρισμένοι όντας εν μέσω ντοπαρισμένων σε μια τεχνητώς αλλοιωμένη προσπάθειά μας να ανάγουμε το εγώ μας όσο το δυνατόν υψηλότερα. Το είμαι σε μια κοινωνία ντοπαρισμένων χάνει την φυσική του διάσταση και υπεισέρχεται σε καταστάσεις όπου ο άνθρωπος προσπαθώντας τεχνητά να ξεπεράσει την φύση του μετατρέπεται αργά αλλά σταθερά σε όργανο του ντόπινγκ που έχει υποστεί και συνεπώς παύει να είναι άνθρωπος όπως τον ξέρουμε τουλάχιστον. Εγώ τελειώνοντας το Ντο θέλω μόνο να αναρωτηθώ:

Γιατί να φτιάξουμε πανάκριβα ρομπότ αφού μπορούμε να έχουμε τσάμπα όσους ντοπαρισμένους θέλουμε; Ο καλύτερος δούλος είναι αυτός που δεν ξέρει πως είναι δούλος.

ΡΕ

αν υπήρχε άθλημα όπου η ελλάς θα διέπρεπε αυτό θα ήταν το της ΡΕ-μούλας. Στην ρεμούλα είμαστε άπιαστοι. Κανείς ποτέ δεν θα ξεπερνούσε τις ελληνικές επιδόσεις σε αυτό. Καλά ντο-παρισμένοι με τεχνικές που οι άλλοι ούτε να τις διανοηθούν δεν μπορούν ακολουθάμε με συνέπεια την κλίμακα χωρίς να μας ξεφεύγει καθόλου μα καθόλου. Όπου και να ψάξεις ρεμούλα θα δεις. Από τον περιπτερά που πουλάει το νερό ακριβότερα του πετρελαίου μέχρι τον πρωθυπουργό που πουλάει την χώρα φτηνότερα του νερού. Συναγωνιζόμαστε μεταξύ μας μέχρι βαθμού εξάντλησης για το ποιος θα πετύχει τις καλύτερες, τις τελειότερες τις άπιαστες, καταπληκτικές ανεπανάληπτες ρεμούλες που αν μπορούσαμε να τις γνωρίζουμε θα τρίβαμε τα μάτια μας από την διάνοια των Ελλήνων. Αδυνατώντας προς το παρόν να ξεπεράσουμε την ψυχολογία του γραικού ραγιά συνεχίζουμε να αγωνιζόμαστε καθημερινά για το πως θα οικονομήσουμε χωρίς να ιδρώσουμε. Λες και αυτή η πατρίδα δεν είναι πια λεύτερη. Λες και ζει ακόμα στην σκλαβιά του Βυζαντίου και των Οθωμανών όπου το να κλέβεις ήταν ο μοναδικός τρόπος επιβίωσης από τον αφέντη που σ' έκλεβε. Η νότα συνεχίζει να χτυπά μονότονα και τίποτα δεν έχει αλλάξει δυό χιλιάδες χρόνια τώρα. Ο κοτζάμπασης έγινε δήμαρχος ο κεχαγιάς δημόσιος υπάλληλος ο πασάς νομάρχης ο αυτοκράτορας πρωθυπουργός και ο γραικός νεοέλληνας.. Ο κλέψας του κλέψαντος και ο άτιμος του άτιμου, απ' τα κόκαλα βγαλμένη των Ελλήνων τα ιερά η ρεμούλα κυβερνάει χαίρε ω χαίρε λευτεριά.

ΜΙ,

Το ΜΙ-σος είναι παρατονισμός του μισός ή και το αντίθετο. Το συμπέρασμα όμως παραμένει το ίδιο. Ο μισός μισεί και ο μισών είναι μισός. Αποκλείεται δηλαδή κάποιος που διακατέχεται από μίσος να φτάσει στην ολοκλήρωση. Γεννάται όμως το ερώτημα. Γνωρίζετε πολλούς ανθρώπους με ολοκληρωμένη προσωπικότητα; Τώρα βέβαια τίθεται με την σειρά του το ερώτημα τι είναι ολοκληρωμένη προσωπικότητα και σηκώνει πολλή κουβέντα όμως μέσες άκρες καταλαβαίνετε τι θέλω να πω. Αν για παράδειγμα η ανθρωπότητα αποτελούνταν από ολοκληρωμένες προσωπικότητες τότε δεν θα είχε ανάγκη ούτε την πολιτική ούτε την θρησκεία ούτε το χρήμα ούτε την εξουσία. Γνωρίζετε λοιπόν πολλούς τέτοιους ανθρώπους; Γνωρίζετε έστω έναν; Εκτός του εαυτού φυσικά.

Όλοι κάποιον κάποιους ή κάτι μισούμε γι αυτό όλοι είμαστε μισοί. Μόνο που στην περίπτωσή μας τα δυό μισά δεν κάνουν ένα ολόκληρο αλλά παραμένουν δυό μισά. Πολλά μισά μας κάνουν πολύ το μίσος.

ΦΑ

ΦΑ-σισμός, ΦΑ-νατισμός. Έννοιες αν όχι ταυτόσημες όμως ταυτοσήμαντες. Εδώ λοιπόν θα αντιγράψω ένα ωραιότατο εκδοτικό σημείωμα του Μιχάλη Ποντίκη από το όγδοο τεύχος του περιοδικού “ΑΣΤΕΡΟΣ” ένα περιοδικό που ασχολείται με την γεωγραφία την ιστορία και τον πολιτισμό στην περιοχή της Κύμης στην Εύβοια.

Αριβεντέρτσι αντί αφιέρωσης.

 

Φασισμός και φανατισμός και ως έννοιες και ως αντικειμενικά στοιχεία συγγενεύουν άμεσα:

τους συνδέει εμφανώς η εύκολη προσχώρηση στην χρήση βίας. Ο πρώτος με μια εκλογικευμένη και μεθοδευμένη εμμονή στην καθυπόταξη του διαφορετικού, ο δεύτερος με ένα έντονα επιθετικό συναίσθημα απέναντι στον αντίπαλο πραγματικό ή φανταστικό. Όταν ο πρώτος εγκατασταθεί ως κρατική εξουσία και ο δεύτερος γίνει μέθοδος χειραγώγησης της πλειονότητας των πολιτών, κάνουμε λόγο για ολοκληρωτισμό.

Φασισμός και φανατισμός ακόμα και όταν εξατομικεύονται σε ένα συγκεκριμένο ανθρώπινο υποκείμενο, γίνονται κατανοητοί μόνο με αναφορά σε μια ανθρώπινη ομάδα. Ο φασιστής (θέλει να) “επιβάλει δυναμικά τα ιδανικά” της ομάδας στο σύνολο της κοινωνίας, ο φανατικός “υπερασπίζεται τις αξίες” της ομάδας. Ο φασισμός ωστόσο, επειδή γνωρίζει ότι η πρακτική της επιβολής είναι (στους πολλούς) δυσάρεστη, καταφεύγει δημοσίως σε νομιμοποιητικά επιχειρήματα άμυνας-υπεράσπισης: λ.χ. επιβάλλει δικτατορία υπερασπίζοντας δήθεν την δημοκρατία, φυλακίζει για να προστατέψει δήθεν την ελευθερία, σκοτώνει δήθεν για να καταστείλει το έγκλημα κλπ.

Αλλά και ο φανατισμός αν και δεν αρέσκεται σ' επιχειρήματα χρησιμοποιεί σπάταλα τον λόγο. Το φανατικό άτομο μιλάει πολύ γι αυτό που υπερασπίζεται σαν να υποψιάζεται ότι οι άλλοι δεν τον πιστεύουν και έτσι μένει ακόμα σε εκκρεμότητα το να τους πείσει. Στην πραγματικότητα το ίδιο το φανατικό άτομο δεν έχει εμπιστοσύνη στον λόγο του. Όταν μια ομάδα ομογάλακτων φανατικών συζητά, αυτή η εσωτερική αβεβαιότητα μπαίνει σε δοκιμασία: πως γίνεται να δείχνω στους άλλους ότι πράγματι είμαι πιστά προσηλωμένος στην “ιδέα μας” ή στο πρόσωπο που την ενσαρκώνει,όταν κι εγώ ο ίδιος κατά βάθος αμφιβάλλω για την ορθότητα της επιλογής μου; Μήπως γίνει αντιληπτή η αμφιβολία μου;

τότε μπαίνει σε κίνηση κάτι που μπορούμε να το πούμε κεντρομόλο δυναμική του φανατισμού: το κάθε ένα μέλος της ομάδας θέλει να ξεπεράσει τους άλλους σε εκδηλώσεις πίστης στην κοινή ιδέα. Και η λεκτική απαξίωση του αντιπάλου (ο φανατισμός είπαμε ότι κατά βάση είναι πρακτική υπεράσπισης) αποτελεί το πιο πρόσφορο πεδίο. Το σκηνικό μπορεί τότε να περιγραφεί σαν ένας “διαγωνισμός” για την πιο μεγάλη λεκτική αθλιότητα σχετική με τον “αντίπαλο”.

Ο αντίπαλος πολιτικός ηγέτης λ.χ. μεταμορφώνεται μέσα σε λίγο χρόνο σε ηλίθιο, μετά σε απατεώνα και κατόπιν “αναβαθμίζεται” σε βρωμερό τέρας. Εκείνος που απλά δεν συμμερίζεται την “οικία” πολιτική άποψη, από οπαδός του αντιπάλου “γίνεται” αίφνης τυφλό όργανό του και στην συνέχεια έμμισθος ρουφιάνος του. Εκείνος που “πρέπει” να διαπομπευτεί για παραδειγματισμό, γίνεται με “συνοπτικές διαδικασίες”, από περίεργος, ανισόρροπος και από ανισόρροπος, επικίνδυνος...

φυσικά σε αυτές όπως και στις “άπειρες” παρόμοιες κλίμακες απαξίωσης υπάρχουν και επόμενα “κλικ”. Όχι μόνο λεκτικά. Η βία αν δεν είναι το επόμενο σκαλί σε ένα τέτοιο κεντρομόλο ανέβασμα της έντασης του φανατισμού, θα είναι πιθανότατα το μεθεπόμενο. Και ο φυσικός αυτουργός της θα νοιώθει δικαιωμένος: “χτύπησα (ή και σκότωσα) ένα βρωμερό τέρας, ένα ρουφιάνο, έναν επικίνδυνο...”.

Το εύκολο πέρασμα από το λόγο στη βία, είναι κοινό χαρακτηριστικό του φανατισμού. Και αν ο φασισμός δεν είναι, όπως συνήθως λέγεται, ο πατέρας της βίας αλλά αντίστροφα, είναι η βία που θέλει να δικαιολογηθεί με επινοημένες εκ των υστέρων ολοκληρωτικές θεωρήσεις, τότε αυτός ο “αθώος” φανατισμός της καθημερινότητας, είναι ίσως ο πραγματικός πρόγονος κάθε φασισμού.

ΣΟΛ

από τότε που η Κοκό Σανέλ έκανε μόδα την ηλιοθεραπεία για να πουλάει αντηλιακά έχουν περάσει αρκετές δεκαετίες. Πλέον η εμπορευματοποίηση έχει ξεπεράσει κατά πολύ το καλοκαιρινό ψήσιμο στον ήλιο και η μόδα απαιτεί χρόνιο μαύρισμα για όλες τις εποχές. Κι έτσι έχουμε αυτό που λέμε ΣΟΛ-άριουμ. Ο παππούς μου ήτανε καραβομαραγκός και είχε τον ταρσανά στο Πυθαγόρειο της Σάμου. Ξύπναγε λοιπόν το πρωί φόραγε μια άσπρη κάτασπρη βαμβακερή φανέλα κι ένα τεράστιο ψάθινο καπέλο και κατέβαινε στον ταρσανά όπου ολημερίς δούλευε τα σκαριά. Ήμουνα μικρός θυμάμαι γύρω στα δέκα όταν μια μέρα αφελέστατα του είπα πως πάω κι εγώ να κάνω ηλιοθεραπεία. Έβγαλε το ψαθί ο γέρος σκούπισε με την ανάστροφη του χεριού του τον ιδρώτα στο μέτωπο και τραβώντας με από το χέρι με κάθισε στην σκιά ενός αλμυρικιού. Γιέ μου, μου είπε, ετούτοι που κάθονται στον ήλιο και ξεροψήνονται παρέα με τα χταπόδια είναι λωλοί. Ο ήλιος όπως και η θάλασσα δίνουν ζωή μα ξέρουν να την παίρνουν κιόλας.

Από τότε πέρασαν κι άλλες δεκαετίες μα ο γέρος δεν ζει πια για να τον ρωτήσω τι γνώμη έχει γι αυτούς που ψήνονται κάτω από τις λάμπες μέχρι να καεί και να μαυρίσει το δέρμα τους.

ΛΑ

οι επιθυμίες μας, αυτό που ΛΑ-χταράμε αλλά μας δίνει στο τέλος λαχτάρα. Σύνηθες φαινόμενο ανθρώπων που δεν ξέρουν τι θέλουν από την ζωή τους. Λαχταρούν κάτι το οποίο όμως μπορεί να τους δώσει και μεγάλη λαχτάρα. Λαχτάρησα λοιπόν μπορεί να σημαίνει επιθύμησα αλλά και τρόμαξα. Δεν ξέρω πως ακριβώς οριοθετήθηκε το διφορούμενο αυτής της λέξης αλλά υποθέτω πως μάλλον κάποιες από τις επιθυμίες μας καταλήγουν να μας τρομάζουν και ως εκ τούτου και η διττή σημασία.

ΣΙ

όλοι αποζητάμε την ΣΙ-γουριά αλλά κανένας δεν την έχει παρά μόνο και ίσως σε επιμέρους θέματα. Επάνω σε αυτή την αίσθηση της σιγουριάς έχουν παιχτεί στους αιώνες πολλά παιχνίδια και θα συνεχίζουν να παίζονται προσφέροντας στις περισσότερες των περιπτώσεων μια ψευδαίσθηση σιγουριάς. Στην πραγματικότητα σχεδόν τίποτα δεν είναι σίγουρο παρά μόνο η ζωή και ο θάνατος αλλά εν τούτοις συνεχίζουμε να την αποζητάμε θεωρώντας πως με αυτή θα είναι καλύτερη η ζωή μας. Ποιος όμως έχει σκεφτεί πως αν όλα ήταν σίγουρα τότε η ζωή δεν θα ήταν καλύτερη αλλά μάλλον βαρετή. Με σιγουριά δεν μπορούμε να μιλήσουμε ούτε για το παρελθόν ούτε για το παρόν ούτε για το μέλλον όσο και αν θέλουν να μας πείσουν γι αυτό. Η ψευδαίσθηση της σιγουριάς μόνο μια νότα αισιοδοξίας και προσμονής μπορεί να δώσει αλλά απέχει πολύ, πάρα πολύ από την πραγματικότητα ή οποία δεν είναι καθόλου μα καθόλου σίγουρο πως είναι πράγματι έτσι.

1 σχόλιο:

  1. Επίτρεψέ μου να σου προτείνω για κλειδί στη μουσικογραφική σου σύνθεση τον "άνθρωπο" , ο οποίος είναι η πρωταρχική αξία του σύμπαντος.

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Σκέψου δυο φορές πριν σχολιάσεις. Διαβάζεις ένα διαδικτυακό προσωπικό ημερολόγιο του οποίου η ανάγνωση ΔΕΝ είναι υποχρεωτική. Βαριέμαι τ' ανούσια μπλα μπλα και δαγκώνω όταν μου χαλάνε την ησυχία. Θα μπορούσα να έχω κλείσει τον σχολιασμό αλλά ακόμα νομίζω πως υπάρχουν κάποιοι που όντως έχουν κάτι να πουν κι εύχομαι να είσαι ένας από αυτούς αλλά οι πιθανότητες είναι λίγες και γι αυτό σου λέω: Για να μην σε φάει η μαρμάγκα σκέψου δυο φορές πριν σχολιάσεις, σαν να δίνεις εξετάσεις. Αλλιώς άστο καλύτερα!

Αναγνώστες

Η Ιδιοφυΐα του Πλήθους

Υπάρχει αρκετή προδοσία, μίσος, βία, παραλογισμός στο μέσο άνθρωπο για να προμηθεύσει οποιοδήποτε στρατό, οποιαδήποτε μέρα. Kαι οι καλύτεροι στο φόνο είναι αυτοί που κηρύττουν εναντίον του. Kαι οι καλύτεροι στο μίσος είναι αυτοί που κηρύττουν αγάπη. Kαι οι καλύτεροι στον πόλεμο είναι τελικά αυτοί που κηρύττουν ειρήνη. Eκείνοι που κηρύττουν θεό, χρειάζονται θεό. Eκείνοι που κηρύττουν ειρήνη, δεν έχουν ειρήνη. Eκείνοι που κηρύττουν αγάπη, δεν έχουν αγάπη.

Προσοχή στους κήρυκες, προσοχή στους γνώστες, προσοχή σε αυτούς που όλο διαβάζουν βιβλία, προσοχή σε αυτούς που είτε απεχθάνονται τη φτώχεια, είτε είναι περήφανοι γι' αυτήν, προσοχή σε αυτούς που βιάζονται να επαινέσουν γιατί θέλουν επαίνους για αντάλλαγμα, προσοχή σε αυτούς που βιάζονται να κρίνουν, φοβούνται αυτά που δεν ξέρουν, προσοχή σε αυτούς που ψάχνουν συνεχώς πλήθη γιατί δεν είναι τίποτα μόνοι τους, προσοχή στο μέσο άνδρα και τη μέση γυναίκα, η αγάπη τους είναι μέτρια, ψάχνει το μέτριο. Αλλά υπάρχει ιδιοφυΐα στο μίσος τους, υπάρχει αρκετή ιδιοφυΐα στο μίσος τους για να σας σκοτώσει, να σκοτώσει τον καθένα. Δεν θέλουν μοναξιά, δεν καταλαβαίνουν τη μοναξιά, θα προσπαθήσουν να καταστρέψουν οτιδήποτε διαφέρει από το δικό τους. Μη βρισκόμενοι σε θέση να δημιουργήσουν έργα τέχνης, δεν θα καταλάβουν την τέχνη, θα εξετάσουν την αποτυχία τους, ως δημιουργών, μόνο ως αποτυχία του κόσμου. Mη βρισκόμενοι σε θέση να αγαπήσουν πλήρως, θα πιστέψουν ότι και η αγάπη σας είναι ελλιπής και τότε θα σας μισήσουν και το μίσος τους, θα είναι τέλειο... Σαν ένα λαμπερό διαμάντι, σαν ένα μαχαίρι, σαν ένα βουνό, σαν μια τίγρη. Όπως το κώνειο. Η καλύτερη τέχνη τους...

Tσαρλς Μπουκόφσκι

Related Posts with Thumbnails