27 Αυγούστου 2006

…και στο χωριό να ουρλιάζουνε την νύχτα εφτά σκυλιά.



Σκύλος πρώτος,

Γεννήθηκα μια δροσερή ανοιξιάτικη νύχτα. Γεννήθηκα ανάποδα, είμαι δηλαδή αυτό που λένε αναποδογεννημένος. Δεν ήθελα να βγω, είχα με πείσμα στυλώσει τα ποδάρια στην μήτρα της μητέρας μου. Θα την έπαιρνα μαζί μου στον άλλο κόσμο αν δεν αναλάμβανε ο χειρούργος με το νυστέρι του. Μα και πάλι δεν ήθελα να ζήσω. Δεν ανάσανα όταν γεννήθηκα μέχρι που με ρημάξανε στο ξύλο για να πάρω την πρώτη ανάσα. Την ίδια ώρα που ρημάζανε τον πατέρα μου στο ξύλο στα υπόγεια του ΕΑΤ ΕΣΑ. Εκείνος όμως άντεξε και δεν μίλησε. Αντίθετα εγώ δεν άντεξα και έτσι πήρα την πρώτη ανάσα της ζωής. Μιας ζωής που φαίνεται πως δεν την ήθελα από τα γεννοφάσκια μου ακόμα. Όμως δεν έκλαψα όπως όλα τα παιδιά. Μόνο ανάσανα και με την πρώτη ανάσα έβαλα τα γέλια αντί τα κλάματα. Μέχρι που τρομάξανε οι νοσοκόμες και δεν με πλησίαζε καμμιά να με ταΐσει. Όταν με πλησίαζαν εγώ γέλαγα και τις άρπαζα από τα μαλλιά. Με διώξανε από το μαιευτήριο άρον άρον. Το δαιμονισμένο μωρό με λέγανε.

Η μάνα μου κλαίγοντας με πήρε σπίτι και πριν καλά καλά προλάβει να με βάλει στο ρωγοβύζι την πόρτα σπάσανε οι εσατζίδες και μπήκαν να βρουν κομουνιστικά βιβλία για να δικάσουν τον πατέρα μου. Είχε προλάβει η γιαγιά μου και μέσα στην αλουμινένια σκάφη έκαιγε Μαρξ Ένγκελς Λένιν Μπακούνιν Νίτσε και τους λοιπούς τρισκατάρατους που στέλνανε τον πατέρα μου στις εξορίες και στους θαλάμους βασανιστηρίων. Άφρισαν οι εσατζίδες που πρόλαβε η γριά και έκαψε τα βιβλία και αφού σπάσανε στο ξύλο την μάνα μου και την γιαγιά μου άρπαξαν κι εμένα και με πέταξαν στην φωτιά να καώ με τον Νίτσε αγκαλιά. Τα πρώτα μου εγκαύματα σε ψυχή και σώμα. Όμως πάλι δεν έκλαψα. Καιγόμουν με τον Νίτσε αγκαλιά και γέλαγα λες και με δρόσιζαν οι φλόγες. Πρόλαβε και με μάζεψε η μάνα μου πριν καώ εντελώς και επειδή της είχαν σπάσει τα χέρια με έβγαλε με τα δόντια από την φωτιά. Με απίθωσε δίπλα στην λιπόθυμη γιαγιά και λιποθύμησε και αυτή.

Σκύλος δεύτερος,

Μετά από ένα χρόνο επέστρεψε ο πατέρας μου από την Λέρο και φορτωθήκαμε όλοι σε μια τρίκυκλη μηχανή να πάμε στο χωριό να κρυφτούμε μπας και γλιτώσουμε. Μια μηχανή τρίκυκλη γεμάτη μπόγους και μια οικογένεια σάπια από το ξύλο. Στο χωριό μας περίμενα οι εθνικαράδες στην είσοδο να μας δώσουν άλλο ένα χέρι ξύλο έτσι για να μην έχουμε ψευδαισθήσεις πως εκεί θα ζήσουμε ήσυχα. Ούτε στο χωριό πήγαμε. Καταλήξαμε σε μια καλύβα τέσσερις ώρες ποδαρόδρομο από το χωριό όπου και έζησα τα πρώτα παιδικά μου χρόνια. Εγώ μαζί με τα αγρίμια του δάσους. Αυτή ήταν η παρέα μου μέχρι τα εφτά μου χρόνια. Ήξερα πια καλύτερα την γλώσσα των ζώων από την γλώσσα των ανθρώπων. Τρώγαμε ότι παράγαμε και τις λίγες φορές που ο πατέρας μου πήγαινε για προμήθειες στο χωριό η μάνα μου έκλαιγε γιατί ήξερε πως θα γυρίσει δαρμένος πίσω. Κοιμόμουνα μαζί με τις κατσίκες και τον χειμώνα κλώτσαγα τον γάιδαρο να του πάρω την θέση που την είχε ζεστάνει. Εκεί έμαθα για τους θεούς μου. Τους έλληνες θεούς που με συντρόφευαν στην παιδική μου μοναξιά. Εκεί γεννήθηκε και η αδερφή μου μετά από οχτώ ώρες πορεία με το άλογο μέχρι το μαιευτήριο της Τρίπολης.

Φαΐ μπορεί να μην είχαμε πολύ είχαμε όμως βιβλία. Κάθε τόσο ο πατέρας μου εξαφανιζότανε για μερικές ώρες και γύριζε φορτωμένος με τόμους που τους διάβαζε σαν μανιακός. Έσκαβε και διάβαζε όσο τον θυμάμαι τότε. Και μάθαινε κι εμένα γράμματα. Ήξερα να διαβάζω ήδη από τα πέντε μου χρόνια. Θυμάμαι την μάνα μου που με κατέβαζε από το άλογο και με έδερνε κλαίγοντας και αυτή επειδή τραγούδαγα στα φωναχτά Ρίτσο και καβάφη. Θα το φας το κεφάλι σου όπως πας μου έλεγε και δώστου ξύλο. Κι εγώ πήγαινα στον πατέρα μου που έβριζε την αγριάδα γιατί φύτρωνε παντού κι εκείνος με χάιδευε με τα ροζιασμένα χέρια του και μου λεγε γελώντας πως το ξύλο της μάνας είναι χάδι. Που να ξερα πόσο δίκιο είχε!

Και γέλαγα και χοροπήδαγα παιδί του Πανός εγώ μέσα στ’ άγρια τα δάση που κατοικούσα.

Σκύλος τρίτος,

Με την μεταπολίτευση γυρίσαμε στην Αθήνα. Σε μια άλλη καλύβα με ελενίτ αυτή την φορά κάπου στο Αιγάλεω. Εκεί φόρεσα για πρώτη φορά παπούτσια. Η μάνα μου τα φόραγε κι εγώ μόλις γύριζε τα μάτια της αλλού τα έβγαζα. Που να τιθασευτούν τα τραγοπόδαρα μέσα στις ελβιέλες. Έχανα τον κόσμο κάτω από τα πόδια μου μόλις τα φόραγα. Και δώσ’ του ξύλο και φωνές η καλή μου μάνα. Κι εγώ πάντα γελαστός να πετάω τα παπούτσια μακριά να μην τα βλέπω.

Ο πατέρας μου έπιασε δουλειά ηλεκτρολόγος. Είχε μάθει την τέχνη στα αναμορφωτήρια της Φρειδερίκης. Πήραμε και μια γκαζιέρα και μύριζε το φαΐ πετρέλαιο. Αρνιόμουνα να φάω. Προτιμούσα να την βγάζω με ψωμοτύρι. Η μάνα μου φοβότανε μην πεθάνω από την πείνα και πήγαινε κλαίγοντας σε μια γειτόνισσα που είχε ηλεκτρική κουζίνα να μου τηγανίζει κανα αυγό μήπως και γλιτώσω. Και γλίτωσα και ήρθε το φθινόπωρο να πάω σχολείο. Δεν θα ξεχάσω ποτέ την πρώτη μέρα. Μαζευτήκαμε τα παιδιά στην τάξη και ο δάσκαλος έγραψε στον πίνακα την λέξη ναι και ρώτησε ποιος θα του πει τι γράφει εκεί. Τα περισσότερα παιδιά δεν ήξεραν καν την άλφα βήτα και κάποια έλεγαν πως γράφει ναΐ και νάι και κάτι τέτοια. Πετάχτηκα κι εγώ ο έξυπνος που ήδη είχα τελειώσει με Ιούλιο Βερν και του λέω «ναι γράφει κύριε». Αρπάζει την βέργα αυτός και με κάνει μαύρο στο ξύλο που ήξερα τι έγραφε. Και όσο με έδερνε φώναζε πώς να μην ξαναμιλήσω αν δεν με ρωτήσει και πως ξέρει πολύ καλά τι κουμάσι είμαι και από πού κρατάει η σκούφια μου και να μην νομίζω πως επειδή με δέχτηκαν στο δημόσιο σχολείο θα γλιτώσω. Από τα τότε μέχρι που τελείωσα το σχολείο δεν ξαναμίλησα αν δεν με ρωτάγανε. Μόνο γέλαγα και με δέρνανε. Δεν υπήρχε ούτε μια μέρα που να μην φάω ξύλο. Και όταν έσπαγε η βέργα στα χέρια μου με πλάκωνε στα χαστούκια και με έστελνε στον ξυλουργό να του φτιάξει μια καινούργια βέργα και του την πήγαινα την άλλη μέρα το πρωί του την έδινα και άπλωνα τα χέρια να μου τα μαυρίσει στο ξύλο για να την δοκιμάσει όπως έλεγε. Κι εγώ γέλαγα, πάντα γέλαγα. Και όσο γέλαγα εγώ τόσο αφήνιαζε αυτός. Έφτασα να του κουβαλάω τις βέργες δυό δυό αφού μια δεν έφτανε πια ούτε για ζήτω.

Μου έφερνε τηγανόψωμα η μανούλα μου στο διάλειμμα να τρώω και έβλεπε να χέρια μου πρησμένα από το ξύλο και έκλαιγε. Κι εγώ χαμογελαστός της έλεγα μην κλαις μανούλα δεν πονάει.

Όταν πήγα τετάρτη δημοτικού ήρθε και η αδερφή μου στην πρώτη τάξη. Την δεύτερη μέρα βλέπω τον δάσκαλο να την χαστουκίζει. Ίσως ήταν η πρώτη φορά στην ζωή μου που δεν γέλασα. Χίμηξα και τον άρπαξα από τα μαλλιά δέκα χρονών παιδί. Αφήνει αυτός την αδερφή μου και αρπάζει εμένα από τις φαβορίτες και με σηκώνει ψηλά ίσα με το μπόι του. Πόνος αφόρητος μούδιασε το κεφάλι μου από τον πόνο και όπως με κράταγε εκεί ψηλά του δίνω μια κλωτσιά με όλη μου την δύναμη στα αρχίδια. Ήταν σειρά του να διπλώσει από τον πόνο. Οι βέργες γίνανε τρεις την ημέρα μέχρι που φρικάρισε ο ξυλουργός και δεν του έφτιαχνε άλλες και ησύχασα από τις βέργες. Όχι όμως και από τα χαστούκια.

Σκύλος τέταρτος,

Όσο και να με έδερνε όσο και να με βασάνιζε εγώ πάντα στις προαγωγικές έγραφα άριστα. Έτσι για να του σπάω τα νεύρα. Πέρασα λοιπόν με άριστα και πήγα στο γυμνάσιο. Εκεί ήταν κάπως καλύτερα τα πράγματα. Δεν με έδερναν πια. Μόνο με πέταγαν έξω από την τάξη. Μου βγάλανε και παρατσούκλι οι καθηγητές. Τζοκόντα με έλεγαν επειδή πάντα χαμογελούσα. Έβγαλα γυμνάσιο και λύκειο με πέντε στα προφορικά και δεκαεννιά στα γραπτά. Ήμουνα στην δευτέρα του γυμνασίου όταν μια μέρα ήρθε ένας παπάς στο σπίτι και μας είπε πως έπρεπε να πάω κατηχητικό. Βγήκε ο πατέρας μου έξω έκλεισε την εξώπορτα πίσω του και έριξε τέτοιο ξύλο στον παπά που δεν θα το ξέχασε ποτέ στην ζωή του. Τον θυμάμαι ακόμα που τον έβλεπα πίσω από τις κουρτίνες να τον σέρνει από τα γένια και να τον σφαλιαρίζει μέχρι την γωνιά του τετραγώνου. Ούτε που ξαναφάνηκε παπάς στον δρόμο μπροστά από το σπίτι.

Στην γειτονιά ήμουν ήδη ο δαχτυλοδειχτουμενος. Του αναρχοκομμουνιστή ο γιος. Άμα με βλέπανε στο δρόμο βγαίνανε οι μανάδες και φωνάζανε τα παιδιά τους να μην τα κολλήσω την αρρώστια. Στ’ αρχίδια μου. Καλύτερα. Είχα διαπρέψει σε όλα τα ατομικά αθλήματα. Μπορεί να μην με παίζανε μπάλα αλλά κανείς δεν μπορούσε να μου την βγει στο τρέξιμο στο άλμα και στο μονόζυγο. Βγήκε και το ΠΑΣΟΚ στην εξουσία και πια αλλάξανε τα πράγματα. Τώρα κανείς δεν μπορούσε ούτε να με δείρει ούτε να με βρίσει στα ίσα. Διότι άμα το κάνανε μπορούσαν κι εγώ να τους δείρω και να τους βρίσω χωρίς να φοβάμαι μην με βρουν στο ρέμα πεταμένο. Το χαμόγελο έγινε γέλιο και το γέλιο σαρκασμός. Έδωσα εξετάσεις IQ στο ΕΛ.ΚΕ.ΠΑ. αρίστευσα πήρα υποτροφία σπούδασα μακριά από τον βόρβορο της γειτονιάς και της κοινωνίας που με έφτυνε. Ήταν σειρά μου να αρχίσω να τους φτύνω. Και πράγματι φχαριστήθηκα φτύσιμο. Όλο με το στόμα στεγνό ήμουνα.

Μα ο πατέρας μου δεν μπόρεσε να το φχαριστηθεί και αυτός. Πέθανε από έμφραγμα στα εξήντα του. Η καρδιά του και τα σωθικά του ήτανε σάπια από το ξύλο μας είπε ο γιατρός. Απορούσε πως έφτασε μέχρι τα εξήντα. Πως έφτασε; Όταν οι νοσοκόμες είδανε την πλάτη του και τις πατούσες του χαρακωμένες από το ξύλο βάλανε τα κλάματα. Και ας μην τον ξέρανε. Πέθανε χαμογελαστός. Τον θάψαμε εκεί στο καλύβι που πέρασα τα πρώτα παιδικά μου χρόνια. Χωρίς παπάδες χωρίς κόσμο και φασαρία. Θα θυμάμαι πάντα το χαμόγελο του θανάτου του και τις τελευταίες του κουβέντες. Κλέφτης ρουφιάνος και πρεζάκιας να μην γίνεις μου είπε πριν πεθάνει.

Σκύλος πέμπτος,

Τώρα έπρεπε να συντηρήσω μάνα και αδερφή και να συνεχίσω και τις σπουδές μου. Και τι δεν έκανα. Ξεπέτρωνα χωράφια ξεφόρτωνα νταλίκες πούλαγα κουλούρια στα φανάρια. Ότι μπορούσα έκανα και τα κατάφερα. Γύρισα στο σπίτι περήφανος με την μάνα μου να κλαίει και αυτή αλλά από περηφάνια αυτή την φορά. Ήρθε η ώρα να πάω φαντάρος. Λίγο πριν μπω στο στρατόπεδο η μάνα μου έδωσε ένα γράμμα που μου είχε αφήσει ο πατέρας.

«Τώρα παιδί μου είσαι άντρας. Όσο και να κουραστείς να θυμάσαι πως κάποιοι άλλοι πέθαναν για σένα. Μην φοβηθείς και μην προσκυνήσεις ποτέ και κανέναν. Δυό χρόνια θα προσπαθήσουν να σε εξευτελίσουν αλλά μην τους αφήσεις να τα καταφέρουν. Δείξ’ τους από τι στόφα είσαι, σε μεγάλωσα πολεμιστή αυτοί είναι μόνο άβουλοι στρατιώτες. Θα σε φοβηθούν και θα σε αφήσουν όταν καταλάβουν τι μπορείς να κάνεις. Να μην ξεχάσεις ΠΟΤΕ πως η ζωή είναι πολύ πιο δύσκολη από μια στρατιωτική θητεία. Όταν τελειώσεις θα είναι μόνο μια αστεία ανάμνηση. Μα να θυμάσαι πως τώρα παίρνεις την ζωή σου στα χέρια σου. Να είσαι περήφανος όπως σου έμαθα. Μην γονατίσεις και μην πτοηθείς. Κράτα το γέλιο σου και την ελευθερία σου. Να είσαι ο εαυτός σου. Να είσαι έλληνας άνθρωπος και αν δειλιάσουν οι άλλοι να πολεμήσεις εσύ γι αυτούς. Και μην περιμένεις να ακούσεις ευχαριστίες από κανέναν. Όσο καλύτερος είσαι τόσο περισσότερο θα σε διώχνουν».

Πήγα κατευθείαν εθελοντής στις ειδικές δυνάμεις και πέρασα όσα σχολεία μπορεί να περάσει ένας έφεδρος. Νίκησα τους στρατοκράτες με τα ίδια τους τα όπλα.

Σκύλος έκτος,

Αμέσως μετά τον στρατό άρχισε η επαγγελματική μου σταδιοδρομία. Δεν μπορώ να πω πως είχα ιδιαίτερα προβλήματα. Αναποδιές πολλές μα από όπου δεν μου άρεσε έφευγα. Δεν είμαι ο τύπος που θα κυνηγήσει ούτε την δόξα ούτε το χρήμα. Έμαθα πως πρέπει να εργάζομαι για να ζω και όχι να ζω για να εργάζομαι. Άλλες φορές είχα πολλά λεφτά και άλλες λίγα μα δεν με ένοιαξε ποτέ. Βασικό μου μέλημα ήταν να είναι η οικογένεια μου χορτάτη και χαρούμενη. Πάντρεψα την αδερφή μου την προίκισα και συνεχίζω να εργάζομαι χωρίς κανέναν απολύτως περιορισμό. Τα πτυχία δεν μου χρησίμευσαν και πολύ εδώ στο ελλαδιστάν. Θα μπορούσαν να μείνω στο εξωτερικό όπου πράγματι θα είχα πολύ καλύτερες πιθανότητες καριέρας όμως εγώ δεν ήθελα να ζήσω μετανάστης. Κάτι μέσα μου με τράβαγε στον τόπο που γεννήθηκα. Το εργασιακό σύστημα δεν κατάφερε ούτε αυτό να με βάλει σε καλούπι. Εκτός από τις σπουδές έμαθα και τέχνες αρκετές για να μου δίνουν δικαίωμα επιλογής που άλλοι δεν έχουν. Αφεντικά σπανίως είχα και όποτε αυτό έτυχε ήταν αφεντικά δικής μου επιλογής. Εγώ επιλέγω την εργασία που θα κάνω και την κάνω μόνο άμα θέλω. Κάρτα δεν χτύπησα σχεδόν ποτέ. Παραιτήθηκα μια φορά από την ΔΕΗ και μια από το ΙΚΑ. Δεν ανταλλάσσω την ελευθερία μου και την αξιοπρέπεια μου για κανένα μηνιάτικο. Νοιώθω άξιος και αυτάρκης αρκετά για να μην φοβάμαι ούτε την ανεργία ούτε την φτώχεια. Άλλωστε μέσα στην φτώχεια μεγάλωσα και μου είναι γνωστή. Όμως δεν είμαι φτωχός πια. Αλλά ούτε και πλούσιος. Νυμφεύθηκα έχτισα τρία σπίτια έκανα δυό παιδιά και ζω σε σπίτι που πολλοί θα ζήλευαν κάπου στα βόρεια προάστια. Συνεχίζω να είμαι διαρκώς χαμογελαστός αν και έχουν πάψει πια εδώ και πολλά χρόνια να με φωνάζουν τζοκόντα. Πήρα τη ζωή στα χέρια μου και γονάτισα και αυτόν τον σκύλο χωρίς ιδιαίτερα προβλήματα.

Σκύλος έβδομος.

Ο δυσκολότερος σκύλος. Οι κλίκες τα κυκλώματα οι παρέες και οι ομάδες.

Ως συνειδητοποιημένος αναρχικός πάντα τις απέφευγα. Προσπάθησαν και ακόμα προσπαθούν να με εντάξουν. Άλλοτε με το καλό άλλοτε με το άγριο άλλοτε στα ίσα και άλλοτε με δόλο πάντα προσπαθούσαν και προσπαθούν να με κάνουν να νοιώσω πως ανήκω κάπου. Αλλά δεν τα κατάφεραν ούτε θα τα καταφέρουν. Ανήκω μόνο στον εαυτό μου και σε όποιον αρέσω. Σε όποιον δεν αρέσω… ξύδι.

Ακόμα και αν συμμετέχω σε κάποια ομάδα το κάνω γιατί αυτή η ομάδα συμφωνεί με τις δικές μου ιδέες. Αν πάψει να συμφωνεί με τις ιδέες μου τότε παύω αυτομάτως να συμμετέχω. Δεν είμαι ούτε ποίμνιο ούτε πολίτης. Δεν λογαριάζω τα σκυλιά που ουρλιάζουν όσα και αν είναι. δεν τα φοβάμαι και δεν τα έχω ανάγκη. Έχω γνώση του ποιος είμαι και τι θέλω από την ζωή μου και δεν χρειάζομαι κανενός είδους επιβεβαίωση.

Δεν είμαι ούτε πασόκος δεν είμαι ούτε κουκουέ. Είμαι ότι είμαι και ότι τραγουδώ για σε.

Έλεγα λέω και θα λέω την γνώμη μου ίσα και σταράτα χωρίς τσιριμόνιες και υπεκφυγές. Πολέμησα και θα πολεμήσω από το δικό μου μετερίζι και ποτέ πια δεν θα αφήσω κανέναν φασίστα είτε μαύρο είτε κόκκινο είτε μπλε είτε πράσινο να με βασανίσει και να με ταπεινώσει. Δεν θα αφήσω ποτέ καμμιά κλίκα και καμμιά ομάδα να καπελώσει την γνώμη μου και τα ιδανικά μου.

Θα τσακίσω όλους όσους στέκονται εμπόδιο στην ελευθερία την δική μου και των άλλων. Ψεύτες αγύρτες δολοπλόκοι πολεμοκάπηλοι εθνικιστές δημαγωγοί και λοιπά αποβράσματα θα με βρίσκουν μπροστά τους να εμφανίζομαι από το πουθενά.

Διότι είμαι ΛΥΚΟΣ!

2 σχόλια:

Σκέψου δυο φορές πριν σχολιάσεις. Διαβάζεις ένα διαδικτυακό προσωπικό ημερολόγιο του οποίου η ανάγνωση ΔΕΝ είναι υποχρεωτική. Βαριέμαι τ' ανούσια μπλα μπλα και δαγκώνω όταν μου χαλάνε την ησυχία. Θα μπορούσα να έχω κλείσει τον σχολιασμό αλλά ακόμα νομίζω πως υπάρχουν κάποιοι που όντως έχουν κάτι να πουν κι εύχομαι να είσαι ένας από αυτούς αλλά οι πιθανότητες είναι λίγες και γι αυτό σου λέω: Για να μην σε φάει η μαρμάγκα σκέψου δυο φορές πριν σχολιάσεις, σαν να δίνεις εξετάσεις. Αλλιώς άστο καλύτερα!

Αναγνώστες

Η Ιδιοφυΐα του Πλήθους

Υπάρχει αρκετή προδοσία, μίσος, βία, παραλογισμός στο μέσο άνθρωπο για να προμηθεύσει οποιοδήποτε στρατό, οποιαδήποτε μέρα. Kαι οι καλύτεροι στο φόνο είναι αυτοί που κηρύττουν εναντίον του. Kαι οι καλύτεροι στο μίσος είναι αυτοί που κηρύττουν αγάπη. Kαι οι καλύτεροι στον πόλεμο είναι τελικά αυτοί που κηρύττουν ειρήνη. Eκείνοι που κηρύττουν θεό, χρειάζονται θεό. Eκείνοι που κηρύττουν ειρήνη, δεν έχουν ειρήνη. Eκείνοι που κηρύττουν αγάπη, δεν έχουν αγάπη.

Προσοχή στους κήρυκες, προσοχή στους γνώστες, προσοχή σε αυτούς που όλο διαβάζουν βιβλία, προσοχή σε αυτούς που είτε απεχθάνονται τη φτώχεια, είτε είναι περήφανοι γι' αυτήν, προσοχή σε αυτούς που βιάζονται να επαινέσουν γιατί θέλουν επαίνους για αντάλλαγμα, προσοχή σε αυτούς που βιάζονται να κρίνουν, φοβούνται αυτά που δεν ξέρουν, προσοχή σε αυτούς που ψάχνουν συνεχώς πλήθη γιατί δεν είναι τίποτα μόνοι τους, προσοχή στο μέσο άνδρα και τη μέση γυναίκα, η αγάπη τους είναι μέτρια, ψάχνει το μέτριο. Αλλά υπάρχει ιδιοφυΐα στο μίσος τους, υπάρχει αρκετή ιδιοφυΐα στο μίσος τους για να σας σκοτώσει, να σκοτώσει τον καθένα. Δεν θέλουν μοναξιά, δεν καταλαβαίνουν τη μοναξιά, θα προσπαθήσουν να καταστρέψουν οτιδήποτε διαφέρει από το δικό τους. Μη βρισκόμενοι σε θέση να δημιουργήσουν έργα τέχνης, δεν θα καταλάβουν την τέχνη, θα εξετάσουν την αποτυχία τους, ως δημιουργών, μόνο ως αποτυχία του κόσμου. Mη βρισκόμενοι σε θέση να αγαπήσουν πλήρως, θα πιστέψουν ότι και η αγάπη σας είναι ελλιπής και τότε θα σας μισήσουν και το μίσος τους, θα είναι τέλειο... Σαν ένα λαμπερό διαμάντι, σαν ένα μαχαίρι, σαν ένα βουνό, σαν μια τίγρη. Όπως το κώνειο. Η καλύτερη τέχνη τους...

Tσαρλς Μπουκόφσκι

Related Posts with Thumbnails