13 Νοεμβρίου 2009

Όταν πέθανε το πιάνο

οέμβριος του 1989. Ήταν ένα κρύο απόγευμα από εκείνα που μόνο οι παρέες μπορούν να ζεστάνουν. Είχαμε μαζευτεί στο σπίτι μου με κάποιους φίλους και ελλείψη θέρμανσης είπαμε να ζεσταθούμε λίγο πίνοντας μερικά ρακόμελα. Καλή παρέα ήμασταν, από εκείνες που λάμπουν για λίγο σαν διάττοντες αστέρες και μετά σβήνουν μέσα στην φλόγα τους. Το κρύο τσουχτερό μα τα ρακόμελα μας είχαν θεριέψει και πιάσαμε τα όργανα. Μην φανταστείτε πολλά πράγματα. Μια κιθάρα δυο βιολιά ένα κόντρα μπάσο και το πιάνο μου. Το αρχαίο εκείνο αυστριακό πιάνο του 19ου αιώνα που μου είχε κάνει δώρο η καθηγήτρια της μουσικής που είχα ερωτευθεί κάποτε. Ήταν ένα αριστούργημα εκείνο το όργανο. Ένα αριστούργημα που πέθαινε από γηρατειά και ήταν ικανό πια να παίζει μόνο μετά από ειδικού τύπου πατέντες κάθε φορά. Εκείνο όμως το απόγευμα σαν από θαύμα όχι μόνο δεν χρειάστηκε καμιά πατέντα για να παίξει αλλά παραδόξως ο ήχος του έβγαινε αλάνθαστος και κρυστάλλινος λες και τ’ όργανο μόλις είχε κατασκευαστεί.
Ήταν αυτό το μικρό θαύμα και η επήρεια του ρακόμελου που μας ζέστανε και πιάσαμε να παίζουμε από νωρίς εκείνο το απόγευμα. Το κρύο είχε υποχωρήσει μπροστά στην κάψα μας και τα κορμιά μας μετά από λίγο άχνιζαν από τον ιδρώτα ζεσταίνοντας το δωμάτιο του πατρικού μου σπιτιού σε βαθμό που ανοίξαμε την μπαλκονόπορτα να μπει φρέσκος αέρας μέσα. Όμως δεν μας αρκούσε αυτό. Ο παγωμένος άνεμος μας αναζωογονούσε τόσο που σε μια κρίση αυθορμητισμού βγάλαμε σπρώχνοντας το γέρικο πιάνο έξω στην βεράντα και στήσαμε εκεί μεσα στο καταχείμωνο την πίστα μας. Πολύ γρήγορα ο κόσμος άρχισε να μαζεύεται στην αρχή έξω από το κάγκελο της αυλής και αργότερα και μέσα στον κήπο χύμα από δω και από κει αψηφώντας και αυτοί μαζί μας το κρύο ενώ σύντομα έκαναν την εμφάνισή τους και τα πρώτα μπουκάλια οινοπνευματωδών περιφερόμενα από χέρι σε χέρι και από στόμα σε στόμα ως γνήσια θεία κοινωνία.
Θυμάμαι ακόμα κάποιες στιγμές που επαρμένος από την μουσική και το πιοτό ένοιωθα το δέρμα μου να καίει και το μυαλό μου να φεύγει από το κεφάλι μου με προορισμό στο απόλυτο πουθενά της ύπαρξης. Μέσα σε αυτήν την έκσταση κάποια στιγμή κοιτώντας τον κόσμο στον κήπο το βλέμμα μου διασταυρώθηκε με αυτό μιας κοπελιάς κι έγινε εκείνη η στιγμή αιωνιότητα. Τα χέρια μου συνέχιζαν πότε να χτυπούν και πότε να χαϊδεύουν τις νότες, το μυαλό μου ήταν αλλού στο πουθενά αλλά τα μάτια μου έμειναν κολλημένα στα μάτια της αιθέριας εκείνης ύπαρξης. Είναι μερικές φορές που η στιγμή φαντάζει σαν αιωνιότητα κι έτσι ήταν και εκείνη η στιγμή.
Φορούσε κουκούλα είχε τα χέρια στις τσέπες του παλτού της και τυλιγμένο ένα κασκόλ στο πρόσωπο που άφηνε μόνο τα μάτια της να φαίνονται. Τι μάτια ω θεοί. Εκεί μέσα είδα για μια στιγμή τον κόσμο όλο. Μέσα σ’ εκείνα τα μάτια είδα εκείνη την στιγμή την γέννηση και τον θάνατο του σύμπαντος. Αστέρια μυριάδες να γεννιούνται και να πεθαίνουν. Θυμάμαι ακόμα την βύθιση που ένοιωσα όταν τράβηξε τα μάτια της από τα δικά μου κι έστρεψε το βλέμμα της στο κόσμο που στο μεταξύ χόρευε και τραγούδαγε μαζί μας κι έμεινε το δικό μου βλέμμα κενό να κοιτάζει στο άπειρο δίχως σκοπό δίχως αντικείμενο δίχως νόημα. Θυμάμαι το μαράζι που ένοιωσα όταν την είδα να κοιτάζει το ρολόι της και να μου γυρίζει την πλάτη κατευθυνόμενη προς την αυλόπορτα. Έπαιζα με τα πλήκτρα ζωντανεύοντας νότες μα δεν ακολουθούσα πιά το σύνολο. Ήμουν αλλού γι αλλού όταν τα δάχτυλά μου άρχισαν να παίζουν την bella donna των UFO ενώ ταυτόχρονα ένοιωσα ένα υγρό να με περιλούζει. Στην αρχή νόμιζα πως ήταν ο ιδρώτας μου αλλά αμέσως μετά είδα τον γείτονά μου να λούζει μ’ ένα μπουκάλι ρακί το καπάκι του πιάνου κραυγάζοντας εβίβα. Σαν σε συνέχεια, σαν κάποιο αόρατο χέρι να με καθοδηγούσε συνεχίζοντας το παίξιμο με το αριστερό χέρι έπιασα τον αναπτήρα με το δεξί κι έβαλα φωτιά στο οινόπνευμα που χωρίς δεύτερη προσπάθεια άναψε κι έδωσε την φλόγα στο παλιό ξύλο και αυτό με την σειρά του σαν να την περίμενε από καιρό άναψε και άρχισε να καίγεται λυτρωτικά θαρρείς ενώ εγώ χτυπούσα το τελευταίο του κρεσέντο ανάμεσα σε ζητωκραυγές πανηγυρισμούς και εκστατικά χοροπηδητά.
Είδα για μια στιγμή την κοπελιά που ανέβηκε στο κάγκελο της μάντρας για να δει μα αμέσως μετά την έχασα μέσα από τις φλόγες που πια άρχισαν να θεριεύουν σβήνοντας το κρεσέντο όπως ποτέ δεν έχω ξανακούσει να σβήνει. Συνέχισα εκστασιασμένος κι εγώ και οι άλλοι μέχρι που η φωτιά μ’ έσπρωξε να φύγω από το κλαβιέ κουτρουβαλώντας μέχρι την μπαλκονόπορτα. Εκεί τελείωσε και για εμένα το γλέντι. Δεν θυμάμαι τι έγινε μετά. Ξύπνησα την άλλη μέρα στο κρεβάτι μου μάζεψα τ’ αποκαΐδια ήπια έναν καφέ πικρό και κίνησα για την δουλειά. Έτσι πέθανε το πρώτο μου πιάνο κι έτσι γεννήθηκε ο μεγάλος μου έρωτας. Την κοπέλα εκείνη την συνάντησα εντελώς τυχαία μερικούς μήνες μετά σ’ ένα αποκριάτικο πάρτι μασκέ και από τότε είμαστε μαζί. Και θα είμαστε όπως φαίνεται για πολύ ακόμα να καθόμαστε τις κρύες νύχτες μπροστά στο πιάνο μαζί με τα παιδιά μας αγκαλιασμένοι παίζοντας την μελωδία της ζωής.

12 σχόλια:

  1. Όταν βλέπω ιστορίες ή αναφορές σε πιάνο θυμάμαι μια συμφοιτήτριά μου, πιανίστα, που τα είχαμε. Θυμάμαι όταν τραγουδούσε παίζοντας, όταν ήθελε να μου δέιξει πώς να τραγουδάω και τόσα άλλα ευτράπελα...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Υπέροχο το κείμενό σου. Σαν παραμύθι ακούγεται!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Σκεψου να επαιζες καποιο αλλο καλυτερο κομματι (απο το Belladonna), τι θα γινοταν! χεχε

    Kαι εδω για μεγαλους Ερωτες γινεται λογος! Πολυ αγαπη επεσε στο ...διαδικτυο τελευταια! :P

    Τα σεβη μας

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. @Δείμε, καλή ή κακή ανάμνηση δηλαδή η φοιτήτρια;

    @Kameleon σαν παραμύθι δεν είναι και η ζωή;

    @Έλβα, στην κατάσταση που ήμασταν (χικ) δεν μας έπαιρνε για... δύσκολα συν του ότι δεν παίζαμε ακριβώς τα κομμάτια αλλά αυτοσχεδιάζαμε πάνω τους (μέχρι ασέλγειας κάποιες φορές) οπότε τα εύκολα βόλευαν.
    Έρως ανίκατε μάχαν...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. ΚΛΕΙΤΩΡ ΜΕ ΣΥΓΚΙΝΗΣΕΣ. ΞΑΦΝΙΑΣΤΗΚΑ. ΜΑΚΑΡΙ ΝΑ ΜΠΟΡΟΥΣΑΜΕ ΝΑ ΚΑΨΟΥΜΕ ΚΑΙ ΤΙΣ ΘΥΜΗΣΕΣ...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  6. @Βάσω, χαίρομαι που επηρέασα τα συναισθήματά σου αλλά γιατί να κάψουμε τις αναμνήσεις μας; Όταν και αν γεράσουμε και δεν θα έχουμε πια μέλλον τότε όλη μας η περιουσία θα είναι το παρελθόν μας, τι θα είμαστε τότε χωρίς τις αναμνήσεις μας;

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  7. ΕΙΝΑΙ ΚΑΠΟΙΕΣ ΦΟΡΕΣ ΚΛΗΤΩΡΑ ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ ΚΑΛΥΤΕΡΑ ΝΑ ΜΗ ΘΥΜΟΜΑΣΤΕ ΚΑΠΟΙΟ ΚΟΜΑΤΙ ΑΠ'ΤΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ ΜΑΣ.ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΠΑΝΤΑ ΟΛΑ ΡΟΔΙΝΑ.ΕΥΧΟΜΑΙ ΝΑ ΓΙΝΕΣΑΙ ΟΛΟ ΚΑΙ ΠΙΟ ΠΛΟΥΣΙΟΣ ΣΕ ΟΜΟΡΦΕΣ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ.ΚΑΙ ΟΧΙ ΜΟΝΟ...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  8. πράγματι Βάσω είναι κάποιες φορές που οι αναμνήσεις τους πονάνε. Έτσι όμως είναι η ζωή άλλες φορές πονάει κι άλλες γελάει. Την είχα κι εγώ την ίδια άποψη με σένα κάποτε και ρώτησα τον ενενηντατετράχρονο τότε παππού μου "τι μένει από την ζωή" και μου απάντησε πως "μένουν τα ευχάριστα, οι καλές αναμνήσεις. Οι δυσάρεστες ξεχνιούνται και δεν επανέρχονται παρ' εκτός αν τις καλέσουμε". Έτσι μου απάντησε ο γέρος κι είχε νομίζω δίκιο. Η μνήμη μας τείνει να είναι επιλεκτική. Αντεύχομαι λοιπόν.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  9. Πολύ όμορφο ποστ. Ζωντάνευε μπροστά μου το σκηνικό όσο το διάβαζα.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  10. πολύ όμορφη ιστορία,Κλείτορα με συγκίνησες
    Ανθούλα

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  11. ευχαριστώ Ανθούλα. Χαίρομαι που σ' έθεσε σε κίνηση. Συν-κίνηση.

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Σκέψου δυο φορές πριν σχολιάσεις. Διαβάζεις ένα διαδικτυακό προσωπικό ημερολόγιο του οποίου η ανάγνωση ΔΕΝ είναι υποχρεωτική. Βαριέμαι τ' ανούσια μπλα μπλα και δαγκώνω όταν μου χαλάνε την ησυχία. Θα μπορούσα να έχω κλείσει τον σχολιασμό αλλά ακόμα νομίζω πως υπάρχουν κάποιοι που όντως έχουν κάτι να πουν κι εύχομαι να είσαι ένας από αυτούς αλλά οι πιθανότητες είναι λίγες και γι αυτό σου λέω: Για να μην σε φάει η μαρμάγκα σκέψου δυο φορές πριν σχολιάσεις, σαν να δίνεις εξετάσεις. Αλλιώς άστο καλύτερα!

Αναγνώστες

Η Ιδιοφυΐα του Πλήθους

Υπάρχει αρκετή προδοσία, μίσος, βία, παραλογισμός στο μέσο άνθρωπο για να προμηθεύσει οποιοδήποτε στρατό, οποιαδήποτε μέρα. Kαι οι καλύτεροι στο φόνο είναι αυτοί που κηρύττουν εναντίον του. Kαι οι καλύτεροι στο μίσος είναι αυτοί που κηρύττουν αγάπη. Kαι οι καλύτεροι στον πόλεμο είναι τελικά αυτοί που κηρύττουν ειρήνη. Eκείνοι που κηρύττουν θεό, χρειάζονται θεό. Eκείνοι που κηρύττουν ειρήνη, δεν έχουν ειρήνη. Eκείνοι που κηρύττουν αγάπη, δεν έχουν αγάπη.

Προσοχή στους κήρυκες, προσοχή στους γνώστες, προσοχή σε αυτούς που όλο διαβάζουν βιβλία, προσοχή σε αυτούς που είτε απεχθάνονται τη φτώχεια, είτε είναι περήφανοι γι' αυτήν, προσοχή σε αυτούς που βιάζονται να επαινέσουν γιατί θέλουν επαίνους για αντάλλαγμα, προσοχή σε αυτούς που βιάζονται να κρίνουν, φοβούνται αυτά που δεν ξέρουν, προσοχή σε αυτούς που ψάχνουν συνεχώς πλήθη γιατί δεν είναι τίποτα μόνοι τους, προσοχή στο μέσο άνδρα και τη μέση γυναίκα, η αγάπη τους είναι μέτρια, ψάχνει το μέτριο. Αλλά υπάρχει ιδιοφυΐα στο μίσος τους, υπάρχει αρκετή ιδιοφυΐα στο μίσος τους για να σας σκοτώσει, να σκοτώσει τον καθένα. Δεν θέλουν μοναξιά, δεν καταλαβαίνουν τη μοναξιά, θα προσπαθήσουν να καταστρέψουν οτιδήποτε διαφέρει από το δικό τους. Μη βρισκόμενοι σε θέση να δημιουργήσουν έργα τέχνης, δεν θα καταλάβουν την τέχνη, θα εξετάσουν την αποτυχία τους, ως δημιουργών, μόνο ως αποτυχία του κόσμου. Mη βρισκόμενοι σε θέση να αγαπήσουν πλήρως, θα πιστέψουν ότι και η αγάπη σας είναι ελλιπής και τότε θα σας μισήσουν και το μίσος τους, θα είναι τέλειο... Σαν ένα λαμπερό διαμάντι, σαν ένα μαχαίρι, σαν ένα βουνό, σαν μια τίγρη. Όπως το κώνειο. Η καλύτερη τέχνη τους...

Tσαρλς Μπουκόφσκι

Related Posts with Thumbnails