30 Νοεμβρίου 2010

Ο Ιησούς Χριστός δεν μίλησε ποτέ για σεξ– ούτε έκανε.

Βλέπουν πως δεν μπορούν να αποφύγουν πάλι την πραγματικότητα και δεν ξέρουν τι να κάνουν. Ανήμποροι ετούτη την φορά οι παπάδες ανήμπορος και ο θεός τους μπροστά στην δύναμη της φύσης και αφού ούτε να μας φυλακίσουν ούτε να μας κάψουν μπορούν πιά έβαλαν μπροστά το άλλο παλιό τους κόλπο. Παραδέχονται τώρα εμμέσως πλην σαφώς την βλακεία που αιώνες τους δέρνει αλλά βγάζουν τον χριστό τους και την παναγία τους στην απ’ έξω. Αυτοί –μας λένε- δεν φταίνε σε τίποτα, ο χριστός δεν μίλησε για σεξ –μας λενε- και όλες αυτές οι αρλούμπες με τις οποίες γενιές επί γενεών βασανίζουν τον κόσμο, όλες αυτές οι βλακείες είναι λάθος των παπάδων αλλά και των πιστών και όχι του θεού. Πάλι στην απέξω ο θεός τους λοιπόν.

Όμως και πάλι μισές αλήθειες λένε. Διότι ο χριστός τους (αν υπήρχε ποτέ τέτοιο πράγμα) δεν μίλησε για σεξ. Ναι δεν μίλησε λέω εγώ αλλά ούτε έκανε. Τριάντα χρονών γομάρι ο τύπος και δεν είχε γκόμενα δεν είχε σύζυγο δεν ερωτεύτηκε ποτέ και πήγε να βρει τον πατέρα του παρθένος! Αν αυτή η θεϊκή διαστροφή δεν σημαίνει απόρριψη του έρωτα τότε τι άλλο μπορεί να σημαίνει; Τα ίδια και με την παναγία τους, δεν μίλησε ούτε αυτή για σεξ αλλά γέννησε μυρίζοντας ένα… κρίνο. Παρθένα μάνα! Το ίδιο όμως και οι απόστολοι και οι άγιοι και ολόκληρο το δόγμα τους. Δεν μίλησε (λέμε τώρα) κανείς για σεξ αλλά όλοι τους είναι άγαμοι βρώμικοι και μακριά από σαρκικές απολαύσεις, μακριά από τα φυσιολογικά, στην έρημο και στα μοναστήρια. Τα ίδια είναι δε μέχρι σήμερα καλόγεροι παπάδες και λοιποί διεστραμμένοι χριστιανοί και αυτό είναι ενα γεγονός που αν δεν αλλάξει ό,τι και να μας πουν θα αυτο-ακυρώνονται. για τον χριστιανισμό ανέκαθεν ήταν και πάντα θα είναι ο έρωτας κάτι μιαρό αλλιώς γιατί να τον αποφεύγουν δογματικά;

Κωλοτούμπα λοιπόν ο χριστιανικός δογματισμός. Άλλη μια ιστορική κωλοτούμπα μπας και διατηρήσουν το ποίμνιο που γεμίζει τα παγκάρια τους. Κι αν δεν είναι έτσι και κάνω λάθος τότε περιμένω να δω αγιογραφία όπου ο χριστός ή παναγία και οι άγιοι όλοι ερωτεύονται και συνουσιάζονται φυσιολογικά όπως όλα τα ζώντα σε τούτο τον πλανήτη.

Πάντως το ευχάριστο είναι πως πια δεν φοβόμαστε να πούμε την αλήθεια. Αν ένα τέτοιο δημοσίευμα (και πολλά πολλά άλλα) γραφόταν πριν τριάντα χρόνια… ουαί και αλίμονο από τους τραγόπαπες. Είναι λοιπόν καλό πως σήμερα όχι μόνο επιτέλους υπάρχουν τέτοιες δημοσιεύσεις αλλά και πως οι παπάδες δεν μπορούν παρά να τα κάνουν γαργάρα με μόνη τους διέξοδο να ψελλίζουν αρλούμπες μπας και δικαιολογήσουν τα αδικαιολόγητα διαστροφικά της θρησκείας τους. 

Η πρόσφατη δήλωση του Πάπα Βενέδικτου ΙΣτ Δ ότι η χρήση προφυλακτικού για να μη μεταδίδεται ο ιός του ΑΙDS είναι υπό προϋποθέσεις «ηθικά αποδεκτή» σήμανε μια ιστορική στροφή της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας. Η χριστιανική παράδοση κατά κανόνα αντιμετωπίζει ως αμαρτία τη σεξουαλική επαφή μόνο για απόλαυση και όχι για τεκνοποιία
εντός του γάμου. Η αλήθεια όμως είναι ότι ο ίδιος ο Ιησούς Χριστός δεν ασχολήθηκε ποτέ ευθέως με τη «διαγωγή» των ανθρώπων στο κρεβάτι τους. Σε αντίθεση με στρατιές ρασοφόρων, όλων των δογμάτων και των αιρέσεων, που επέβαλαν τυραννικά σε δισεκατομμύρια πιστούς πώς, πότε και με ποιον να κάνουν σεξ.

Σε αντίθεση με την εντύπωση πολλών η ηθικολογία των χριστιανικών εκκλησιών δεν υπήρξε στατική. Μόλις λίγες γενιές μετά την εμφάνιση του Θεανθρώπου, τα γενετήσια ένστικτα περιβλήθηκαν από ένα αόρατο αγκαθωτό πλέγμα αυστηρότητας. Το σεξ για τους πιστούς έγινε κάτι μιαρό. Και περιορίστηκε από λεπτομερείς κανόνες, αυστηρά επιτίμια και απειλές για αιώνια καταδίκη στο «πυρ το εξώτερον». Ως πριν από λίγα 24ωρα το Βατικανό αγνοούσε την επιστημονική και κοινωνική πραγματικότητα και, θεωρώντας την αντισύλληψη μεγάλη αμαρτία, διεκήρυττε ότι η λύση για την εξάλειψη του ιού του ΑΙDS είναι η πίστη των δύο συζύγων στο πλαίσιο ενός ετεροφυλόφιλου γάμου, η προγαμιαία παρθενία και η αποχή από το σεξ. Πάνω από 33 εκατομμύρια φορείς της ασθένειας παγκοσμίως και 2,1 εκατομμύρια νεκροί κάθε χρόνο θα είχαν μάλλον αντίθετη άποψηκαι οι δεύτεροι πια είναι πάρα πολύ αργά για να την εκφράσουν.
Ο συντηρητισμός εμφανίζει κεκτημένη ταχύτητα. Λίγο μετά την «προοδευτική» δήλωση του ποντίφικα για τη χρήση του προφυλακτικού η Αγία Εδρα έδωσε άρον άρον στη δημοσιότητα απόσπασμα από το νέο βιβλίο του με τίτλο «Φως του κόσμου», το οποίο μοιάζει να εξισορροπεί τα πράγματα προς το... συντηρητικότερο. «Η ομοφυλοφιλία είναι αντίθετη στο θέλημα του Θεού, είναι άδικη και ασύμβατη με το λειτούργημα του ιερωμένου» έλεγε ο ποντίφικας.
Παρ΄ ότι στο εν λόγω απόσπασμα η ομοφυλοφιλία καταδικάζεται απερίφραστα ως φαινόμενο, η αντίδραση της Καθολικής Εκκλησίας ήταν πολύ πιο φειδωλή όταν πριν από μερικούς μήνες ξέσπασε στους κόλπους της ευρύ σκάνδαλο παιδεραστίας που αριθμούσε εκατοντάδες θύματα. Πολλά ήταν ορφανά παιδιά η φροντίδα των οποίων είχε ανατεθεί σε καθολικά θρησκευτικά ιδρύματα επί δεκαετίες. Αν και άγγιζε ταπεινούς ιερείς και υψηλόβαθμους κληρικούς που δρούσαν στην Ευρώπη, στις Ηνωμένες Πολιτείες, ακόμη και εντός του Βατικανού, είτε γνωρίζοντας και συγκαλύπτοντας είτε κακοποιώντας ανηλίκους οι ίδιοι, χρειάστηκαν εκατοντάδες επιθέσεις από τον Τύπο για να προβεί ο Πάπας σε σχετική δήλωση.
Και όμως ο έρωτας μεταξύ συναινούντων ενηλίκων έχει προκαλέσει αναρίθμητα «πύρινα» κηρύγματα τόσο στις μέρες μας, δεκαετίες μετά τη σεξουαλική επανάσταση των ετών του 1960, όσο και παλαιότερα. Μεταξύ των θρησκευτικών κανόνων που έχουν επικρατήσει ανά τους αιώνες, το σεξ απαγορευόταν ορισμένες ημέρες της εβδομάδας, κατά τις θρησκευτικές αργίες, όταν σκοπός δεν ήταν η τεκνοποίηση, ενόσω η γυναίκα θήλαζε, ήταν έγκυος ή είχε έμμηνο ρύση, ακόμη και απλώς κατά τη διάρκεια της ημέρας. Οσο για τον αυνανισμό, «θου Κύριε»: τιμωρούνταν ακόμη και με αφορισμό. Μάλιστα οι ιερείς χρησιμοποιούσαν έναν «μπούσουλα», ο οποίος όριζε το ποινολόγιο για κάθε παραλλαγή των βασικών ερωτικών αμαρτημάτων.
Τίποτε από όλα αυτά δεν αναφέρεται στα Ευαγγέλια. Αντιθέτως ο Ιησούς Χριστός καταδέχθηκε να συνομιλήσει με πόρνες. Συζήτησε για το πνεύμα του Θεού με τη Σαμαρείτισσα η οποία είχε συζήσει με πέντε άντρες, χωρίς να παντρευτεί ποτέ. Δέχθηκε ως ακόλουθό του τη Μαρία Μαγδαληνή. Και έσωσε τη μοιχαλίδα από βέβαιο θάνατο μετά λιθοβολισμού, αναφωνώντας το περίφημο «ο αναμάρτητος πρώτος τον λίθο βαλέτω».
Ο μηχανισμός παραγωγής σεξουαλικών ενοχών στήθηκε μετά. Ο Αγιος Αυγουστίνος προτού ασπαστεί τον χριστιανισμό διήγε αχαλίνωτη ζωή και συμμετείχε συχνά σε όργια. Και όμως, έγινε ο πρώτος μεγάλος θεολόγος που διατύπωσε την άποψη ότι το σεξ αποτελεί «θεϊκή κατάρα» ακόμη και μεταξύ συζύγων!

 
Απειλούν τη βρετανίδα πάστορα που θέλει γάμο με την αγαπημένη της

Συμβιώνουν αρμονικά τα τελευταία δύο χρόνια.Η βρετανίδα ιερέαςΣάρον Φέργκιουσον της Μητροπολιτικής Κοινοτικής Εκκλησίας του Λονδίνου και η γερμανίδα σύντροφός τηςΦράνκαΣτρίτσελδίνουν τη δική τους μάχη για να νομιμοποιήσουν τη σχέση τους.Αφού η Εκκλησία δεν διανοείται να ευλογήσει τον γάμο τους,απαιτούν να παντρευτούν τουλάχιστον με πολιτικό γάμο- ως πρώτο βήμα.
Οι δύο γυναίκες αποτελούν το πρώτο από τα τέσσερα ομόφυλα ζευγάρια που έχουν καταφύγει στη Δικαιοσύνη σε μια προσπάθεια να νομιμοποιηθεί στη Βρετανία ο γάμος μεταξύ γκέι ατόμων- θρησκευτικός και πολιτικός.Η 52χρονη κληρικός και η 49χρονη σύμβουλος επιχειρήσεων δηλώνουν ότι θέλουν έναν«ολοκληρωμένο γάμο». «Ως άνθρωπος της πίστηςθέλω να παντρευτώ. Οταν προβώ στη μεγαλύτερη δέσμευση της ζωής μου,θέλω να το πράξω στο πλαίσιο της χριστιανικής θρησκείας.Πολλοί μας υποστηρίζουν.Ωστόσο έχουμε δεχθεί και απειλητικά γράμματα από ανθρώπους που δηλώνουν χριστιανοί» υποστηρίζει η ιερέας και ενεργό μέλος του Κινήματος Χριστιανών Γκέι και Λεσβιών.Και φέρεται αποφασισμένη να παλέψει για να αλλάξει τις αντιλήψεις αιώνων. «Εξουσιάζεις τους ανθρώπους, αν ελέγχεις τον ερωτισμό τους»

Για την έκπτωση του έρωτα μιλάει στο «Βήμα» ο ιερέας, ψυχοθεραπευτής και συγγραφέας πατέρας Φιλόθεος Φάρος

«Ο Χριστός δεν μίλησε ποτέ ευθέως για την ερωτική συνεύρεση και δεν ασχολήθηκε με τις ερωτικές παρεκτροπές. Δεν θεώρησε θανάσιμο αμάρτημα την ερωτική λειτουργία, αλλά πράγματα που εμείς αγνοούμε εντελώς στις μέρες μας, όπως την υποδούλωση στα υλικά πράγματα» τονίζει στο «Βήμα», με τη διπλή ιδιότητα τού επί δεκαετίες ψυχοθεραπευτή και του ορθόδοξου ιερέα ο πατέρας Φιλόθεος Φάρος, και εξηγεί ότι «το νομικίστικο πνεύμα δεν μπορεί να έχει θέση στην υγιή χριστιανική παράδοση».
Για την επικράτηση αυτού του νομικίστικου πνεύματος όλοι έχουν ευθύνη στην Εκκλησία, πιστοί και κληρικοί. «Οι πιστοί απαιτούν από τον ιερέα να είναι τέλειος. Οταν αποκαλύπτεται ότι δεν είναι και κρίνεται η επαγγελματική του οντότητα, ο ιερέας ψάχνει να βρει έναν τρόπο να φαίνεται τέλειος. Προβάλλει λοιπόν την ερωτική αμαρτία ως μέγιστη διότι μπορεί να γίνει κρυφά, ακόμη και σε επίπεδο διάθεσης, τη στιγμή που ο πλούτος και η χλιδή δεν κρύβονται. Επικεντρώνει συνεπώς την προσοχή του σε άλλα πράγματα για να εξασφαλίσει την απαραίτητη- ψευδή- τελειότητα. Από την άλλη, αν θέλουμε να εξουσιάζουμε τους ανθρώπους δεν υπάρχει αποτελεσματικότερος τρόπος από το να ελέγχουμε τον ερωτισμό τους, την πιο καίρια ανθρώπινη πραγματικότητα. Η αμαρτία λοιπόν που συνδέεται με τον έρωτα αποτελεί δημιούργημα της νεύρωσης και του κινήτρου της εκμετάλλευσης ή της απάτης».
«Ο έρωτας δεν είναι μια αυτονομημένη λειτουργία κάποιων οργάνων του σώματος» υπογραμμίζει ο πατέρας Φιλόθεος. Και εξηγεί: «Οταν κανείς περιορίζεται στη φυσική σεξουαλική παρόρμηση και δεν προχωρεί στην επιλογή της κοινωνίας, δηλαδή της εμπειρίας κοινών πραγμάτων και της ψυχικής ένωσης, διαστρέφει τον έρωτα και τον μετατρέπει σε λαγνεία. Εκεί έγκειται η αμαρτία, διότι τότε ο άλλος δεν είναι πρόσωπο αλλά αντικείμενο προς χρήση. Αυτό μπορεί να γίνει και εντός του γάμου. Και τότε είναι ακόμη πιο χυδαίο, διότι δεν μιλάμε πια για έναν άγνωστο αλλά για τον σύντροφο, τον πατέρα ή τη μητέρα των παιδιών μας» δηλώνει.
Υπό αυτήν τη θεώρηση, όταν ερωτάται για το ζήτημα των προγαμιαίων σχέσεων, ο 80χρονος πολυγραφότατος πνευματικός αντιδρά. «Η σύγχρονη αντίληψη περί πορνείας, που περιλαμβάνει κάθε ερωτική επαφή εκτός γάμου, είναι ανακριβής. Την εποχή του Ευαγγελίου αφορούσε την επίσκεψη ενός άντρα σε κάποιο οίκο ανοχής. Μόνο οι παπάδες χρησιμοποιούν στις ημέρες μας τον όρο ΄΄προγαμιαίες σχέσεις΄΄. Δεν σημαίνει τίποτα, παρά μόνο για κάποια νευρωτικά άτομα τα οποία έχουν δυσκολία με τον έρωτα και λένε ΄΄δεν μπορώ να έχω ερωτικές επαφές γιατί το απαγορεύει ο παπάς΄΄».

ΠΑΡΘΕΝΙΑ, ΑΥΤΟΕΥΝΟΥΧΙΣΜΟΣ, «ΑΚΑΘΑΡΤΕΣ» ΓΥΝΑΙΚΕΣ, ΣΧΕΣΕΙΣ ΕΚΤΟΣ ΓΑΜΟΥ ΚΑΙ ΓΚΕΪ «ΚΟΥΣΟΥΡΙΑ»

Ασπιλη ώστε να γίνει θαυματουργά μήτηρ Θεού

Η χριστιανική θρησκεία αποδίδει μεγάλη σημασία στην άμωμο σύλληψη της παρθένου Μαρίας.Τόσο ο Ευαγγελιστής Ματθαίος όσο και ο Ευαγγελιστής Λουκάς τονίζουν το γεγονός τόσο της πρότερης όσο και της μεταγενέστερης αγνότητας της γυναίκας που αξιώθηκε να φέρει στον κόσμο τον Υιό του Θεού- παρά το γεγονός ότι υπάρχουν έμμεσες αναφορές για μετέπειτα αδέρφια του Ιησού.«Αγγελος Κυρίου» μεσολαβεί υπέρ της Μαρίας,ώστε να αποδεχθεί ο Ιωσήφ την απαράδεκτη για τον μωσαϊκό νόμο εκτός γάμου εγκυμοσύνη της παρθένου αρραβωνιαστικιάς του.«Ο Ιωσήφ πήρε στο σπίτι του τη Μαρία.Και δεν είχε συζυγικές σχέσεις μαζί της ώσπου να γεννήσει τον γιο της τον πρωτότοκο στον οποίον έδωσε το όνομα Ιησούς»γράφει ο Ματθαίος (1:24-25). Η παράδοση των παρθένων γυναικείων θεοτήτων είναι προχριστιανική: παρθένος η Αθηνά,Παρθενώνας ο ναός της.

 
Αυτοευνουχίστηκε εν ονόματι της πίστης

Αν και οι αμφιλεγόμενες απόψεις του περί προϋπάρξεως της ψυχής και άλλων ζητημάτων τον κατέταξαν τελικά στους αιρετικούς,ο Ωριγένης εξ Αλεξανδρείας (185-254 μ.Χ.) θεωρείται από τους πρώτους σημαντικούς πατέρες της Εκκλησίας.Η άκαμπτη ροπή του προς τον ασκητισμό τον έκανε να ακολουθήσει κυριολεκτικά την εντολή του Ιησού Χριστού («Εισίν ευνούχοι οίτινες ευνούχισαν εαυτούς διά την βασιλείαν των ουρανών»- Ματθαίος 19:12) και αυτοευνουχίστηκε σε νεαρή ηλικία. Φέρεται μάλιστα να ωθήθηκε στον αυτοακρωτηριασμό επειδή ήθελε να διδάσκει τον Λόγο του Θεού στις γυναίκες απαλλαγμένος από τον πειρασμό αλλά και από την υποψία των άλλων για τυχόν επιλήψιμη συμπεριφορά. Αργότερα αναθεώρησε την ακραία πράξη του καθώς λόγω έλλειψης σωματικής ακεραιότητας τού κόστισε τον τίτλο του επισκόπου.Κατέληξε να βασανιστεί και να μαρτυρήσει σε μεγάλη ηλικία υπό τον αυτοκράτορα Δέκιο.

«Συνουσιάστηκες με τον Διάβολο! Στην πυρά!»

Ο εν λόγω Ισπανός,από απλός μοναχός και ταπεινός μάγειρος στο Δομινικανό μοναστήρι του Βαγιαδολίδ (1420-1498),κατέληξε εξομολογητής και ευνοούμενος της βασίλισσας Ισαβέλλας της Ισπανίας,κυρίως όμως συνώνυμο του φανατισμού, της προσκόλλησης στο γράμμα της χριστιανικής πίστης και της αναλγησίας.
Κατά τη 15ετή διοίκησή του η ισπανική Ιερά Εξέταση μετετράπη από ένα και μοναδικό δικαστήριο στη Σεβίλλη σε σχεδόν 25 «Ιερά Γραφεία»,ενώ «έκαψε» εκατοντάδες άτομα.
Το μένος του εναντίον των γυναικών που επί εποχής του θεωρούνταν σχεδόν εξ ορισμού ακάθαρτες και πηγή μιάσματος και πειρασμού ήταν παροιμιώδες.Ενας από τους πιο συνηθισμένους λόγους καταδίκης σε θάνατο αφορούσε τη συνουσία των γυναικών με τον Διάβολο ή κάποιο δαίμονα,με σκοπό την απόκτηση υπερφυσικών δυνάμεων.Η κατηγορία ήταν αδύνατον να αντικρουστεί και,μετά τα «απαραίτητα» βασανιστήρια, οδηγούσε απευθείας στην πυρά.

 
Σεξ εκτός γάμου; Αμαρτία, αμαρτία, αμαρτία...

«Το σώμα και μόνο αυτό είναι ικανό να κάνει ορατό το αόρατο:το πνευματικό και το θείο»είχε αναφέρει οΙωάννης Παύλος Β΄(1920-2005) κατά το πρώτο μεγάλο κήρυγμα του οποίου αφορούσε τη Θεολογία του Σώματος.Δίδαξε ότι δεν υπάρχει τελειότερη εικόνα της ένωσης και της κοινωνίας με τον Θεό,στο πλαίσιο της αμοιβαίας αγάπης,από την ερωτική συνεύρεση ενός παντρεμένου ζευγαριού,κατά την οποία οι σύζυγοι προφέρουν ολοκληρωτικά τον εαυτό τους, αποκλειστικά ο ένας στον άλλον,ως το τέλος της ζωής τους,συμμετέχοντας στην τεκνογονία.Αν και υπό αυτό το πρίσμα θεώρησε ανήθικες τις προγαμιαίες σχέσεις,τόνισε ότι υπάρχει μεγάλη ομορφιά στην ερωτική συνεύρεση όταν τελείται σε αρμονία με τις χριστιανικές αξίες της ελεύθερα επιλεγμένης ολοκληρωτικής δέσμευσης και προσφοράς του εαυτού.


«Η ομοφυλοφιλία είναι κουσούρι»

Ο μακαριστός Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος Χριστόδουλος κατέβαλε μεγάλη προσπάθεια να προσελκύσει τους νέους στην Εκκλησία,εμμένοντας παρ΄ όλα αυτά στα ζητήματα της αμαρτίας που συνδέονται με τον ερωτισμό.«Πουθενά στην Αγία Γραφή δεν δικαιώνονται οι προγαμιαίες σχέσεις εφόσον επιτελούνται μεταξύ δύο προσώπων που “αγαπιούνται”.Και πουθενά δεν θα βρούμε αμνήστευση των σχέσεων αυτών επειδή απουσιάζει η πληρωμή και γίνεται επίκληση του ερωτικού αισθήματος»έγραψε στο βιβλίο «Το σώμα του Χριστού και ο κήπος των τέρψεων» (Εκδόσεις Εγρήγορση).Επίσης μεγάλη εντύπωση έχει προκαλέσει η δήλωσή του για την ομοφυλοφιλία:«Σε ποιο κατάντημα έχει φτάσει σήμερα η ανθρωπότητα,η οποία αυτό που είναι αμαρτία βοώσα και κράζουσα θέλει να το καλύψει. Να μη μιλάμε, γιατί ενοχλούνται αυτοί που έχουν το κουσούρι».

TO BHMA

26 Νοεμβρίου 2010

Άκου δούλε Ρωμιέ…

…άκου καλά για να τελειώνω μαζί σου επειδή πολύ σε ανέχτηκα δεκαετίες τώρα. Εσύ ρωμιέ Θεοδωράκη μια χαρά τα πέρασες σκύβοντας όπως ο ίδιος παραδέχεσαι, επί 70 χρόνια το κεφάλι. Οι άλλοι που δεν έσκυψαν το κεφάλι όπως εσύ βρίσκονται ακόμα πεταμένοι στα ρέματα και στις βουνοπλαγιές όπου τους έφαγαν οι σκύλοι επειδή ακριβώς δεν δέχτηκαν όπως εσύ να σκύψουν το κεφάλι. Ριζίδια σαν και τα δικά σου δεν τα θέλουμε, καλύτερα να μας λείπουν, δούλε ρωμιέ που σκύβεις το κεφάλι. Το ήθος και τις ιδέες που πρεσβεύεις δούλε ρωμιέ δεν τα έχουμε ανάγκη. Αυτά που πρεσβεύεις είναι αυτά ακριβώς που μέχρι σήμερα κυβερνούν.

Χόρτασες δούλε ρωμιέ. Χόρτασες καημένε, χόρτασες χρήμα δόξα φήμη και μεγαλεία και είναι αυτό ακριβώς το “νόθο σύστημα ξένης εξάρτησης” που σε χόρτασε και σε διατηρεί χορτάτο να μας λες μπαρούφες. Έγλυψες και προσκύνησες κατουρημένες ποδιές από τους πάντες. Έγλυφες την χούντα από τα παρισινά σαλόνια, έγλυψες το ΚΚΕ το Ισραήλ τις ΗΠΑ την Ρωσία έγλυψες έγλυψες έγλυψες και ακόμα γλύφεις ρωμιέ! Έτσι γλύφοντας αριστερά και δεξιά αναρριχήθηκες εκεί όπου τώρα βρίσκεσαι. Γλύφοντας και με σκυμμένο το κεφάλι έφτασες εδώ που έφτασες και τώρα που πια δεν έχεις τίποτα να χάσεις ξαμολήθηκες να με φλομώσεις στην μπαρούφα πάλι. Νομίζεις ρωμιέ, νομίζεις πως μπορείς να σηκώσεις κεφάλι μετά από εβδομήντα χρόνια που το θυμήθηκες, αλλά ξέχασες δυστυχισμένε πως όταν εσύ κονόμαγες με σκυφτό το κεφάλι στα Παρίσια εδώ κάποιοι χάναν το κεφάλι από τους ώμους τους.

Δεν δικαιούσαι να μιλάς Ρωμιέ. Εσύ και τα φιλαράκια σου δεξιά και αριστερά, είναι που φέρατε την χώρα σε αυτό το χάλι. Είσαι εσύ Ρωμιέ συνυπεύθυνος με όλους αυτούς για το σημείο που τώρα βρισκόμαστε. Έσωσες το κεφάλι σου κρατώντας το σκυμμένο αλλά τώρα μην θέλεις να σώσεις κι εμάς με τον ίδιο τρόπο. Δεν θέλουμε. Να λείπει το βύσσινο! Κράτα το σκυμμένο σου κεφάλι, κράτα και το ήθος σου, κράτα και τον πατριωτισμό σου, δεν τα έχω ανάγκη. Μπορώ καλύτερα χωρίς αυτά και χωρίς να σκύβω το κεφάλι σαν εσένα.

Κατάντησες (φυσικά) τώρα στα γεράματα κοινός αγύρτης ρωμιέ. Νομίζεις όταν λες πως «Τα πάθη που θα διαβάσετε {στην αυτοβιογραφία σου} είναι τα πάθη ενός ολόκληρου λαού» διότι δεν έχεις κανένα δικαίωμα να καπηλεύεσαι τους χιλιάδες νεκρούς, που ούτε καν τους γνωρίζεις, επειδή έγραψες μερικά ωραία τραγουδάκια. Τότε καημένε η προπαγάνδα χρησιμοποίησε εκείνα τα τραγουδάκια σου για να εγκλωβίσει τους ανυποψίαστους σε ιδεολογικό μαντρί (στρατόπεδο το λέτε) κρατώντας τους ρωμιούς, μην τυχόν και γίνουν έλληνες όνομα και πράγμα. Εκείνη η αριστερή προπαγάνδα ήταν ρωμιέ που σ’ έκανε διάσημο και πλούσιο. Αν δεν ήταν εκείνη η ιδεολογική προπαγάνδα σήμερα ίσως να μην σε ήξερε ούτε η μάνα σου ρωμιέ. Και ήταν εκείνη η προπαγάνδα που διατήρησε το ρωμαίικο στον τόπο τούτο μέχρι σήμερα. Να πας λοιπόν να σε διαβάσει κανας παπάς ρωμιέ μιας κι είσαι και χριστιανός δούλος του θεού.

Εγώ βλέπεις δεν ξεχνάω ρωμιέ. Δεν ξεχνάω ούτε τους νεκρούς γονείς μου ούτε τις προδοσίες που τους κάνατε εσύ και οι ιδεολογίες σου. Και ποιές ιδεολογίες σου αλήθεια; Από την αριστερά στην δεξιά από την δεξιά στο κέντρο κι απο κει πάλι στην αριστερά και πάει λέγοντας σε όλη την δυστυχισμένη σου ζωή ρωμιέ. Έκανες τα πάντα για να παραμείνουμε ρωμιοί και να φτάσουμε εδώ που φτάσαμε.

Την σπορά και των δικών σου ιδεών βλέπουμε σήμερα. Την δική σας σπορά βιώνουμε, την σπορά των μεταλλαγμένων. Δεν θέλουμε! Όχι μην σπείρεις άλλο. Ό,τι έσπειρες έσπειρες, αρκεί. Αρκεί διότι όπως φαίνεται ούτε κι εσύ ο ίδιος δεν ανέχεσαι την ρωμαίικη σπορά σου και γι αυτό τσαμπουνάς τώρα στα γεράματα πως θα κάνεις κίνημα. Τι κίνημα να κάνεις βρε ξεμωραμένε γέρο; Τι προλαβαίνεις πια εσύ να κάνεις; Ό,τι ήταν να κάνεις το έκανες! Κοίτα τώρα γύρω σου να δεις τι έκανες και σιώπα. Παραδέξου πως έκανες λάθος και βούλωστο γέρο. Διότι το ίδιο εθνικιστής και πιο εθνικιστής και από τους εθνικιστές ήσουν είσαι κι εσύ! Όλη σου την ζωή ένα τεράστιο κράτος ονειρευόσουν. Ε τώρα που τα κατάφερες κι εσύ, πάρε τεράστιο κράτος και να δούμε ποιός θα το ταΐσει γέρο.   

Τράβα λοιπόν να κάτσεις αγκαλιά με τον Μαρκεζίνη και παράτα μας. Δεν έχεις λόγο πια. Πλέον μόνο οι εναπομείναντες ρωμιοί σε ακούν ξεμωραμένε. Εύχομαι σε επίπεδο συμβολισμού αφού τόσο σου αρέσουν οι συμβολισμοί, εύχομαι μαζί σου να πεθάνει και ο τελευταίος ρωμιός και η ρωμιοσύνη. Άιντε μπας και εκλείποντας η γενιά σου καταφέρουμε οι έλληνες να φτιάξουμε μια καλύτερη πατρίδα ανώτερη του κράτους σας. Διότι αν δεν το έχεις καταλάβει ακόμα ρωμιέ Μίκη Θεοδωράκη, εσύ και το σινάφι σου φτιάξατε ένα κράτος που τρώει τους υπηκόους του πολεμώντας ηρωικά τους… εχθρούς και τώρα φοβάσαι μην όλο αυτό χαθεί. Να χαθεί λοιπόν. Να χαθεί το ρωμαίικο μαζί μ’ εσένα τον ρωμιό μπας και καταφέρουν οι έλληνες να φτιάξουν μια πατρίδα που να μην τρώει τα παιδιά της. Μια πατρίδα (και όχι ένα κράτος) που αντί να πολεμάει εχθρούς να διαπαιδαγωγεί Ανθρώπους. Η ηρωική εποχή τελείωσε για την Ελλάδα γέρο. Καιρός να γίνουμε φυσιολογικοί άνθρωποι αντί μισότρελοι ήρωες.        

«Το “Αξιος Εστί» έχει  αυτοβιογραφικό χαρακτήρα για να  πληροφορηθεί ο λαός την αλήθεια  που προσπάθησαν να κρύψουν  όλα τα χρόνια οι εθνικόφρονες»,  είπε ο Μίκης για το βιβλίο  αυτοβιογραφικών εξοµολογήσεων  που παρουσιάστηκε χθες το βράδυ

«Επί 70 χρόνια σκύβω το κεφάλι και περιµένω, µε τους επιζήσαντες του Εµφυλίου, για να έλθει η στιγµή όπου τα αναγεννητικά ριζίδια θα αποτινάξουν κάθε νόθο σύστηµα ξένης εξάρτησης για να ρίξουν σπορά ιδεών, ήθους και πατριωτισµού.Αυτό που λέγεται πάντα Ρωµιοσύνη», έλεγε χτες ο Μίκης.
Φέτος έκλεισε τα 85 του και παραµένει ένας µεγάλος γρίφος. Ο Μίκης Θεοδωράκης συγκρούστηκε µε τους πάντες (από τη χούντα µέχρι την ΚΝΕ και το κράτος του Ισραήλ).Εζησε µέσα στη νεώτερη Ιστορία της Ελλάδας. Και του κόσµου. Και µε τη Μουσική. Κάθε του στιγµή έχει τον δικό της παρεµβατικό χαρακτήρα. Γιατί έτσι έµαθε πάντα. Και γιατί κάθε σελίδα της νεώτερης ελληνικής Ιστορίας τον περιέχει.
Θα µπορούσε να σωπάσει την εποχή του ∆ΝΤ και της τρόικας; Στην παρουσίαση, χθες,στο κατάµεστο θέατρο του Ιδρύµατος Μ. Κακογιάννη (ήταν παρών και ο σκηνοθέτης) του βιβλίου «Μίκης Θεοδωράκης 85 χρόνια Αξιος Εστί. Ο συνθέτης αφηγείται τη ζωή του στον Γεώργιο Π. Μαλούχο καιµιλά για την ιστορία της νεότερης Ελλάδας. Από τον Μεσοπόλεµο στη χρεοκοπία» (Εκδ. Π. Κυριακίδη) επιβεβαίωσε τη διαρκή παρουσία του στα κοινωνικοπολιτικά δρώµενα της Ελλάδας – και σήµερα σε µια εύφλεκτη στιγµή.
«Τα πάθη που θα διαβάσετε είναι τα πάθη ενός ολόκληρου λαού», έλεγε χτες ο Μίκης µε τον χειµαρρώδη – όπως πάντα – λόγο του. «Το “Αξιος Εστί” έχει αυτοβιογραφικό χαρακτήρα για να πληροφορηθεί ο λαός την αλήθεια που προσπάθησαν να κρύψουν όλα τα χρόνια οι εθνικόφρονες».
«Ισως το πιο βαθύ αίτιο της σηµερινής κρίσης είναι ότι στις αρχές του 21ου αιώνα η Ελλάδα αυτή του Θεοδωράκη και του Ελύτη και όσων το έργο τους κι οι ίδιοι αντιπροσώπευσαν, έχει ηττηθεί από µιαν άλλη, εύκολη και ψευδεπίγραφη. Το 1975 ο Μίκης ξεσήκωνε την Ελλάδα τραγουδώντας “τη Ρωµιοσύνη µην την κλαις” όµως όταν το 1984 τραγουδούσε“τη Ρωµιοσύνη τώρα να την κλαίς”, στο έργο “∆ιόνυσος”, δεν άκουγε πια κανείς», όπως παρατηρεί ο συγγραφέας Γιώργος Π.Μαλούχος. Και το επισήµανε ο οµιλητής στην παρουσίαση νοµικός Βασίλειος Μαρκεζίνης –του οποίου, όπως είπε ο Μίκης, η παρουσία (καθώς ανήκουν σε διαφορετικά ιδεολογικά στρατόπεδα) είχε «έντονο συµβολικό χαρακτήρα». Στη χτεσινή παρουσίαση αφού ο Μίκης έκανε αναδροµή στην ιστορία του ΕΑΜ και του αγώνα κατά της δικτατορίας, προβλήθηκαν αποσπάσµατα από παλαιότερη λαϊκή συναυλία, στην οποία τραγουδούσε ο ίδιος. Το «παρών» έδωσαν µεταξύ άλλων οι Μιλτιάδης Παπαϊωάννου, Βύρων Πολύδωρας, ∆ηµήτρης Σιούφας, Αννα Νταλάρα, Λουκιανός Κηλαηδόνης κ.ά.

TA NEA

25 Νοεμβρίου 2010

25 Νοεμβρίου: Παγκόσμια ημέρα κατά της βίας εναντίον των γυναικών

 

Μπορεί ακόμα και σήμερα να ακούγεται περισσότερο ως ανέκδοτο, αλλά ήδη από το 1974 ο Gelles διαπίστωσε ότι οι άντρες σύζυγοι έπεφταν θύματα βίας σχεδόν με την ίδια συχνότητα όσο και οι γυναίκες.

Το 1994 στις ΗΠΑ 167 χιλιάδες άνδρες κατήγγειλαν ότι είχαν δεχτεί σωματική βία από τις συντρόφους τους και πολύ περισσότεροι παραδέχτηκαν ότι έχουν βιώσει παρόμοια περιστατικά, αλλά δεν το ανέφεραν πουθενά, για να μην γελοιοποιηθούν.

Το ίδιο επιβεβαιώθηκε τυχαία και από άλλες έρευνες ( Tjaden & Thoennes, 2000) δεδομένου ότι πρόθεσή τους ήταν να καταγράψουν τη γυναικεία κακοποίηση, επισημαίνει ο Ευστράτιος Παπάνης, επίκουρος Καθηγητής Κοινωνιολογίας Πανεπιστημίου Αιγαίου.
Έτσι, τα φειδωλά επίσημα στοιχεία καταλήγουν ότι τουλάχιστον το 12,4% των ανδρών έχει δεχτεί φυσική βία από την επίσημη ή πρώην σύζυγο, ενώ το 4,6% ότι έχει πέσει θύμα ακραίων συμπεριφορών από τη γυναίκα, στις οποίες συμπεριλαμβάνονται κλωτσιές, μπουνιές, δαγκώματα, χρήση μαχαιριού ή όπλου (Straus, 1980). Στις ερωτηθείσες γυναίκες, οι περισσότερες παραδέχτηκαν ότι πολύ συχνά υπερβαίνουν τα εσκαμμένα κυρίως με το πέταγμα αντικειμένων εναντίον του συντρόφου τους με σκοπό να τον πληγώσουν.
Η οικογενειακή βία δεν μπορεί να ερμηνευτεί απλοϊκά με σεξιστικούς όρους, όπως επεχείρησαν να το κάνουν οι γυναικείες οργανώσεις, αλλά είναι ένα πολυσύνθετο φαινόμενο. Το 1991 οι Follingstad et all απέδειξαν ότι τα φαινόμενα ανδρικής κακοποίησης δεν οφείλονταν σε αυτοάμυνα των γυναικών, αλλά είχαν όλα τα χαρακτηριστικά κανονικής επίθεσης, που μπορούσε να αποδοθεί στο θυμό, στην εκδίκηση, στην αδυναμία έκφρασης των συναισθημάτων προφορικά, στην άσκηση εξουσίας, στη ζήλια, στην έλλειψη κατανόησης, στο άγχος και στη διεκδίκηση του ελέγχου.
Το ανησυχητικό είναι ότι η χρήση βίας εκ μέρους των γυναικών σχεδόν διπλασιάζεται από δεκαετία σε δεκαετία. Έρευνες σε νιόπαντρα ζευγάρια έδειξαν ότι πριν από το γάμο το 44% των γυναικών είχαν ασκήσει βία, 18 μήνες μετά το γάμο το ποσοστό ανέρχεται σε 36% και 30 μήνες μετά το γάμο το 32% δήλωσε ότι εξακολουθεί να καταφεύγει σε παρόμοιες συμπεριφορές. Παράλληλα, βρέθηκε ότι ενώ οι άνδρες έτειναν να μαλακώνουν με το χρόνο και τη συμβίωση, οι γυναίκες γίνονταν ολοένα και πιο επιθετικές. Ο O’ Leary (1989) διαπίστωσε ότι στο 41-57% των περιπτώσεων αυτών, ο σύζυγος που δεχόταν επίθεση κατέφευγε σε βίαιη αυτοάμυνα, αλλά το υπόλοιπο 30- 40% δεχόταν τη βία παθητικά.
Καθώς αναλύουμε την ενδο-οικογενειακή βία καταρρίπτεται πλέον ο μύθος του άνδρα θύτη και της γυναίκας θύματος και τείνουμε να ομιλούμε για βίαια ζευγάρια. Στο 58,5% των περιπτώσεων αναφοράς βίας αυτή ήταν αμοιβαία, ενώ στο 41,5% η άσκησή της οφειλόταν εξίσου στη γυναίκα όσο και στον άνδρα. Σε έρευνα των Simonelli & Ingram (1998) σε φοιτητές διαπιστώθηκε ότι ποσοστό 40% των ανδρών είχε υποστεί βία από την κοπέλα του και το 29% αναγκάστηκε να καταφύγει σε νοσοκομείο. Παρά το γεγονός ότι ο άνδρας μπορεί να ασκήσει μεγαλύτερη μυϊκή δύναμη ή να περιορίσει αποτελεσματικότερα την επιτιθέμενη σύντροφό του, οι γυναίκες καταφεύγουν σε πιο περίπλοκες και καλύτερα σχεδιασμένες μορφές βίας, οι οποίες εξισώνουν τα ποσοστά. Αυτό επιβεβαιώνεται απόλυτα στις περιπτώσεις ενδο-οικογενειακής βίας που καταλήγουν σε θάνατο ή σε σοβαρό τραυματισμό.
’Με επίγνωση ότι η παρούσα έρευνα είναι από τις πρώτες που ασχολούνται με το θέμα της ανδρικής κακοποίησης στην Ελλάδα και ότι αποτελεί θέμα ταμπού και για άνδρες και για γυναίκες, ενώ τα αποτελέσματα μπορούν να λάβουν πολλές ερμηνείες, παρουσιάζουμε τα κυριότερα ευρήματα, που καταγράφουν πιλοτικά τη γενική τάση’, σημειώνει ο κ. Παπάνης. Η έρευνα πραγματοποιήθηκε κατά το χρονικό διάστημα 2006-2008.
Δείγμα: Στην έρευνα συμμετείχαν 250 άνδρες οι οποίοι εξετάστηκαν ξεχωριστά, 280 γυναίκες, που εξετάστηκαν ξεχωριστά και 142 έγγαμα ζευγάρια, που εξετάστηκαν σε κοινή συνέντευξη. Από τους άνδρες, οι 115 ήταν έγγαμοι και οι 135 σε κάποια μορφή σχέσης (αρραβωνιασμένοι (14), σε συμβίωση (19), διαζευγμένοι (42), σε διάσταση (35) και σε απλή σχέση (25) ). Από τις γυναίκες, οι 167 ήταν έγγαμες και οι 113 σε κάποια μορφή σχέσης (αρραβωνιασμένες (18) , σε συμβίωση (11), διαζευγμένες (22), σε διάσταση (25) και σε απλή σχέση (37). Το δείγμα προερχόταν από αστικές (37%), ημιαστικές (46%) και αγροτικές περιοχές (17%) της Ελλάδας, ενώ το εύρος της ηλικίας τους ήταν από 18-65 ετών. Οι ερωτώμενοι συμπλήρωσαν ερωτηματολόγιο, ενώ τα ζευγάρια που εξετάστηκαν από κοινού πέρασαν και από ημιδομημένη συνέντευξη.
Τα ποσοστά των ανδρών που εξετάστηκαν χωριστά και ανέφεραν ότι είχαν πέσει θύματα φυσικής βίας χωρίς οι ίδιοι να έχουν πρώτοι επιτεθεί (χαστούκι, κλωτσιά, γρατζουνίσματα, πέταγμα αντικειμένων, τραυματισμός κλπ) από τις γυναίκες ήταν: Παντρεμένοι 34,7%, σε συμβίωση 25,2%, διαζευγμένοι 37,6%, σε διάσταση 48,1%, αρραβωνιασμένοι 8% και σε απλή σχέση 23,5%. Τα ποσοστά των γυναικών που εξετάστηκαν ξεχωριστά και ανέφεραν ότι άσκησαν φυσική βία, ενώ δεν βρίσκονταν σε άμυνα ήταν: Παντρεμένες 32%, σε συμβίωση 29,8%, διαζευγμένες 26,8%, σε διάσταση 36%, αρραβωνιασμένες 3% και σε απλή σχέση 26,4%.

Στα έγγαμα ζευγάρια οι άνδρες ανέφεραν ότι δέχτηκαν επίθεση σε ποσοστό 31,5%, ενώ οι γυναίκες δήλωσαν ότι επιτέθηκαν σε ποσοστό 38,4%.
Να σημειωθεί ότι, όπως έχουν αποδείξει οι Goldberg and Tomianovich (1984) και Smith (et al., 1992) οι άνδρες – παρά το κοινό στερεότυπο- υφίστανται εξίσου σοβαρούς τραυματισμούς κατά την γυναικεία φυσική βία, όσο και οι γυναίκες. Στην ελληνική έρευνα το 12,7% των ανδρών που εξετάστηκε ξεχωριστά ανέφερε ότι αναγκάστηκε να καταφύγει σε νοσοκομείο για την περιποίηση τραυμάτων που οφείλονταν σε γυναικεία επίθεση, ενώ το 23% των γυναικών ανέφερε ότι σκοπός της επίθεσης που έκανε ήταν ο σοβαρός τραυματισμός ή η βλάβη του άντρα.
Τα αντίστοιχα ποσοστά ψυχολογικής βίας, όπως δηλώθηκαν από τους άνδρες που εξετάστηκαν ξεχωριστά, ήταν: Παντρεμένοι 89,3%, σε συμβίωση 65,7%, διαζευγμένοι 93%, σε διάσταση 98%, αρραβωνιασμένοι 27,7% και σε απλή σχέση 54%. Οι γυναίκες φαίνεται να αναγνωρίζουν καλύτερα την φυσική παρά την ψυχολογική βία, όταν την ασκούν. Έτσι από όσες εξετάστηκαν ξεχωριστά, οι παντρεμένες ανέφεραν ψυχολογική βία προς τον σύντροφό τους σε ποσοστό 31,5%, οι αρραβωνιασμένες 3%, όσες ήταν σε συμβίωση 26%, οι χωρισμένες 35%, οι εν διαστάσει 38,5% και όσες ήταν σε απλή σχέση 41%. Τέλος στα έγγαμα ζευγάρια που εξετάστηκαν μαζί, το ποσοστό ψυχολογικής βίας που αναφέρθηκε ήταν 78% εκ μέρους των ανδρών και 52,6% εκ μέρους των γυναικών.
Ένα πολύ σημαντικό εύρημα είναι ότι η ψυχολογική κακοποίηση του άνδρα πολλές φορές δεν ασκείται αποκλειστικά από τη σύζυγο αλλά και από άλλα μέλη της οικογένειας καταγωγής της. Έτσι από τους παντρεμένους άνδρες που εξετάστηκαν χωριστά το 76,8% δηλώνει ότι ψυχολογική βία δέχτηκε και από τη μητέρα, τον πατέρα ή άλλο μέλος της οικογένειας της συζύγου, ενώ συμφωνεί με αυτό το 57% των γυναικών.

Μία ερώτηση της έρευνας αφορούσε την έναρξη και συνέχιση της φυσικής ή ψυχολογικής βίας κατά τη διάρκεια των τελευταίων τριών μηνών. Από τους άνδρες που ανέφεραν ότι ασκούσαν ψυχολογική ή και σωματική βία, το 38% θεώρησε ότι αρχικά ήταν υπαίτιο γι’ αυτήν, 35% κατηγόρησε τη σύντροφο και 27% απέδωσε την ευθύνη και στους δύο. Οι γυναίκες που βίωσαν ενδοοικογενειακή βία, απέδωσαν την ευθύνη για την έναρξη του διαπληκτισμού κατά 52% στις ίδιες, 30% στους συντρόφους τους και 18% και στους δύο.
Οι άνδρες που πέφτουν θύματα κακοποίησης από τη σύντροφό τους βιώνουν θυμό (75%), συναισθηματική καταρράκωση (40%), κατάθλιψη και ταπείνωση (35%), τάση για εκδίκηση (25%), αίσθημα ότι είναι ευάλωτοι (23%), και φόβο ή ντροπή (15%). Οι συνέπειες είναι ακόμα πιο έντονες στους νεαρούς άντρες: η εμπειρία μιας πρώιμης βίαιης σχέσης στιγματίζει τις μετέπειτα αλληλεπιδράσεις τους με το ‘ασθενές’ φύλο και τους καθιστά πιο ευάλωτους σε μελλοντικά καταθλιπτικά επεισόδια και στην εμφάνιση ψυχοσωματικών συμπτωμάτων.
Μάλιστα η επικινδυνότητα αυξάνεται ανάλογα με την ένταση της βιωμένης βίας. Ο συνδυασμός των δύο (φυσικής και ψυχολογικής) μπορεί να αποτελέσει τροχοπέδη για την ομαλή κοινωνική και συναισθηματική ανάπτυξη του άνδρα.
Στην ψυχολογική βία που αντιμετωπίζουν οι διαζευγμένοι ή οι εν διαστάσει άνδρες περιλαμβάνεται και το σύνδρομο της γονικής αποξένωσης κατά το οποίο η γυναίκα στρέφει εναντίον του πατέρα το παιδί ή τα παιδιά τους. Στην έρευνα ( Παπάνης Ε, Η αυτοεκτίμηση των παιδιών από χωρισμένους γονείς) διεφάνη ότι αυτό είναι ιδιαίτερα συχνό στις ελληνικές οικογένειες.
Τα στοιχεία της έρευνας είναι συντριπτικά:
Η μητέρα αναλαμβάνει την κηδεμονία των παιδιών στο 87,1% των περιπτώσεων (85,7% των αγοριών και 88,1% των κοριτσιών) έναντι του 12,9% των περιπτώσεων, όπου ο πατέρας είναι ο υπεύθυνος κηδεμόνας των παιδιών (14,3% των αγοριών και 11,9% των κοριτσιών).

Το 38,1% των αγοριών σε σχέση με το 68,3% των κοριτσιών διατηρεί επαφή μόνο με τη μητέρα του μετά το διαζύγιο. Αντιθέτως, το 11,9% των αγοριών και το 6,7% των κοριτσιών διατηρεί επαφές μόνο με τον πατέρα. Και με τους δύο γονείς έχει σχέσεις το 47,6% των αγοριών και το 23,3% των κοριτσιών, ενώ μόνο το 2,4% των αγοριών και το 1,7% των κοριτσιών δεν διατηρεί επαφές με κανέναν από τους δύο γονείς. Η διαφορά αυτή στα ποσοστά είναι στατιστικώς σημαντική.
Διαφοροποιήσεις παρουσιάζονται ανάμεσα στα δύο φύλα και όσον αφορά την απόδοση ευθυνών για το διαζύγιο. Συγκεκριμένα, το 46,3% των αγοριών και το 66,7% των κοριτσιών θεωρεί ότι υπεύθυνος για το χωρισμό είναι ο πατέρας. Τα ποσοστά αυτά μειώνονται σε 12,2% για τα αγόρια και 11,7% για τα κορίτσια, όταν υπεύθυνη για το χωρισμό θεωρείται μόνο η μητέρα. Το 41,5% των αγοριών και το 21,7% των κοριτσιών αποδίδουν την ευθύνη και στους δύο γονείς.
Στους αστικούς χώρους περισσότερο υπεύθυνος για το χωρισμό θεωρείται ο πατέρας, γεγονός που ισχύει και για χωριά-μικρές πόλεις, σε μικρότερο ποσοστό.
Το 61,1% των παιδιών ηλικίας 15-25 θεωρούν υπεύθυνο για το χωρισμό τον πατέρα, το 11,1% τη μητέρα και το 27,8% και τους δύο. Στην ηλικιακή ομάδα 26-36 ετών, το 22,2% θεωρεί υπεύθυνο τον πατέρα, το 22,2% τη μητέρα και το 55,6% και τους δύο.
Ενώ μόλις το 28,9% των παιδιών ηλικίας 15-25 ετών διατηρεί επαφή και με τους δύο γονείς, στις ηλικίες 26-36 το ποσοστό αυτό αυξάνεται στο 88,9%. Η διαφοροποίηση αυτή είναι στατιστικώς σημαντική.
Οι περισσότερες μελέτες μέχρι τώρα έχουν εσφαλμένα επικεντρωθεί στις περιπτώσεις που ο άνδρας είναι αποκλειστικά θύτης ή μόνο θύμα. Η συνηθέστερη όμως περίπτωση είναι η εμφάνιση αμοιβαίας βίας στο ζευγάρι και τότε η διαχωριστική γραμμή θύτη και θύματος είναι θολή. Οι ρόλοι γίνονται συμπληρωματικοί και φαίνεται ότι υπάρχει ένα άδηλο νοσηρό συμβόλαιο μεταξύ των συντρόφων.
Η συναισθηματική ή ψυχολογική κακοποίηση των ανδρών αναφέρεται σε συμπεριφορές που έχουν ως σκοπό να ταπεινώσουν, να εξευτελίσουν και να ντροπιάσουν τον άνδρα, να τον κάνουν να νιώσει ανίκανος, άχρηστος, ένοχος και τελικά να του μειώσουν το αυτοσυναίσθημα. Τέτοιες συμπεριφορές εκ μέρους των γυναικών είναι οι φωνές, η διαρκής γκρίνια, οι τσιρίδες, οι προσβολές, οι ειρωνείες και ο σαρκασμός, η γελοιοποίηση μπροστά σε άλλους, ο οικονομικός έλεγχος, η αποκοπή του άνδρα από συγγενείς και φίλους, η εσκεμμένη διακοπή της λεκτικής επικοινωνίας από τη σύζυγο, η άσκηση ελέγχου σε κάθε πτυχή της ζωής του άνδρα, η διαρκής αρνητική κριτική κλπ. Σε πολλές περιπτώσεις η ψυχολογική κακοποίηση μπορεί να συνυπάρχει με τη φυσική.
Τα στοιχεία είναι συντριπτικά: Το μεγαλύτερο ποσοστό των ανδρών θα βιώσει σε κάποια στιγμή της ζωής του συναισθηματική βία από τη σύντροφό του, αλλά σπάνια ή ποτέ δεν θα το αναφέρει στους φίλους και πολύ περισσότερο στις αρχές. Κι όμως οι συνέπειές της θα είναι καθοριστικές, δεδομένου ότι θα επηρεαστεί αρνητικά η αυτοεκτίμησή του, η εργασιακή του απόδοση, η κοινωνική του ζωή και η προσωπική και πνευματική του εξέλιξη.

Οι νεαροί άνδρες διατρέχουν πέντε φορές μεγαλύτερο κίνδυνο να υποστούν ψυχολογική κακοποίηση σε σύγκριση με τους μεγαλυτέρους και κρίσιμες φάσεις της ζωής του ζευγαριού (πχ. Συνταξιοδότηση, αλλαγή επαγγέλματος, απώλεια δουλειάς, χαμηλό εισόδημα, υπερωρίες, γέννηση παιδιών) θα επιτείνουν το φαινόμενο. Έχει πλέον διαπιστωθεί ότι οι γυναίκες που βιώνουν οι ίδιες έντονες κοινωνικές και διαπροσωπικές συγκρούσεις, διαθέτουν μεταιχμιακή προσωπικότητα, καταναλώνουν υπερβολικές ποσότητες αλκοόλ, πάσχουν από κατάθλιψη ή κυκλοθυμίες έχουν μεγαλύτερες πιθανότητες να ασκήσουν ψυχολογική κακοποίηση στους συντρόφους τους. Η συμπεριφορά αυτή, κατά κανόνα, αντανακλά δικές τους εσωτερικές συγκρούσεις, παιδικά τραύματα ή ανασφάλειες.
Φωνάζουν στους άντρες τους θεωρώντας τους υπεύθυνους για οτιδήποτε αρνητικό συμβαίνει, αντί να παραδεχτούν το πρόβλημά τους, έχουν μη ρεαλιστικές προσδοκίες και απαιτήσεις από αυτούς, τους θεωρούν ένοχους για τα δικά τους συναισθήματα και τους κατηγορούν ότι αυτοί δεν κάνουν κάτι για να τα αλλάξουν. Διαβλέπουν κακή πρόθεση σε κάθε τους ενέργεια και φροντίζουν να τους μειώνουν σε κάθε περίσταση. Συχνά ενδύονται την εικόνα του θύματος και πολλές φορές κερδίζουν την υποστήριξη φίλων που δεν γνωρίζουν ποια ακριβώς είναι η αλήθεια.
Το ανδρικό στερεότυπο, που θέλει τον άνδρα ισχυρό, σίγουρο, ανεξάρτητο, αυτάρκη πλήττεται και αυτό προκαλεί έντονα συναισθήματα στον κακοποιημένο σύντροφο, ο οποίος, εάν το αναφέρει, θα αντιμετωπίσει σκεπτικισμό, έκπληξη και ειρωνεία. Η εσωτερίκευση του γεγονότος, όμως, θα προκαλέσει συναισθηματική ανισορροπία και θα καταρρακώσει το αυτοσυναίσθημα του άντρα, που αισθάνεται εγκλωβισμένος σε μια κατάσταση που διαρκώς επιδεινώνεται. Πολλά θύματα ψυχολογικής κακοποίησης δήλωσαν ότι η γελοιοποίηση μπροστά σε φίλους προκαλούσε πιο οδυνηρά συναισθήματα ακόμα και από τη φυσική βία εκ μέρους των γυναικών.
Η πορεία της ψυχολογικής κακοποίησης μερικές φορές ακολουθεί συγκεκριμένη πορεία: Αρχικά η γυναίκα είναι εκνευρισμένη για κάποια αιτία που δεν αποκαλύπτει στο σύντροφό της. Ο άνδρας διαπιστώνει τη δυσθυμία της και φοβούμενος έκρηξη θυμού αρχίζει να τη ρωτά τι έχει, υποψιαζόμενος ότι κάτι έχει κάνει που την ενόχλησε. Η γυναίκα θέλει να του μιλήσει, ώστε να αισθανθεί λιγότερη μοναξιά. Αρχικά αποδίδει τη σύγκρουση στον άνδρα και αυτός σε αντίδραση απομονώνεται συναισθηματικά και επιχειρεί να της εξηγήσει με λογικά πλέον επιχειρήματα.

Η γυναίκα τότε, που περιμένει συναισθηματική υποστήριξη, νιώθει αγνοημένη, βιώνει έλλειψη συναισθηματικής στήριξης, δεν κατανοεί κανένα από τα λογικά του επιχειρήματα ή διαστρεβλώνει συναισθηματικά το λογικό μήνυμά τους, οργίζεται εναντίον ενός άντρα που δεν διαβλέπει κάποιο σημαντικό πρόβλημα, που για εκείνη είναι βασικό. Η γυναίκα οργίζεται και αρχίζει να αποδίδει σε αυτόν τις αιτίες όλων των προβλημάτων στη σχέση τους. Αναρωτιέται εάν ο άντρας της έχει καθόλου συναισθήματα ή γιατί δεν της τα αποκαλύπτει. Τελικά επιτίθεται σε αυτόν, τον χαρακτηρίζει ψεύτη και εμπλέκει στο λόγο της και πρόσωπα του συγγενικού ή φιλικού του περιβάλλοντος. Τον αποκαλεί ανίκανο και άχρηστο. Απομονώνεται στο δωμάτιό της και καταφεύγει σε ψυχολογικό πόλεμο.
Η κατάσταση αυτή μπορεί να κρατήσει για εβδομάδες και να καταλήξει στην πλήρη απαξίωση του άνδρα. Ο σύντροφος τότε ενοχοποιεί τον εαυτό του, νιώθει ανίκανος να την καταλάβει και απομακρύνεται ακόμα περισσότερο. Ο κίνδυνος για ψυχολογική βία αυξάνεται όταν μπροστά στο σκηνικό βρίσκονται παιδιά, στα οποία η γυναίκα κοινοποιεί πόσο φαύλος είναι ο πατέρας τους. Αυτό ολοκληρώνει τη συναισθηματική συντριβή του άνδρα. Σε κάποια στιγμή ο άνδρας φτάνει στα όριά του, σπάει κάτι, χτυπά τη γροθιά του στο τραπέζι, για να της δείξει ότι αυτό είναι το τελευταίο που μπορεί να δεχτεί, ότι και αυτός είναι εξοργισμένος. Επιτυγχάνει, όμως, το ακριβώς αντίθετο.

Τόσο καιρό δεν της έδειχνε τα συναισθήματά του. Ποτέ δεν της έδωσε να καταλάβει ότι μπορεί να ελέγξει την κατάσταση. Πάντα υποχωρούσε ή αντιδρούσε παθητικά στην ποικιλία ψυχολογικής βία, που του εξασκούσε. Άρα ο θυμός του είναι εύκολα διαχειρίσιμος. Αντί να καταλάβει ότι η κατάσταση έχει βγει εκτός ελέγχου, τον προκαλεί λέγοντάς του ‘ Τι θα κάνεις, θα με χτυπήσεις. Κάντο και θα σε καταστρέψω οικονομικά. Δεν θα δεις ποτέ ξανά τα παιδιά σου.’
Ο άνδρας αποχωρεί και αυτό την εξοργίζει ακόμα περισσότερο. Ο κύκλος της ψυχολογικής βίας έχει διαιωνιστεί, αλλά αυτό ήταν εκείνο που η ίδια επεδίωκε υποσυνείδητα.
Το ερώτημα που γεννάται είναι γιατί οι σύντροφοι επιλέγουν να μείνουν με κάποιον που τους κακοποιεί σωματικά ή συναισθηματικά. Για τις γυναίκες η βιβλιογραφία αναφέρει ποικίλους κοινωνικούς ή πολιτισμικούς ρόλους, συναισθηματική εξάρτηση από το σύντροφο και φόβο ότι θα εκδικηθεί τον ενδεχόμενο χωρισμό. Για τους άνδρες, οι οποίοι συνήθως έχουν και τα οικονομικά μέσα να χωρίσουν και ο κοινωνικός στιγματισμός δεν είναι τόσο έντονος, ο κυριότερος λόγος είναι η δέσμευση που συνεπάγεται ο γάμος. Μπορεί να ακούγεται περίεργο, αλλά δεν είναι συνήθως ο άντρας αυτός που επιλέγει να χωρίσει, αλλά οι γυναίκες. Ταυτόχρονα, η νομοθεσία είναι απόλυτα άδικη εις βάρος των ανδρών.

Ο άνδρας θα αναγκαστεί να αλλάξει τρόπο ζωής, θα βλέπει τα παιδιά του υπό εξευτελιστικές και οριοθετημένες συνθήκες, τα οικονομικά του θα επιδεινωθούν. Ο γονεικός τους ρόλος επισκιάζεται εσφαλμένα από αυτόν της μητρότητας, οι επιπτώσεις ενός διαζυγίου επιβαρύνουν περισσότερο τους άνδρες και η βίωση του χωρισμού είναι πολύ εντονότερη. Σε πανελλήνια έρευνα (Παπάνης 2004) βρέθηκε ότι οι χωρισμένες γυναίκες είχαν πολύ υψηλότερα ποσοστά αυτοεκτίμησης σε σύγκριση με τους διαζευγμένους άντρες, οι οποίοι καθηλώνονταν για πολλά χρόνια στην τραυματική φάση του χωρισμού.
Τέλος, τα κοινωνικά στερεότυπα του ‘ισχυρού’ φύλου θα αναγκάσουν τον κακοποιημένο άνδρα να υποστεί το σαρκασμό, τα πειράγματα και τη γελοιοποίηση, αν διανοηθεί να καταγγείλει το γεγονός.

‘Είναι καιρός η κοινωνία μας να απαγκιστρωθεί από τα στερεότυπα όσον αφορά τα δύο φύλα και να επαναπροσδιορίσει το ρόλο τους με πιο ορθολογικά κριτήρια και λιγότερες υστερικές φωνές’, καταλήγει ο κ. Παπάνης.

Πηγή

23 Νοεμβρίου 2010

Γεροντοκόρη.

Παρέα με δυο γεροντοκόρες βρέθηκα την περασμένη εβδομάδα . Ετών 40+ άγνωστες μεταξύ τους κι εγώ παλιός κοινός γνωστός τους καθίσαμε να τα πούμε κι έφριξα! Μεταξύ τυριού και αχλαδιού πολύ γρήγορα αντιλήφθηκα πως έπρεπε να σιωπήσω αλλά και να υποδαυλίσω την συζήτηση που άνοιξαν μεταξύ τους όταν διαπίστωσαν τον κοινό τους γεροντοκορισμό κι έγιναν… φίλες σε χρόνο dt. Ανύπαντρες και οι δύο και άτεκνες που όμως στην ζωή τους είχαν από έναν τουλάχιστον μεγάλο έρωτα στα νιάτα τους τον οποίο όμως και οι δύο εγκατέλειψαν με απώτερο σκοπό την καριέρα και το χρήμα. Ένοιωθαν τότε που ήταν νέες κι ερωτευμένες, πως άξιζε να θυσιάσουν εκείνους τους έρωτες προκειμένου να κάνουν πρώτα καριέρα ή μήπως τις ερωτευθεί κάνας πλούσιος αφού οι νεανικοί τους έρωτες δεν ήταν καθώς φαίνεται ούτε πλούσιοι σε χρήμα ούτε είχαν προλάβει να κάνουν επαγγελματική καριέρα.

Η δικαιολογία που έθεσαν στους εαυτούς τους ήταν τα παιδιά. Πώς να μεγαλώσουν παιδιά χωρίς χρήμα και μια καλή δουλειά; Έβαλαν λοιπόν μπροστά τα παιδιά που ακόμα δεν είχαν κι απέρριψαν τον έρωτα. Έμαθα πως μια γυναίκα παντρεύεται μόνο για να κάνει παιδιά και για κανέναν άλλο λόγο. Έμαθα πως μια γυναίκα για να παντρευτεί πρέπει να νοιώθει ασφάλεια οικονομική πρώτα και κατόπιν αισθηματική. Έμαθα πως οι άντρες δεν είμαστε παρά αντικείμενα ασφάλειας και γονιμοποίησης και ουδέν άλλο. Τα συναισθήματα των αντρών μετρούν λιγότερο από την τσέπη και η ουσία βρίσκεται στον τραπεζικό λογαριασμό.

Δεν βρέθηκε λοιπόν κάποιος πλούσιος ή έστω καριερίστας να τις ερωτευτεί για να τον παντρευτούν κι έτσι οι φίλες μου έμειναν στο ράφι. Μεταχειρίστηκαν όλα τα πιθανά και απίθανα κόλπα μέχρι ψευδείς εγκυμοσύνες άκουσα, αλλά γαμπρό στα μέτρα τους δεν βρήκαν.  Πέρασαν τα χρόνια μαράζωσαν τα βυζιά τους και τώρα στα περασμένα των σαράντα τους χρόνια, χτύπησε το βιολογικό ρολόι. Τώρα θέλουν οπωσδήποτε να γίνουν μάνες έχουν φτάσει στο όριο και ο πήχης για τον επιβήτορα κατέβηκε. Ας έχει μια δουλίτσα έστω ένα μικρό μαγαζάκι ας είναι και χωρισμένος με παιδιά, ας είναι άσχημος, ας μένει ακόμα μαζί με την μάνα του, κανένα πρόβλημα αρκεί να θέλει να τις γονιμοποιήσει! Τόσο χαμηλά πια ο πήχης και βέβαια για έρωτες αγάπες και λοιπά τέτοια ούτε λόγος.

Δηλαδή είτε έτσι είτε αλλιώς, είτε από έρωτα στα νιάτα είτε από ανάγκη στην μέση ηλικία οι συγκεκριμένες γυναίκες δεν θέλουν δίπλα τους έναν άντρα σύζυγο, σύντροφο, παρέα, δεν θέλουν τον άνθρωπο αλλά το σπέρμα του, την δουλειά του και την ασφάλεια που αυτός μπορεί να προσφέρει.

Τις γνώριζα πολλά χρόνια, σχεδόν από παιδιά γνωριζόμασταν αλλά είχα χρόνια να τις δω, όμως δεν άντεξα. Κάποτε τις είχα σε εκτίμηση επειδή δεν ήξερα. Σήμερα 30 χρόνια μετά στην παραλιακή ταβέρνα μια κωμόπολης τις αποκάλεσα αποτυχημένες πουτάνες και το εννοούσα κυριολεκτικά. Τόσο κυριολεκτικά που παράλληλα σηκώθηκα κι έφυγα χωρίς να πληρώσω ούτε τον λογαριασμό. Τώρα σίγουρα θα με θεωρούν κι εμένα κάφρο γουρούνι μαμάκια φοβητσιάρη κι ένα σωρό άλλα κοσμητικά επίθετα με τα οποία στόλιζαν όση ώρα συζητούσαν τους… αχαΐρευτους που δεν υποτάχθηκαν στις απαιτήσεις τους. Μάλλον πρέπει να καταλάβουν πως η ισότητα δεν αφορά μόνο τις γυναίκες αλλά και τους άντρες αφού πια κανείς δεν είναι υποχρεωμένος και τα κόλπα πια δεν πιάνουν. Στην τελική αφού δεν θέλουν σύντροφο υπάρχουν και οι τράπεζες σπέρματος!

22 Νοεμβρίου 2010

Αν θέλουμε να είμαστε δίκαιοι…

…τότε πρέπει να γκρεμίσουμε τα δικαστήρια και να φυλακίσουμε τους δικαστές, τους εισαγγελείς, τους γραμματείς και τους φαρισαίους τους. Αν οι φυλακές έχουν λόγο ύπαρξης τότε πρέπει να γεμίσουν με πολιτικούς, παπάδες, δικαστές και αστυνομικούς, στρατιωτικούς και εφοριακούς. Όταν και το τελευταίο αποκούμπι των αδυνάτων η δικαιοσύνη υπάρχει μόνο και μόνο για να υποστηρίζει τους δυνατούς τότε αυτό που έρχεται δεν το έχετε δει ούτε στους χειρότερους εφιάλτες σας!

Της ΓΕΩΡΓΙΑΣ ΛΙΝΑΡΔΟΥ linardou@enet.gr

Οταν η Δικαιοσύνη διαχωρίζει τον φτωχό από τον πλούσιο, δίκαιη δεν είναι. Οταν ο δικαστής με ημίθεο ομοιάζει τον εαυτό του και τιμωρό, σωστές αποφάσεις δεν βγάζει. Κι όταν ακόμη και εισαγγελείς ομολογούν ότι ο ισχυρός αποτελεί δίκαιο και πως οι... φτωχοδιάβολοι είναι υποθέσεις «φασόν», κάτι βρομάει άσχημα σ' αυτόν τον τόπο!

Ακόμη και εργαζόμενοι στον χώρο της Δικαιοσύνης παραδέχονται ότι οι φτωχοί καταλήγουν πολύ πιο εύκολα πίσω από τα κάγκελα των φυλακών. Αντίθετα, οι ισχυροί της κοινωνίας πέφτουν συνήθως στα μαλακά... «Δυστυχώς, οι δικαστές δεν είναι όπως παλιά. Αντλούν μηχανογραφημένη πληροφόρηση. Εκδίδονται αποφάσεις copy paste με άλλες παρόμοιες. Ενας τέτοιος δικαστής και δη στον πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας με έναν φτωχό στο νου δικηγόρο, οδηγεί σε πλήρη αδικία έναν φτωχό», ομολογεί πρόεδρος εφετών!

Είναι μία από τις δεκάδες κυνικές μαρτυρίες που κατέγραψε σε έρευνα με θέμα «Φτώχεια και δικαιοσύνη, η πρακτική της ελληνικής ποινικής δικαιοσύνης»(2009), η Δήμητρα Σορβατζιώτη, δικηγόρος, διδάκτωρ του Τμήματος Κοινωνιολογίας στον τομέα εγκληματολογίας του Παντείου Πανεπιστημίου και καθηγήτρια στο Ευρωπαϊκό Πανεπιστήμιο Κύπρου, με επιβλέποντα καθηγητή τον Αντ. Μαγγανά.

«Η φτώχεια είναι ισοπεδωτική σε όλα τα επίπεδα των σταδίων του συστήματος της ποινικής δικαιοσύνης», επισημαίνει η Δ. Σορβατζιώτη, η οποία κατέγραψε μαρτυρίες απ' όσους πρωταγωνιστούν στην αλυσίδα απονομής του δίκιου: αστυνομικούς, ανακριτές, εισαγγελείς, δικηγόρους, δικαστικούς υπαλλήλους, σωφρονιστικούς υπαλλήλους και κρατούμενους.

Η πρώτη παραβίαση των δικαιωμάτων «ασήμαντων» γίνεται στο στάδιο της σύλληψης.

*Αστυνομικός, 23 χρόνια υπηρεσίας: «Η δικαιοσύνη είναι ένα δίχτυ από το οποίο όταν περνούν ελέφαντες το παρασέρνουν και όταν περνούν κουνούπια πιάνονται».

*Αξιωματικός της ΕΛ.ΑΣ., 31 χρόνια υπηρεσίας: «Οταν υπηρετούσα στην Ομόνοια, υπήρχε διαφορετική μεταχείριση στις προσαγωγές όσων ξέραμε ότι θα έρθει δικηγόρος. Ούτε καν τους ακουμπούσαμε. Αν ήταν κανείς άλλος δεν του δίναμε σημασία, ζητούσε δικηγόρο και του λέγαμε: "καλά μωρέ, θα τον φωνάξουμε αύριο"».

Οταν ένας παραβάτης δεν έχει χρήματα, η πολιτεία είναι υποχρεωμένη να του διορίσει αυτεπάγγελτα δικηγόρο. Στην πράξη, όμως, ελάχιστοι απολαμβάνουν το ευεργέτημα.

Ερωτάται από τη Δ. Σορβατζιώτη ο αξιωματικός:

-Τον ενημερώνετε ότι μπορεί να έχει νομική υπεράσπιση;

«Τον ενημερώνουμε».

-Του λέτε ότι είναι δωρεάν η υπεράσπιση;

«Οχι...»

*Αστυνομικός, 15 χρόνια υπηρεσίας: «Η συμπεριφορά των αστυνομικών είναι απαξιωτική, ταπεινωτική, μειωτική».

*Αστυνομικός, 22 χρόνια υπηρεσίας: «Είχαμε περιστατικά που συλλαμβάναμε παιδιά επιφανών πολιτών και επεμβαίναμε κι εμείς οι ίδιοι για να μην ασκηθεί ποινική δίωξη από κάποιον πολίτη και να λήξει η υπόθεση αθόρυβα. Σε αντίστοιχα περιστατικά που αφορούσαν φτωχούς πολίτες, φτάναμε μέχρι τα άκρα».

Οταν οι υποθέσεις των... «άκρων» φτάσουν στη Δικαιοσύνη, δυστυχώς είναι χαμένες από χέρι. «Η μη εφαρμογή όσων με νόμο ισχύουν, είναι χειρότερο ανοσιούργημα από το κοινό έγκλημα του ποινικού νόμου. Η ευθύνη της διαστρέβλωσης του νομικού πολιτισμού για τον οποίον έγιναν αγώνες αποτελεί εξαιρετική ύβρη για την ανθρωπότητα», επισημαίνει η Δ. Σορβατζιώτη.

Ως κοινωνία θα μπορούσαμε να είχαμε καταταγεί στους... «διαστροφικά κολασμένους», διότι όπως πιστεύει η ίδια: «Χρειάζεται σοβαρή ηθική διαστροφή για να παραβιάσεις όσα με αγώνες και απέραντη δυσκολία κατακτήθηκαν».

Είναι να απορεί κανείς όταν διαπιστώνει πως ένα από τα μέχρι προ τινος ισχυρά προπύργια της δημοκρατίας, ο θεσμός της Δικαιοσύνης, λειτουργεί κατά πού πέφτει το πορτοφόλι και κατά πού τα φώτα της δημοσιότητας.

*«Οταν σου πουν ότι συνέλαβαν τον Χ (γνωστός επιχειρηματίας) και είσαι εισαγγελέας υπηρεσίας, θα τον συλλάβεις; Επηρεάζεσαι. Μπορεί να μη σου τον φέρουν καν στην Ασφάλεια. Ενώ ένας φτωχός, για παράδειγμα, δεν έχει ποτέ κάποιον άλλον ως αγορανομικώς υπεύθυνο. Αν είναι λοιπόν κάποιος τέτοιος του τραβάνε και το μπουφάν για να τον δει και η τηλεόραση, αν είναι επώνυμος και πλούσιος θα τον περάσουν από την πίσω πόρτα των δικαστηρίων σε ώρα μη αιχμής και δίχως χειροπέδες. Ομως άλλο επώνυμος και άλλο πλούσιος επώνυμος. Μπορεί να είναι ένας νομπελίστας επιστήμονας, εάν όμως είναι ο... (γνωστός τραγουδιστής) που είναι δημόσιο πρόσωπο, είναι αλλιώς. Παίζει ρόλο η αναγνωρισιμότητα. Αυτό μετρά κυρίως», καταθέτει εισαγγελέας εφετών με 30 χρόνια υπηρεσίας!

*«Εχω γνωρίσει δικαστές που όταν ανεβαίνουν στην έδρα μεταμορφώνονται. Θεωρούν τους εαυτούς τους ημίθεους, συμπεριφέρονται αλαζονικά και φυσικά όχι με γνώμονα τη Δικαιοσύνη. Η ορολογία στις διασκέψεις είναι: "τον πιάνουμε, τον αφήνουμε, του ρίχνουμε μια ψιλή!". Θεωρούν τον φτωχό εύκολο αντίπαλο, ενώ αν είναι ισχυρός κοιτάζουν να είναι δεμένοι απ' όλες τις πλευρές. Στον φτωχό και δέκα χρόνια παραπάνω να ρίξουν, δεν τρέχει και τίποτα. Δεμένοι στις προαγωγές και τη φιλοδοξία τους. Θυμάμαι στην ίδια δικάσιμο, ένας μηχανικός με παράβαση για αλκοόλ (άρθρο 42) κηρύχθηκε ένοχος με ελαφρυντικό και 30 ευρώ πρόστιμο, ο επόμενος για το ίδιο αδίκημα που ήταν στο επίδομα της πρόνοιας, πήρε 300 ευρώ πρόστιμο. Αν σε βρουν σε αδύναμο σημείο θα σε διαλύσουν», αναφέρει προϊστάμενος δικαστικός υπάλληλος σε εφετείο κακουργημάτων.

*«Βοηθός γιατρού πήρε 20 χρόνια κάθειρξη χωρίς αναστολή και ο γιατρός 13 χρόνια με αναστολή. Σε μια φτωχή έγκυο με 4 χρόνια ποινή δεν έδωσαν αναστολή μέχρι την εκδίκαση της έφεσης! Τον φτωχό οι δικαστές δεν τον υπολογίζουν, γιατί τον θεωρούν ασήμαντο», υποστηρίζει γραμματέας έδρας ποινικού δικαστηρίου.

Οι μαρτυρίες των «φτωχοδιαβόλων» δεν είναι κυνικές, αλλά τραγικές. Ο επίλογος δικός τους: «Κοίτα, όταν μπεις στη φυλακή, είτε πλούσιος είτε φτωχός, το σίγουρο είναι ότι θα βγεις φτωχότερος»...

Ελευθεροτυπία

21 Νοεμβρίου 2010

Απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου για τον θρησκευτικό όρκο.

ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΙΝΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ  

 

ΠΡΩΤΟ ΤΜΗΜΑ  

 

ΥΠΟΘΕΣΗ ΔΗΜΗΤΡΑΣ ΚΑΙ ΛΟΙΠΟΙ κατά ΕΛΛΑΔΑΣ  

 

(Προσφυγές αριθ. 42837/06, 3237/07, 3269/07, 35793/07 και 6099/08)

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

 

ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ

3 Ιουνίου 2010  

 

Η παρούσα απόφαση θα καταστεί οριστική σύμφωνα με τους όρους που προβλέπονται

από το άρθρο 44 § 2 της Σύμβασης. Μπορεί να υποστεί τυπικές διορθώσεις.

 Στην υπόθεση Δημητράς και λοιποί κατά Ελλάδας,

 

 Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (πρώτο τμήμα),

συνεδριάζοντας σε τμήμα, η σύνθεση του οποίου έχει ως εξής:

 

 Nina Vajic, πρόεδρος, Χρήστος Ροζάκης, Khanlar Hajiyev, Dean Spielmann, Sverre Erik Jebens, Giorgio Malinverni, Γεώργιος Νικολάου, δικαστές, και Soren Nielsen, γραμματέας τμήματος.

 Αφού διασκέφθηκε σε συμβούλιο στις 11 Μαΐου 2010,

 Εκδίδει την πιο κάτω απόφαση, η οποία ελήφθη την ημερομηνία αυτή:

 

ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ  

 

 1. Η υπόθεση έχει εισαχθεί με πέντε προσφυγές (αριθ. 42837/06, 3237/07,

3269/07, 35793/07 και 6099/08) στρεφόμενες κατά της Ελληνικής Δημοκρατίας από τρεις υπηκόους του Κράτους αυτού, τους κυρίους Παναγιώτη Δημητρά, Θεόδωρο Αλεξανδρίδη, την κυρία Ναυσικά Παπανικολάτου και μία υπήκοο των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής, την κυρία Andrea Gilbert («οι προσφεύγοντες»), οι οποίοι προσέφυγαν ενώπιον του Δικαστηρίου στις 16 Αυγούστου 2006, 4 Ιανουαρίου 2007, 13 Ιουλίου 2007 και 11 Ιανουαρίου 2008 αντίστοιχα, δυνάμει του άρθρου 34 της Σύμβασης για την προστασία των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και των Θεμελιωδών Ελευθεριών («η Σύμβαση»).

 

 2. Οι προσφεύγοντες εκπροσωπούνται από το Ελληνικό Παρατηρητήριο των

Συμφωνιών του Ελσίνκι, μέλος της Διεθνούς Ομοσπονδίας Ελσίνκι. Η Ελληνική

Κυβέρνηση («η Κυβέρνηση») εκπροσωπήθηκε από τους απεσταλμένους του

αντιπροσώπου της, κυρίους Κ. Γεωργιάδη, πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, Σ. Σπυρόπουλο, πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, Γ. Κανελλόπουλο, πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, Ι. Μπακόπουλο, δικαστικό αντιπρόσωπο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, τις κυρίες Ο. Πατσοπούλου, πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, Σ. Τρέκλη, δικαστική αντιπρόσωπο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και Σ. Αλεξανδρίδου, δικαστική αντιπρόσωπο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.

 

 3. Οι προσφεύγοντες ισχυρίζονται ιδίως ότι υπήρξε παραβίαση των

δικαιωμάτων τους που εγγυώνται τα άρθρα 9 και 13 της Σύμβασης.

 

 4. Στις 23 Ιανουαρίου, 11 Σεπτεμβρίου 2008, 31 Μαρτίου 2009 και 3

Σεπτεμβρίου 2009 αντίστοιχα, η πρόεδρος του πρώτου τμήματος αποφάσισε να

κοινοποιήσει στην Κυβέρνηση τις αιτιάσεις τις ελκόμενες από τα άρθρα 9 και 13 της Σύμβασης. Όπως επιτρέπει το άρθρο 29 § 3 της Σύμβασης, αποφασίσθηκε επιπλέον ότι το τμήμα θα αποφαινόταν ταυτόχρονα επί του παραδεκτού και επί της ουσίας.  

 

ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ  

 

Ι. ΟΙ ΣΥΝΘΗΚΕΣ ΤΗΣ ΠΑΡΟΥΣΑΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ  

 

 5. Οι προσφεύγοντες έχουν γεννηθεί το 1953, 1976, 1955 και 1947

αντίστοιχα. Κατοικούν στην Αθήνα. Είναι οι νόμιμοι εκπρόσωποι της Διεθνούς Ομοσπονδίας Ελσίνκι, μίας Μη Κυβερνητικής Οργάνωσης η οποία δραστηριοποιείται στον τομέα της υπεράσπισης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

 

 Α. Η περίοδος μεταξύ Φεβρουαρίου και Ιουλίου 2006  

 

 6. Ο πρώτος προσφεύγων, με την ιδιότητα του νόμιμου εκπροσώπου της

Ομοσπονδίας, συμμετείχε από τις 16 Φεβρουαρίου έως τις 19 Ιουλίου 2006, ως μάρτυρας σε ποινικές διαδικασίες οι οποίες παρουσίαζαν ενδιαφέρον για την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Παρουσιαζόταν είτε ενώπιον του ανακριτή ή ενώπιον του αρμόδιου δικαστηρίου προκειμένου να εξετασθεί ως μάρτυρας, γεγονός που συνεπαγόταν ότι έπρεπε να ορκισθεί. Ο πρώτος προσφεύγων υποστηρίζει ότι κάθε φορά ο αρμόδιος δικαστής τον καλούσε, δυνάμει του άρθρου 218 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, να θέσει το δεξί χέρι στο ευαγγέλιο και να ορκισθεί. Ο πρώτος προσφεύγων αναγκάστηκε να αποκαλύψει ότι δεν ήταν χριστιανός ορθόδοξος και ότι επιθυμούσε συνεπώς να δώσει πολιτικό όρκο. Δυνάμει του άρθρου 220 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, ο αρμόδιος δικαστής έκανε κάθε φορά δεκτό το αίτημά του.

 

 7. Έτσι, στις 16 Φεβρουαρίου, 7 Μαρτίου, 27 Μαρτίου –τέσσερις φορές την

τελευταία αυτή ημερομηνία-, 5 Απριλίου, 20 Απριλίου, 8 Μαΐου, 21 Ιουνίου και 19 Ιουλίου 2006, ο πρώτος προσφεύγων ορκίσθηκε ως μάρτυρας ενώπιον του ανακριτή του Ειρηνοδικείου Αθηνών. Σύμφωνα με τα πρακτικά δύο εκ των ακροάσεων της 27ης Μαρτίου 2006 καθώς και εκείνων της 5ης και 20ης Απριλίου 2006, ο πρώτος προσφεύγων έδωσε πολιτικό όρκο.

 

 8. Στις 6 και 12 Απριλίου καθώς και στις 25 Μαΐου 2006, ο πρώτος

προσφεύγων εξετάσθηκε ως μάρτυρας ενώπιον των Πλημμελειοδικείων Κεφαλληνίας και Θεσσαλονίκης. Σύμφωνα με τα πρακτικά της συζήτησης της 6ης Απριλίου 2006, ο πρώτος προσφεύγων έδωσε πολιτικό όρκο. Εν τούτοις, στα πρακτικά της 12ης Απριλίου 2006 αναφέρεται ότι είναι χριστιανός ορθόδοξος ενώ σε εκείνα της συζήτησης της 25ης Μαΐου 2006 αναφέρεται ότι ορκίστηκε θέτοντας το χέρι του στο ευαγγέλιο και ότι είναι χριστιανός ορθόδοξος. Ο πρώτος προσφεύγων απηύθυνε δύο επιστολές στους προέδρους των αρμόδιων δικαστηρίων για να ζητήσει τη διόρθωση των πρακτικών των συζητήσεων της 12ης Απριλίου και 25ης Μαΐου 2006. Τα πρακτικά διορθώθηκαν στη συνέχεια, δυνάμει του άρθρου 145 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας.  

 

 Β. Η περίοδος μεταξύ Αυγούστου και Δεκεμβρίου 2006  

 

 9. Κατά το δεύτερο εξάμηνο του 2006, ο πρώτος, ο δεύτερος και η τρίτη από τους προσφεύγοντες εξετάσθηκαν πολλές φορές με την ιδιότητα των νόμιμων εκπροσώπων της Διεθνούς Ομοσπονδίας Ελσίνκι ως μάρτυρες ή μηνυτές, από τον ανακριτή, τον εισαγγελέα ή το αρμόδιο δικαστήριο μέσα στα πλαίσια προκαταρκτικών διαδικασιών και μίας συζήτησης που σχετίζονταν με διάφορες ποινικές διαδικασίες. Υποστηρίζουν ότι κατά την εμφάνισή τους ενώπιον των δικαστικών αρχών στα πλαίσια των ένορκων διαδικασιών, οι αρμόδιοι δικαστές τους κάλεσαν κάθε φορά να τοποθετήσουν, σύμφωνα με το άρθρο 218 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, το δεξί χέρι στο ευαγγέλιο και να ορκισθούν. Χρειάσθηκε να τους ενημερώσουν ότι δεν ήταν χριστιανοί ορθόδοξοι και ότι επιθυμούσαν επομένως να δώσουν πολιτικό όρκο. Κάθε φορά το αίτημά τους έγινε δεκτό, δυνάμει του άρθρου 220 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας.

 

 10. Έτσι, στις 24 Αυγούστου 2006, ο πρώτος προσφεύγων εξετάσθηκε

ενόρκως ως μάρτυρας από το Πλημμελειοδικείο Κεφαλληνίας. Επί του εντύπου του πρακτικού, αναφέρεται ότι είναι «άθεος» και ότι «έδωσε πολιτικό όρκο σύμφωνα με το άρθρο 220 § 2 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας».

 

 11. Στις 27 Σεπτεμβρίου 2006, ο πρώτος προσφεύγων εξετάσθηκε ενόρκως

από τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών κατά την κατάθεση μήνυσης και της παράστασής του ως πολιτικής αγωγής μέσα στα πλαίσια της ίδιας διαδικασίας. Επί του εντύπου του πρακτικού, το τυποποιημένο κείμενο που περιελάμβανε τους όρους «άρθρα 218 και 219 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας», «χριστιανός ορθόδοξος» και «αφού έθεσε το χέρι του στο ευαγγέλιο», διαγράφηκε και αντικαταστάθηκε και στις δύο περιπτώσεις από τις λέξεις «αφού ορκίσθηκε σύμφωνα με το άρθρο 220 § 2 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας».

 

 12. Την ίδια ημερομηνία, ο δεύτερος προσφεύγων κατέθεσε μήνυση ενώπιον

του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών. Επί του εντύπου του πρακτικού, το

τυποποιημένο κείμενο που περιελάμβανε τους όρους «χριστιανός ορθόδοξος» είχε διαγραφεί. Επιπλέον, η φράση «220 § 2, Κώδικας Ποινικής Δικονομίας» είναι χειρόγραφα γραμμένη πάνω στο τυποποιημένο κείμενο «αφού έθεσε το χέρι του στο ευαγγέλιο και ορκίσθηκε σύμφωνα με τα άρθρα 218 και 219 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας».

 

 13. Στις 9 Οκτωβρίου 2006, ο πρώτος προσφεύγων εξετάσθηκε ενόρκως ως

μάρτυρας από το Πλημμελειοδικείο Αθηνών. Επί του εντύπου του πρακτικού,

αναφέρεται ότι είναι «χριστιανός ορθόδοξος» και ότι «έθεσε το χέρι του στο ευαγγέλιο για να δώσει πολιτικό όρκο σύμφωνα με το άρθρο 218 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας». Στις 11 Απριλίου 2007, ζήτησε τη διόρθωση του πρακτικού και τη διαγραφή του όρου «χριστιανός ορθόδοξος». Ο Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών Αθηνών παρέπεμψε την υπόθεση ενώπιον του εν λόγω δικαστηρίου προκειμένου να προβεί στη διόρθωση του πρακτικού. Στις 19 Οκτωβρίου 2007, ο πρώτος προσφεύγων εξετάσθηκε ενόρκως μέσα στα πλαίσια αυτής της διαδικασίας και αναγκάσθηκε να δηλώσει ότι ήταν άθεος. Την ίδια ημέρα, το πλημμελειοδικείο δήλωσε εαυτόν αναρμόδιο και διέταξε την παραπομπή της υπόθεσης ενώπιον του πρόεδρου του πλημμελειοδικείου που προέδρευσε της συζήτησης της 9ης Οκτωβρίου 2006. Από τον φάκελο προκύπτει ότι το αίτημα του πρώτου προσφεύγοντος δεν έχει έως σήμερα εξετασθεί από το αρμόδιο δικαστικό όργανο.

 

 14. Εν τω μεταξύ, στις 24 Οκτωβρίου 2006, ο πρώτος προσφεύγων

εξετάσθηκε από τον ανακριτή του Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Αν και επρόκειτο για μη ένορκη ακρόαση, χρειάστηκε να δηλώσει άθεος προκειμένου να ζητήσει τη διόρθωση του τυποποιημένου κειμένου «χριστιανός ορθόδοξος» επί του εντύπου του σχετικού πρακτικού.

 

 15. Κατά την ίδια ημερομηνία, η τρίτη προσφεύγουσα εξετάσθηκε ως

μάρτυρας από τον ανακριτή μέσα στα πλαίσια προκαταρκτικής διαδικασίας μίας διαφορετικής ποινικής υπόθεσης. Ο αρμόδιος δικαστής την κάλεσε, σύμφωνα με το άρθρο 218 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, να θέσει το δεξί της χέρι στο ευαγγέλιο και να ορκισθεί. Το έντυπο του πρακτικού περιέχει ένα τυποποιημένο κείμενο «ορκίσθηκε σύμφωνα με τα άρθρα 218 και 219 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, αφού έθεσε το δεξί χέρι στο ευαγγέλιο». Η φράση αυτή είχε τεθεί μέσα σε παρένθεση με εξαίρεση τη λέξη «ορκίσθηκε». Μια χειρόγραφη σημείωση είχε προστεθεί: «έδωσε πολιτικό όρκο».

 16. Στις 6 Δεκεμβρίου 2006, ο πρώτος προσφεύγων εξετάσθηκε ενόρκως από

τον ανακριτή του Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Επί του εντύπου του πρακτικού, το τυποποιημένο κείμενο που περιελάμβανε τις φράσεις «άρθρα 218 και 219 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας» και «αφού έθεσε το χέρι του στο ευαγγέλιο» διαγράφηκε και αντικαταστάθηκε από τις λέξεις «έδωσε πολιτικό όρκο σύμφωνα με το άρθρο 220 § 2 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας» και «άθεος κατά δήλωσή του».

 

 17. Στις 21 Δεκεμβρίου 2006, ο πρώτος προσφεύγων εξετάσθηκε ενόρκως ως

μάρτυρας δύο φορές από τους ανακριτές των Πλημμελειοδικείων Πατρών και

Αθηνών αντίστοιχα. Σε ό,τι αφορά τη διαδικασία ενώπιον του ανακριτή του

Πλημμελειοδικείου Πατρών, ο πρώτος προσφεύγων, ο οποίος δεν προσκομίζει το πρακτικό της κατάθεσής του, υποστηρίζει ότι χρειάστηκε να δηλώσει ότι ήταν άθεος.

Υποστηρίζει ότι του ήταν αδύνατο να προσκομίσει το εν λόγω πρακτικό διότι το αίτημά του απορρίφθηκε από την αρμόδια δικαστική αρχή. Σε ό,τι αφορά τη διαδικασία ενώπιον του ανακριτή του Πλημμελειοδικείου Αθηνών, το τυποποιημένο κείμενο που περιελάμβανε τις φράσεις «άρθρα 218 και 219 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας» και «αφού έθεσε το χέρι του στο ευαγγέλιο» επί του εντύπου του πρακτικού διαγράφηκε και αντικαταστάθηκε από τις λέξεις «έδωσε πολιτικό όρκο σύμφωνα με το άρθρο 220 § 2 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας» και «άθεος κατά δήλωσή του».  

 

 Γ. Η περίοδος μεταξύ Ιανουαρίου και Ιουνίου 2007  

 

 18. Κατά το πρώτο εξάμηνο του 2007, οι τρεις πρώτοι προσφεύγοντες

συμμετείχαν ως μάρτυρες, σε δημόσια συνεδρίαση ή σε συμβούλιο, σε ποινικές διαδικασίες που παρουσίαζαν ενδιαφέρον για την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Παρουσιάζονταν είτε ενώπιον του ανακριτή, ή ενώπιον του αρμόδιου δικαστηρίου, ή ενώπιον αστυνομικών προκειμένου να εξετασθούν ως μάρτυρες.

Υποστηρίζουν ότι κατά την εμφάνισή τους ενώπιον των δικαστικών αρχών στα

πλαίσια των ενόρκων διαδικασιών, οι αρμόδιοι δικαστές τους καλούσαν κάθε φορά να θέσουν, σύμφωνα με το άρθρο 218 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, το δεξί χέρι στο ευαγγέλιο και να ορκισθούν. Αναγκάστηκαν να τους ενημερώσουν ότι δεν ήταν χριστιανοί ορθόδοξοι και ότι επιθυμούσαν συνεπώς να δώσουν πολιτικό όρκο. Κάθε φορά, το αίτημά τους έγινε δεκτό δυνάμει του άρθρου 220 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας.

 19. Έτσι, στις 11, 23 Ιανουαρίου, 1η, 2 Φεβρουαρίου, 12 και 27 Μαρτίου

2007, ο πρώτος και η τρίτη προσφεύγουσα εξετάσθηκαν τόσο ενόρκως, ως μάρτυρες, όσο και χωρίς όρκο, ως πολιτική αγωγή σε μία ποινική διαδικασία, από τους ανακριτές του Πλημμελειοδικείου Αθηνών και Κορωπίου. Κάθε φορά, χρειάσθηκε να δηλώσουν στον ανακριτή ότι ήταν άθεοι, μνεία που φαίνεται επί του εντύπου του πρακτικού.

 

 20. Στις 17 Απριλίου 2007, ο πρώτος προσφεύγων εξετάσθηκε ως μάρτυρας

από το Εφετείο Θεσσαλονίκης. Στην απόφαση αριθ. 1371/2007, αναφέρεται ως

χριστιανός ορθόδοξος, ενώ υποστηρίζει ότι κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, είχε δηλώσει άθεος.

 

 21. Στις 10 Μαΐου 2007, ο δεύτερος προσφεύγων εξετάσθηκε ενόρκως ως

μάρτυρας από το Πλημμελειοδικείο Αθηνών. Υποστηρίζει ότι χρειάσθηκε να δηλώσει στον πρόεδρο του δικαστηρίου ότι ήταν άθεος.

 

 22. Την 1η Ιουνίου 2007, ο πρώτος προσφεύγων εξετάσθηκε δύο φορές

ενόρκως από τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών κατά την κατάθεση δύο

μηνύσεων. Επί του εντύπου του πρακτικού, το τυποποιημένο κείμενο που

περιελάμβανε τις φράσεις «άρθρα 218 και 219 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας», «χριστιανός ορθόδοξος» και «αφού έθεσε το χέρι του στο ευαγγέλιο» διαγράφηκε και αντικαταστάθηκε στις δύο περιπτώσεις από τις λέξεις «άθεος κατά δήλωσή του» και «έδωσε πολιτικό όρκο σύμφωνα με το άρθρο 220 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας».

 

 23. Στις 2 Ιουνίου 2007, ο δεύτερος προσφεύγων εξετάσθηκε ως μάρτυρας

από αστυνομικούς στο τμήμα Ταύρου. Επί του εντύπου του πρακτικού, το

τυποποιημένο κείμενο που περιελάμβανε τις φράσεις «άρθρα 218 και 219 του

Κώδικα Ποινικής Δικονομίας», «χριστιανός ορθόδοξος» και «αφού έθεσε το χέρι του στο ευαγγέλιο» διαγράφηκε και αντικαταστάθηκε και στις δύο περιπτώσεις από τις λέξεις «άθεος κατά δήλωσή του» και «έδωσε πολιτικό όρκο σύμφωνα με το άρθρο 220 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας».  

 

 Δ. Η περίοδος μεταξύ Ιουλίου και Δεκεμβρίου 2007

 24. Κατά το δεύτερο εξάμηνο του 2007, ο πρώτος, η τρίτη και η τέταρτη από τους προσφεύγοντες εξετάσθηκαν πολλές φορές, μέσα στα πλαίσια προκαταρκτικών διαδικασιών ή συζητήσεων σχετικών με διάφορες ποινικές διαδικασίες, με την ιδιότητα των νομίμων εκπροσώπων της Διεθνούς Ομοσπονδίας Ελσίνκι, ως μάρτυρες, μηνυτές ή ύποπτοι από τον ανακριτή, τον εισαγγελέα ή το αρμόδιο δικαστήριο.

 

 25. Έτσι, στις 13 Ιουλίου 2007, ο πρώτος προσφεύγων εξετάσθηκε τόσο

ενόρκως, ως μάρτυρας, όσο και χωρίς όρκο, ως ύποπτος για ψευδή καταμήνυση και συκοφαντική δυσφήμιση, από τον ανακριτή του Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Κάθε φορά, χρειάστηκε να δηλώσει στον ανακριτή ότι ήταν άθεος, μνεία η οποία φαινόταν πάνω στο έντυπο του πρακτικού.

 

 26. Στις 23 Ιουλίου 2007, η τέταρτη προσφεύγουσα εξετάσθηκε χωρίς όρκο,

ως ύποπτη για ψευδή καταμήνυση, από τον ανακριτή του Πλημμελειοδικείου

Αθηνών. Δήλωσε ότι ήταν εβραϊκής καταγωγής και επί του εντύπου του πρακτικού το τυποποιημένο κείμενο το οποίο περιελάμβανε τη φράση «χριστιανός ορθόδοξος» διαγράφηκε και αντικαταστάθηκε από τις λέξεις «αμερικανίδα και εβραία».

 

 27. Στις 26 Ιουλίου 2007, ο πρώτος προσφεύγων εξετάσθηκε χωρίς όρκο, ως

πολιτικώς ενάγων σε μία ποινική διαδικασία, από τον ανακριτή του

Πλημμελειοδικείου Χαλανδρίου. Υποστηρίζει ότι χρειάστηκε να δηλώσει ότι ήταν άθεος. Δεν προσκομίζει το πρακτικό της κατάθεσής του.

 

 28. Στις 27 Ιουλίου 2007, η Τρίτη προσφεύγουσα εξετάσθηκε ενόρκως ως

μάρτυρας από τον ανακριτή του Πλημμελειοδικείου Χαλανδρίου. Υποστηρίζει ότι χρειάστηκε να δηλώσει ότι ήταν άθεη προκειμένου να απαλλαχθεί από την

υποχρέωση να θέσει το χέρι της στο ευαγγέλιο και να δώσει πολιτικό όρκο. Επί του εντύπου του πρακτικού είναι γραμμένο ένα τυποποιημένο κείμενο «χριστιανός ορθόδοξος». Επιπλέον, το τυποποιημένο κείμενο «αφού έθεσε το χέρι του στο ευαγγέλιο» διαγράφηκε και αντικαταστάθηκε από τη φράση «έδωσε πολιτικό όρκο».

 

 29. Στις 6 Αυγούστου 2007, ο πρώτος προσφεύγων εξετάσθηκε χωρίς όρκο,

ως πολιτικώς ενάγων σε μία ποινική διαδικασία και η δεύτερη προσφεύγουσα

εξετάσθηκε ενόρκως από τον ανακριτή του Πλημμελειοδικείου Χαλανδρίου.

Χρειάστηκε να δηλώσουν ότι ήταν άθεοι. Επί των εντύπων των πρακτικών, το

τυποποιημένο κείμενο που περιελάμβανε τον όρο «χριστιανός ορθόδοξος»

διαγράφηκε και αναφέρεται και στις δύο περιπτώσεις «άθεος κατά δήλωσή του».

 

 30. Στις 9 Αυγούστου 2007, ο πρώτος προσφεύγων εξετάσθηκε δύο φορές

ενόρκως από τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών κατά την κατάθεση δύο

μηνύσεων. Επί του εντύπου του πρακτικού, το τυποποιημένο κείμενο που

περιελάμβανε τις φράσεις «άρθρα 218 και 219 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας», «χριστιανός ορθόδοξος» και «αφού έθεσε το χέρι του στο ευαγγέλιο» διαγράφηκε και αντικαταστάθηκε και στις δύο περιπτώσεις από τις λέξεις «άθεος κατά δήλωσή του» και «έδωσε πολιτικό όρκο σύμφωνα με το άρθρο 220 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας».

 

 31. Στις 19 Σεπτεμβρίου 2007, ο πρώτος προσφεύγων εξετάσθηκε ως

μάρτυρας χωρίς όρκο από τον ανακριτή του Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Επί του εντύπου του πρακτικού, το τυποποιημένο κείμενο που περιελάμβανε τους όρους «χριστιανός ορθόδοξος» διαγράφηκε και αντικαταστάθηκε από τη λέξη «άθεος».

 

 32. Στις 25 Σεπτεμβρίου και 18 Οκτωβρίου 2007, ο πρώτος προσφεύγων

εξετάσθηκε ενόρκως ως μάρτυρας από τον ανακριτή του Πλημμελειοδικείου Αθηνών.

Υποστηρίζει ότι χρειάστηκε να δηλώσει άθεος προκειμένου να απαλλαχθεί από την υποχρέωση να θέσει το χέρι του στο ευαγγέλιο και να δώσει πολιτικό όρκο. Επί του εντύπου του πρακτικού της ακρόασης της 18ης Οκτωβρίου 2007, αναφέρεται ως «άθεος». Επιπλέον, το τυποποιημένο κείμενο «αφού έθεσε το χέρι του στο ευαγγέλιο» διαγράφηκε και αντικαταστάθηκε από τη φράση «έδωσε πολιτικό όρκο».

 

 33. Στις 19 Οκτωβρίου 2007, ο πρώτος προσφεύγων εξετάσθηκε ενόρκως από

τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών κατά την κατάθεση μίας μήνυσης. Επί του εντύπου του πρακτικού, το τυποποιημένο κείμενο που περιελάμβανε τις φράσεις «άρθρα 218 και 219 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας», «χριστιανός ορθόδοξος» και «αφού έθεσε το χέρι του στο ευαγγέλιο» είχε διαγραφεί και αναφέρεται και στις δύο περιπτώσεις «άθεος κατά δήλωσή του» και «έδωσε πολιτικό όρκο σύμφωνα με το άρθρο 220 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας».

 

34. Κατά την ίδια ημερομηνία, ο πρώτος προσφεύγων εξετάσθηκε ενόρκως ως

μάρτυρας από το Πλημμελειοδικείο Αθηνών κατόπιν αιτήματός του για διόρθωση του πρακτικού και της απόφασης αριθ. 56081/2006 του ίδιου δικαστηρίου. Ο πρώτος προσφεύγων υποστηρίζει ότι, παρά τη ρητή δήλωσή του βάσει της οποίας είναι άθεος, τα εν λόγω έγγραφα αναφέρουν ότι είναι χριστιανός ορθόδοξος και ότι έδωσε θρησκευτικό όρκο. Με την απόφασή του αριθ. 55607/2007, το Πλημμελειοδικείο Αθηνών απέρριψε το αίτημα διόρθωσης κηρύσσοντας εαυτόν αναρμόδιο. Έως σήμερα, δεν έχει γίνει καμία διόρθωση των επίμαχων εγγράφων.

 

35. Κατά την ίδια ημερομηνία, ο πρώτος προσφεύγων εξετάσθηκε ενόρκως

από τον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου κατόπιν μήνυσης που κατατέθηκε κατά του αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Υποστηρίζει ότι χρειάστηκε να αποκαλύψει τις θρησκευτικές πεποιθήσεις του προκειμένου να δώσει πολιτικό όρκο σύμφωνα με το άρθρο 220 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας.

 

36. Στις 23 Οκτωβρίου 2007, ο πρώτος προσφεύγων εξετάσθηκε ενόρκως ως

μάρτυρας από το Εφετείο Θεσσαλονίκης. Στην απόφαση αριθ. 3432/2007,

αναφέρεται ως χριστιανός ορθόδοξος, ενώ υποστηρίζει ότι κατά τη συζήτηση της υπόθεσης είχε δηλώσει άθεος.

 

37. Την 1η και 15η Νοεμβρίου 2007, ο πρώτος προσφεύγων εξετάσθηκε από

τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών τόσο ενόρκως ως μάρτυρας όσο και χωρίς όρκο, μέσα στα πλαίσια μίας ποινικής υπόθεσης όπου παραστάθηκε ως πολιτικώς ενάγων. Υποστηρίζει ότι χρειάστηκε να δηλώσει ότι ήταν άθεος. Επί του εντύπου του πρακτικού σχετικά με την ακρόαση της 1ης Νοεμβρίου, το τυποποιημένο κείμενο «χριστιανός ορθόδοξος» είχε διαγραφεί.

 

38. Στις 21 Νοεμβρίου 2007, ο πρώτος και η τρίτη από τους προσφεύγοντες

εξετάσθηκαν ενόρκως ως μηνυτής και μάρτυρας αντίστοιχα, από τον ανακριτή του Πλημμελειοδικείου Χαλανδρίου. Επί των εντύπων των πρακτικών, το τυποποιημένο κείμενο που περιελάμβανε τις φράσεις «άρθρα 218 και 219 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας», «χριστιανός ορθόδοξος» και «αφού έθεσε το χέρι του στο ευαγγέλιο» διαγράφηκε και αντικαταστάθηκε και στις δύο περιπτώσεις από τις λέξεις «άθεος» και «έδωσε πολιτικό όρκο σύμφωνα με το άρθρο 220 του Κώδικα Ποινικής

 

39. Στις 22 Νοεμβρίου 2007, ο πρώτος προσφεύγων εξετάσθηκε δύο φορές,

καταρχήν ενόρκως ως μάρτυρας και κατόπιν χωρίς όρκο, από τον ανακριτή του

Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Υποστηρίζει ότι χρειάσθηκε να δηλώσει ότι είναι άθεος.

Επί των εντύπων των πρακτικών, αναφέρεται «άθεος» και το τυποποιημένο κείμενο «αφού έθεσε το χέρι του στο ευαγγέλιο» διαγράφηκε και αντικαταστάθηκε από τη φράση «έδωσε πολιτικό όρκο σύμφωνα με το άρθρο 220 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας».

 

40. Στις 26 Νοεμβρίου 2007, ο πρώτος προσφεύγων εξετάσθηκε ενόρκως ως

μάρτυρας από το Πλημμελειοδικείο Πατρών. Στα πρακτικά αναφέρεται ότι είναι άθεος και ότι έδωσε πολιτικό όρκο.

 

41. Στις 30 Νοεμβρίου 2007, ο πρώτος προσφεύγων εξετάσθηκε ενόρκως ως

μάρτυρας από το Πρωτοδικείο Αθηνών. Υποστηρίζει ότι χρειάστηκε να αποκαλύψει ότι ήταν άθεος προκειμένου να δώσει πολιτικό όρκο.

 

42. Στις 4 Δεκεμβρίου 2007, ο πρώτος προσφεύγων εξετάσθηκε ενόρκως ως

μάρτυρας από το Εφετείο Αθηνών. Στο πρακτικό αναφερόταν ως «χριστιανός

ορθόδοξος». Στις 15 Απριλίου 2008, ζήτησε τη διόρθωση του πρακτικού και τη διαγραφή της φράσης «χριστιανός ορθόδοξος». Στις 14 Ιανουαρίου 2009, το εν λόγω αίτημα απορρίφθηκε από το Εφετείο Αθηνών (απόφαση αριθ. 214/2009).

 

43. Στις 6 Δεκεμβρίου 2007, ο πρώτος προσφεύγων εξετάσθηκε ενόρκως ως

μάρτυρας από τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών. Το πρακτικό αναφέρει ότι είναι «άθεος κατά δήλωσή του», ότι έθεσε το χέρι του στο ευαγγέλιο και ότι ορκίσθηκε σύμφωνα με τα άρθρα 218 και 219 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας.

 

44. Στις 31 Δεκεμβρίου 2007, ο πρώτος προσφεύγων εξετάσθηκε ενόρκως ως

μάρτυρας από τον ανακριτή του Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Στο έντυπο του

πρακτικού, το τυποποιημένο κείμενο που περιελάμβανε τη φράση «χριστιανός

ορθόδοξος» είχε διαγραφεί και αναφέρεται ως «άθεος κατά δήλωσή του».

 

45. Σε γενικές γραμμές, οι προσφεύγοντες υποστηρίζουν ότι κάθε φορά που η

εμφάνισή τους συνεπαγόταν την όρκιση, ο αρμόδιος δικαστής τους κάλεσε, σύμφωνα με το άρθρο 218 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, να θέσουν το δεξί χέρι στο ευαγγέλιο και να ορκισθούν. Οι προσφεύγοντες χρειάστηκε να τον ενημερώσουν ότι δεν ήταν χριστιανοί ορθόδοξοι και ότι επιθυμούσαν συνεπώς να προβούν σε πολιτικό όρκο, αίτημα το οποίο κάθε φορά έγινε δεκτό. Όταν η εμφάνισή τους δε συνεπαγόταν την όρκιση, σημειώνουν ότι αναγκάστηκαν να αποκαλύψουν τις πεποιθήσεις τους περί θρησκείας προκειμένου να ζητήσουν τη διόρθωση του τυποποιημένου κειμένου «χριστιανός ορθόδοξος» του εντύπου του πρακτικού.  

 

ΙΙ. ΤΟ ΕΦΑΡΜΟΣΤΕΟ ΕΘΝΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ ΚΑΙ Η ΠΡΑΚΤΙΚΗ  

 

Α. Το Σύνταγμα  

 

46. Το άρθρο 13 του ελληνικού Συντάγματος προβλέπει:  

 

«1. Η ελευθερία της θρησκευτικής συνείδησης είναι απαραβίαστη. Η

απόλαυση των ατομικών και πολιτικών δικαιωμάτων δεν εξαρτάται από τις

θρησκευτικές πεποιθήσεις καθενός.

 

2. Κάθε γνωστή θρησκεία είναι ελεύθερη και τα σχετικά με τη λατρεία της

τελούνται ανεμπόδιστα υπό την προστασία των νόμων. Η άσκηση της

λατρείας δεν επιτρέπεται να προσβάλλει τη δημόσια τάξη ή τα χρηστά ήθη. Ο

προσηλυτισμός απαγορεύεται.

 

3. Οι λειτουργοί όλων των γνωστών θρησκειών υπόκεινται στην ίδια

εποπτεία της Πολιτείας και στις ίδιες υποχρεώσεις απέναντί της, όπως και οι λειτουργοί της επικρατούσας θρησκείας.

 

4. Κανένας δεν μπορεί, εξαιτίας των θρησκευτικών του πεποιθήσεων, να

απαλλαγεί από την εκπλήρωση των υποχρεώσεων προς το Κράτος η να

αρνηθεί να συμμορφωθεί προς τους νόμους.

 

5. Κανένας όρκος δεν επιβάλλεται χωρίς νόμο, που ορίζει και τον τύπο του.»  

 

Β. Ο Κώδικας Ποινικής Δικονομίας  

 

47. Οι εφαρμοστέες διατάξεις του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας προβλέπουν:

 

Άρθρο 145  

 

Διόρθωση και συμπλήρωση της απόφασης, της διάταξης και των

πρακτικών

 

«1. Όταν στην απόφαση ή στη διάταξη υπάρχουν λάθη ή παραλείψεις που

δεν δημιουργούν ακυρότητα, ο δικαστής που τις εξέδωσε διατάσσει

αυτεπαγγέλτως ή με αίτηση του εισαγγελέα ή κάποιου από τους διαδίκους τη

διόρθωση ή συμπλήρωσή τους, αν δεν μεταβάλλονται ουσιαστικά και δεν

αλλοιώνεται η αληθινή εικόνα αυτών που πράγματι συνέβησαν στο

ακροατήριο.

 

2. Η διόρθωση ή η συμπλήρωση μπορεί να αφορά, εκτός από τις άλλες

παραλείψεις, και τα όσα αναφέρονται ως προς την ταυτότητα του

κατηγορουμένου, τη συμπλήρωση του ανεπαρκούς αιτιολογικού και τη

διευκρίνιση του διατακτικού της απόφασης (…)

 

3. Μέσα σε είκοσι ημέρες από την (…) καταχώριση στο ειδικό βιβλίο

καθαρογραμμένων πρακτικών είναι δυνατό να ζητηθεί από τους διαδίκους και

τον εισαγγελέα ή προκληθεί αυτεπαγγέλτως από το δικαστή η διόρθωση των

λαθών που υπάρχουν στα πρακτικά ή η συμπλήρωση των ελλείψεων αν

συντρέχουν οι προϋποθέσεις της παρ.1.»  

 

Άρθρο 217  

 

Εξακρίβωση της ταυτότητας του μάρτυρα «Ο μάρτυρας, πριν καταθέσει, καλείται να δηλώσει το όνομα και το επώνυμό του, τον τόπο της γέννησης και της κατοικίας του, την ηλικία και τη θρησκεία του (…).»

Άρθρο 218

Όρκος των μαρτύρων στο ακροατήριο

 

«1. Κάθε μάρτυρας οφείλει, πριν εξεταστεί στο ακροατήριο, να ορκιστεί

δημόσια, θέτοντας το δεξιό του χέρι στο ιερό ευαγγέλιο, τον εξής όρκο:

«Ορκίζομαι στο Θεό να πω με ευσυνειδησία όλη την αλήθεια και μόνο την

αλήθεια, χωρίς να προσθέσω ούτε να αποκρύψω τίποτε.»

(…).»

 

 

 

Άρθρο 220 Όρκοι αλλόθρησκων

 

«1. Αν ο μάρτυρας πιστεύει σε θρησκεία αναγνωρισμένη ή απλώς ανεκτή

από το κράτος και σ’αυτήν υπάρχει γνωστός τύπου όρκου, ο τύπος αυτός είναι έγκυρος στην ποινική διαδικασία.

 

2. Αν ο μάρτυρας πιστεύει σε θρησκεία που δεν επιτρέπει τον όρκο, καθώς

και αν εκείνος που ανακρίνει ή το δικαστήριο πειστεί ύστερα από σχετική

δήλωση του μάρτυρα ότι αυτός δεν πιστεύει σε καμία θρησκεία, ο όρκος που

δίνεται είναι ο ακόλουθος: «Δηλώνω επικαλούμενος την τιμή μου και τη

συνείδησή μου ότι θα πω όλη την αλήθεια και μόνο την αλήθεια, χωρίς να

προσθέσω ούτε να αποκρύψω τίποτε.»  

 

Γ. Ο Αστικός Κώδικας  

 

48. Πρέπει ομοίως να ληφθούν υπόψη οι ακόλουθες διατάξεις του Αστικού

Κώδικα:  

 

Άρθρο 57

«Όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του έχει δικαίωμα

να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον (…).

 

Αξίωση αποζημίωσης σύμφωνα με τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες δεν

αποκλείεται.»

 

Άρθρο 59

 

«Στις περιπτώσεις των δύο προηγούμενων άρθρων το δικαστήριο με την

απόφασή του, ύστερα από αίτηση αυτού που έχει προσβληθεί και αφού λάβει

υπόψη το είδος της προσβολής, μπορεί επιπλέον να καταδικάσει τον υπαίτιο

να ικανοποιήσει την ηθική βλάβη αυτού που έχει προσβληθεί. Η ικανοποίηση

συνίσταται σε πληρωμή χρηματικού ποσού, σε δημοσίευμα ή σε οτιδήποτε

επιβάλλεται από τις περιστάσεις.»  

 

Δ. Ο Εισαγωγικός Νόμος του αστικού κώδικα  

 

49. Το άρθρο 105 του εισαγωγικού νόμου του αστικού κώδικα έχει ως εξής:

 

«Για παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων του δημοσίου κατά την

άσκηση της δημόσιας εξουσίας που τους έχει ανατεθεί, το δημόσιο ενέχεται

σε αποζημίωση, εκτός αν η πράξη ή η παράλειψη έγινε κατά παράβαση

διάταξης, που υπάρχει για χάρη του γενικού συμφέροντος. Μαζί με το

δημόσιο ευθύνεται είς ολόκληρον και το υπαίτιο πρόσωπο, με την επιφύλαξη

των ειδικών διατάξεων για την ευθύνη των υπουργών.»  

 

50. Η διάταξη αυτή καθιερώνει την έννοια της ειδικής αδικοπραξίας δημοσίου δικαίου, θεσπίζοντας μία εξωσυμβατική ευθύνη του Δημοσίου. Αυτή η ευθύνη είναι αποτέλεσμα παρανόμων πράξεων ή παραλείψεων. Οι συγκεκριμένες πράξεις μπορούν να είναι, όχι μόνον νομικές, αλλά και υλικές πράξεις της διοίκησης, συμπεριλαμβανομένων και των καταρχήν μη εκτελεστών πράξεων (Κυριακόπουλος, Σχόλια του Αστικού Κώδικα, άρθρο 105 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα, αριθ. 23 – Φίλιος, Δίκαιο των συμβάσεων, ειδικό μέρος, τόμος 6, ποινική ευθύνη 1977, παρ. 48 Β 112 – Ε. Σπηλιωτόπουλος, Διοικητικό Δίκαιο, τρίτη έκδοση, παρ. 217 – απόφαση αριθ. 535/1971 του Αρείου Πάγου, Νομικό Βήμα, 19ο έτος, σελ.1414, απόφαση αριθ. 492/1967 του Αρείου Πάγου, Νομικό Βήμα, 16ο έτος, σελ. 75).

Το παραδεκτό της αγωγής αποζημίωσης υπόκειται σε μία προϋπόθεση: τον παράνομο χαρακτήρα της πράξης ή της παράλειψης.

 

Ε. Ο Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας  

 

51. Το εφαρμοστέο τμήμα του άρθρου 408 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας

προβλέπει:

«Πριν εξεταστεί ο μάρτυρας οφείλει να ορκισθεί. Προς τούτο ερωτάται, αν

προτιμά να δώσει θρησκευτικό ή πολιτικό όρκο. (…)»  

 

ΣΤ. Η νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας  

 

52. Στην απόφασή της αριθ. 2285/2001, η ολομέλεια του Συμβουλίου της

Επικρατείας έκρινε:

«Η ελευθερία της θρησκευτικής συνείδησης, με την οποία προστατεύεται

προεχόντως το ενδιάθετο φρόνημα του ατόμου αναφορικά με το θείο από

κάθε κρατική επέμβαση, περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, και το δικαίωμα του

ατόμου να μην αποκαλύπτει το θρήσκευμα που ακολουθεί ή τις θρησκευτικές

εν γένει πεποιθήσεις του. Κανένας δεν μπορεί να εξαναγκασθεί με

οποιονδήποτε τρόπο, να αποκαλύψει είτε αμέσως είτε εμμέσως, το θρήσκευμα

ή τις θρησκευτικές εν γένει πεποιθήσεις του, υποχρεούμενος σε πράξεις ή

παραλείψεις από τις οποίες θα τεκμαίρεται η ύπαρξη ή η ανυπαρξία τους. Και καμία κρατική αρχή ή κρατικό όργανο δεν επιτρέπεται να επεμβαίνουν στον απαραβίαστο, κατά το Σύνταγμα, χώρο αυτό της συνείδησης του ατόμου και να αναζητούν το θρησκευτικό του φρόνημα, πολύ δε περισσότερο να

επιβάλλουν την εξωτερίκευση των όποιων πεποιθήσεων του ατόμου

αναφορικά με το θείο. Διάφορο δε είναι το ζήτημα της οικειοθελούς προς τις κρατικές αρχές γνωστοποίησης του θρησκεύματος του ατόμου, η οποία όμως γίνεται με πρωτοβουλία του και για την άσκηση συγκεκριμένων δικαιωμάτων που αναγνωρίζει η έννομη τάξη για την προστασία της θρησκευτικής ελευθερίας (π.χ. η μη εκπλήρωση των στρατιωτικών υποχρεώσεων για λόγους συνειδησιακής αντίρρησης, η απαλλαγή από τη διδασκαλία του μαθήματος των θρησκευτικών και από συναφείς σχολικές υποχρεώσεις, όπως ο

εκκλησιασμός και η ομαδική προσευχή, η ίδρυση ναού ή ευκτηρίου οίκου, η

ίδρυση σωματείου θρησκευτικού χαρακτήρα κλπ.).(…)»

 

Z. Η γνωμοδότηση του προέδρου του συμβουλίου διοίκησης του

Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών  

 

53. Στη γνωμοδότησή του, με ημερομηνία 8 Δεκεμβρίου 2008, προς το

Νομικό Συμβούλιο του Κράτους, ο πρόεδρος του εν λόγω συμβουλίου, εφέτης, έκρινε τα εξής:

«Η διατύπωση των άρθρων 218 και 220 Κ.Π.Δ. φαίνεται να παραβιάζει την

ελευθερία της θρησκευτικής συνείδησης, όπως τουλάχιστον την οριοθετεί η

απόφαση αριθ. 2285/2001 της Ολομέλειας του ΣΤΕ (…). Μάλιστα η παραβίαση (της ελευθερίας θρησκευτικής συνείδησης) γίνεται περισσότερο φανερή, αν συγκριθεί η διατύπωση των άρθρων 218 και 220 Κ.Π.Δ. με εκείνη του άρθρου 408 Κ.Πολ.Δ., σύμφωνα με το οποίο ο μάρτυρας απλώς ερωτάται αν προτιμά να δώσει θρησκευτικό ή πολιτικό όρκο, ενώ αντίθετα κατά το άρθρο 220 Κ.Π.Δ. ο δικαστής για να επιτρέψει μη θρησκευτικό όρκο στο μάρτυρα, θα πρέπει να πειστεί ότι αυτός δεν πιστεύει σε καμία θρησκεία.

Ωστόσο, στην πράξη, (…), οι δικαστές στο πλαίσιο ποινικών διαδικασιών δεν

επιμένουν στη διερεύνηση του θρησκευτικού φρονήματος του μάρτυρα και

αρκούνται στη δήλωσή του ότι επιθυμεί να μη δώσει θρησκευτικό όρκο,

ακόμα κι αν αυτός δεν αιτιολογήσει τη δήλωσή του (…)»  

 

ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΟ ΝΟΜΟ  

 

Ι. ΣΥΝΕΝΩΣΗ ΤΩΝ ΥΠΟΘΕΣΕΩΝ  

 

54. Λαμβανομένης υπόψη της ομοιότητας των προσφυγών ως προς τα

πραγματικά περιστατικά και το ζήτημα ουσίας που θέτουν, το Δικαστήριο αποφασίζει να τις συνενώσει και να τις εξετάσει από κοινού σε μία μόνο απόφαση.

 

ΙΙ. ΕΠΙ ΤΟΥ ΠΑΡΑΔΕΚΤΟΥ ΤΩΝ ΠΡΟΣΦΥΓΩΝ  

 

 55. Οι προσφεύγοντες παραπονούνται ότι η παρουσία θρησκευτικών

συμβόλων στις αίθουσες των δικαστηρίων και το γεγονός ότι οι Έλληνες δικαστές είναι χριστιανοί ορθόδοξοι, συμβάλλουν στη δημιουργία αμφιβολιών ως προς την αντικειμενική, και μάλιστα υποκειμενική, αμεροληψία τους. Επικαλούνται το άρθρο 6 § 1 της Σύμβασης, διάταξη η οποία έχει ως εξής:

«Παν πρόσωπον έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσίς του δικασθή δικαίως (…)

υπό (…) δικαστηρίου (…), το οποίον θα αποφασίση (…) επί των

αμφισβητήσεων επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεών του αστικής φύσεως

(…)»  

 

 56. Το Δικαστήριο σημειώνει καταρχήν ότι, ακόμα κι αν υποτεθεί ότι η

αιτίαση αυτή πληρεί τις προϋποθέσεις παραδεκτού που προβλέπει το άρθρο 35 § 1 της Σύμβασης, ωστόσο δεν είναι καθόλου τεκμηριωμένη. Επιπλέον, σε ό,τι αφορά την παρουσία θρησκευτικών συμβόλων στα δικαστήρια, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι η πλειοψηφία των συμβάντων που εκθέτουν οι προσφεύγοντες αφορούν εμφανίσεις σε συμβούλιο ενώπιον του ανακριτή για να εξετασθούν ως μάρτυρες, ήτοι διαδικασίες οι οποίες δεν έλαβαν χώρα σε δικαστική αίθουσα. Επιπλέον, από τον φάκελο δεν προκύπτει ότι οι δικαστικές αρχές αθέτησαν το καθήκον τους περί αμεροληψίας έναντι των προσφευγόντων.

 

 57. Τέλος, το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι το σύστημα ατομικής προσφυγής

που προβλέπει το άρθρο 34 της Σύμβασης εξαιρεί τις προσφυγές που κατατίθενται μέσω actio popularis. Οι προσφυγές πρέπει ως εκ τούτου να κατατίθενται από άτομα που δηλώνουν θύματα μίας ή περισσοτέρων διατάξεων της Σύμβασης. Τα εν λόγω άτομα πρέπει να μπορούν να αποδείξουν ότι εθίγησαν άμεσα από το καταγγελλόμενο μέτρο. Εν προκειμένω, το Δικαστήριο παρατηρεί ότι δεν αποδείχθηκε ότι υφίσταται ένας επαρκώς άμεσος δεσμός μεταξύ των προσφευγόντων και των επικαλούμενων παραβιάσεων του άρθρου 6 § 1.

 

 Έπεται ότι αυτό το τμήμα των προσφυγών πρέπει να απορριφθεί ως προδήλως

αβάσιμο, κατ’εφαρμογή του άρθρου 35 §§ 3 και 4 της Σύμβασης.

 

 58. Επιπλέον, οι προσφεύγοντες παραπονούνται ότι πολλές φορές, κατά τις

διαδικασίες του όρκου ενώπιον των δικαστικών αρχών, αναγκάστηκαν να

αποκαλύψουν τις θρησκευτικές πεποιθήσεις τους κατά παράβαση των άρθρων 8, 9 και 14 της Σύμβασης. Επιπλέον, ισχυρίζονται, υπό το πρίσμα του άρθρου 13 της Σύμβασης, ότι δεν διέθεταν στο εθνικό δίκαιο κανένα ένδικο μέσο μέσω του οποίου θα είχαν μπορέσει να προβάλουν τις αιτιάσεις τους τις ελκόμενες από την εικαζόμενη παραβίαση της ελευθερίας θρησκευτικής συνείδησής τους.

 

 59. Το Δικαστήριο σημειώνει ότι καταρχήν η Κυβέρνηση υποστηρίζει το

απαράδεκτο των επικαλούμενων αιτιάσεων διότι οι προσφεύγοντες δεν εξάντλησαν τα εθνικά ένδικα μέσα. Ειδικότερα, υποστηρίζει ότι τίποτα δεν εμπόδιζε τους προσφεύγοντες να ασκήσουν ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων μία αγωγή στη βάση των άρθρων 57 και 59 του αστικού κώδικα σε συνδυασμό με το άρθρο 105 του εισαγωγικού νόμου του ίδιου κώδικα., με σκοπό την αποζημίωσή τους για την εικαζόμενη προσβολή της προσωπικότητάς τους λόγω της υποχρέωσης να αποκαλύψουν τις θρησκευτικές πεποιθήσεις τους ενώπιον των δικαστικών οργάνων.

Η Κυβέρνηση προσκομίζει έναν αριθμό αποφάσεων που έχουν εκδώσει τα εθνικά

δικαστήρια και οι οποίες έχουν επιδικάσει αποζημιώσεις για διάφορους λόγους σχετικούς με την προσβολή της προσωπικότητας των εναγόντων. Σημειώνει ότι δεν έχει στη διάθεσή της δικαστικές αποφάσεις που να έχουν εφαρμόσει τα άρθρα 57 και59 του αστικού κώδικα σε περιπτώσεις περιορισμών που έχουν τεθεί επί της θρησκευτικής ελευθερίας και, ειδικότερα, μέσα στα πλαίσια της όρκισης. Κατά την άποψη της Κυβέρνησης, τούτο οφείλεται στην ελληνική πραγματικότητα όπου δεν είναι σύνηθες ο ενδιαφερόμενος να θεωρεί την όρκιση ως πράξη η οποία θα μπορούσε να προσβάλει τη θρησκευτική ελευθερία του. Συνεπώς, είναι άκρως απίθανο ότι σε αυτή την υποθετική περπτωση ο ενδιαφερόμενος θα είχε προσφύγει στη δικαιοσύνη, όπως οι προσφεύγοντες. Επί αυτής της βάσης, η Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι μία αγωγή αποζημίωσης δυνάμει των άρθρων 57 και 59 του αστικού κώδικα δε θα μπορούσε να θεωρηθεί καταρχήν αναποτελεσματική και οι προσφεύγοντες όφειλαν να έχουν εξαντλήσει αυτό το ένδικο μέσο πριν καταθέσουν

τις προσφυγές τους ενώπιον του Δικαστηρίου.

 

 60. Το Δικαστήριο εκτιμά ότι η εν λόγω ένσταση συνδέεται στενά με την

ουσία της αιτίασης που έχουν διατυπώσει οι προσφεύγοντες επί του πεδίου του άρθρου 13 της Σύμβασης και αποφασίζει να τη συνενώσει με την επί της ουσίας εξέταση.

 

 61. Το Δικαστήριο διαπιστώνει επίσης ότι οι αιτιάσεις που έχουν προβληθεί υπό το πρίσμα των άρθρων 8, 9, 13 και 14 της Σύμβασης δεν είναι προδήλως αβάσιμες με την έννοια του άρθρου 35 § 3 της Σύμβασης. Σημειώνει επιπλέον ότι αυτές δεν προσκρούουν σε κανένα άλλο λόγο απαραδέκτου. Πρέπει επομένως να κηρυχθεί παραδεκτό αυτό το τμήμα των προσφυγών.

 

ΙΙΙ. ΕΠΙ ΤΗΣ ΕΠΙΚΑΛΟΥΜΕΝΗΣ ΠΑΡΑΒΙΑΣΗΣ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 13 ΤΗΣ

ΣΥΜΒΑΣΗΣ

 62. Το άρθρο 13 της Σύμβασης έχει ως εξής:

«Παν πρόσωπον του οποίου τα αναγνωριζόμενα εν τη (…) Συμβάσει

δικαιώματα και ελευθερίαι παρεβιάσθησαν, έχει το δικαίωμα πραγματικής

προσφυγής ενώπιον εθνικής αρχής, έστω και αν η παραβίασις διεπράχθη υπό

προσώπων ενεργούντων εν τη εκτελέσει των δημοσίων καθηκόντων των.»  

 

 Α. Θέσεις των διαδίκων  

 

 63. Η Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι το άρθρο 13 της Σύμβασης δεν

παραβιάσθηκε. Αναφερόμενη στην επιχειρηματολογία που ανέπτυξε στα πλαίσια της ένστασής της ως προ το παραδεκτό των προσφυγών, υποστηρίζει ότι οι

ενδιαφερόμενοι μπορούσαν να έχουν ασκήσει ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων μία αγωγή αποζημίωσης στη βάση των άρθρων 57 και 59 του αστικού κώδικα σε συνδυασμό με το άρθρο 105 του εισαγωγικού νόμου του αστικού κώδικα, με σκοπό την αποζημίωσή τους για την εικαζόμενη προσβολή της προσωπικότητάς τους.

Προσθέτει ότι, σε κάθε περίπτωση, σε ό,τι αφορά γενικά τη συμβατότητα των

επίμαχων διατάξεων του κώδικα ποινικής δικονομίας με τη Σύμβαση, τα ελληνικά δικαστήρια υποχρεούνται, σύμφωνα με το Σύνταγμα, να μην εφαρμόζουν ένα νόμο μη σύμφωνο με αυτό ή με τη Σύμβαση.

 

 64. Οι προσφεύγοντες υποστηρίζουν ότι δε διέθεταν ένδικα μέσα ικανά να

τους παράσχουν μία προσήκουσα επανόρθωση για την επίδικη παραβίαση.

Υποστηρίζουν καταρχήν ότι η προσκομισθείσα από την Κυβέρνηση νομολογία

αφορά περιπτώσεις που δεν έχουν καμία σχέση με την επίμαχη υπόθεση. Σημειώνουν ως προς τούτο ότι οι εν λόγω αποφάσεις σχετίζονται, μεταξύ άλλων, με την απαγόρευση εισόδου ενός ατόμου σε ένα καζίνο, με την παράνομη χρήση ενός εμπορικού σήματος από μία επιχείρηση, με την παράνομη τοποθέτηση μίας τηλεφωνικής κεραίας, καθώς και με δυσφημιστικά λόγια μίας ημερήσιας εφημερίδας σε βάρος ενός πανεπιστημιακού. Επιπλέον, υποστηρίζουν ότι το Συμβούλιο της Επικρατείας, στην απόφασή του αριθ. 2601/1998, η οποία παρατίθεται στις παρατηρήσεις της Κυβέρνησης, παραδέχεται ότι η υποχρέωση αποκάλυψης των θρησκευτικών πεποιθήσεων κάποιου ή του γεγονότος ότι είναι άθεος προκειμένου να μπορέσει να δώσει πολιτικό όρκο αντί θρησκευτικό δεν παραβιάζει τα άρθρα 13 του

ελληνικού Συντάγματος και 9 της Σύμβασης, λόγω του ότι η εν λόγω υποχρέωση δε στοχεύει στη δίωξη του ενδιαφερομένου για τις θρησκευτικές πεποιθήσεις του.

Συνεπώς, οι προσφεύγοντες υποστηρίζουν ότι η εσωτερική έννομη τάξη δεν τους πρόσφερε κανένα ένδικο μέσο προκειμένου να διατυπώσουν την αιτίασή τους περί προσβολής της ελευθερίας σκέψης, συνείδησης και θρησκείας τους.  

 

 Β. Εκτίμηση του Δικαστηρίου  

 

65. Το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι το άρθρο 13 της Σύμβασης εγγυάται την

ύπαρξη στο εθνικό δίκαιο ενός ενδίκου μέσου για τις αιτιάσεις που κρίνονται «υποστηρίξιμες» σύμφωνα με τη Σύμβαση. Ένα τέτοιο ένδικο μέσο θα πρέπει να δίδει τη δυνατότητα στο αρμόδιο εθνικό δικαστήριο να γνωρίζει το περιεχόμενο της αιτίασης που στηρίζεται στη Σύμβαση και να προσφέρει την προσήκουσα επανόρθωση, ακόμα κι αν τα συμβαλλόμενα Κράτη απολαμβάνουν σχετικής διακριτικής ευχέρειας ως προς τον τρόπο συμμόρφωσής τους προς τις υποχρεώσεις τους που απορρέουν από την εν λόγω διάταξη (βλέπε, μεταξύ άλλων, Σαμπάνης και λοιποί κατά Ελλάδας, αριθ. 32526/05, § 55, 5 Ιουνίου 2008).

 

66. Επιπλέον, το Δικαστήριο σημειώνει ότι το άρθρο 13 παρουσιάζει στενή

ομοιότητα με τον κανόνα περί εξάντλησης των εθνικών ενδίκων μέσων, ο οποίος διατυπώνεται στο άρθρο 35 § 1 της Σύμβασης, και στηρίζεται στην υπόθεση ότι η εσωτερική έννομη τάξη παρέχει τη δυνατότητα πραγματικής προσφυγής, τόσο στην πράξη όσο και στο νομικό πλαίσιο, ως προς την επικαλούμενη παραβίαση (Kudla κατά Πολωνίας [GC], αριθ. 30210/96, § 152, CEDH 2000-XI, Hassan et Tchaouch κατά Βουλγαρίας [GC], αριθ. 30985/96, §§ 96-98, CEDH 2000-ΧΙ). Το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι δυνάμει του κανόνα της εξάντλησης των εθνικών ενδίκων μέσων, πριν να προσφύγει ενώπιον του Δικαστηρίου, ο προσφεύγων πρέπει να έχει δώσει στο υπεύθυνο Κράτος την δυνατότητα να επανορθώσει τις επικαλούμενες παραβιάσεις με τα εθνικά μέσα, χρησιμοποιώντας τα δικαστικά βοηθήματα που μπορούν να θεωρηθούν αποτελεσματικά και επαρκή και τα οποία προσφέρονται από την εθνική

νομοθεσία (βλέπε, μεταξύ άλλων, Fressoz et Roire κατά Γαλλίας [GC], αριθ.

29183/95, § 37, CEDH 1999-I).

67. Το άρθρο 35 § 1 της Σύμβασης δεν προβλέπει παρά μόνον την εξάντληση

των ενδίκων μέσων που σχετίζονται με τις επίδικες παραβιάσεις και είναι διαθέσιμα και επαρκή. Πρέπει να υπάρχουν σε επαρκή βαθμό βεβαιότητος, όχι μόνον στην θεωρία, αλλά και στην πράξη, άλλως στερούνται της απαιτούμενης

αποτελεσματικότητας και προσβασιμότητας. Το εναγόμενο Κράτος έχει την ευθύνη να καταδείξει ότι οι απαιτήσεις αυτές εκπληρώνονται (βλέπε, μεταξύ άλλων, Dalia κατά Γαλλίας, απόφαση της 19 Φεβρουαρίου 1998, § 38, Recueil arrets et decisions 1998-I , σελ. 87, § 38). Τέλος, εκείνος ο οποίος άσκησε ένδικο μέσο από τη φύση του ικανό να θεραπεύσει άμεσα –και όχι κατά έμμεσο τρόπο- την επίδικη κατάσταση, δεν υποχρεούται να εξαντλήσει άλλα στα οποία είχε δικαίωμα αλλά των οποίων η αποτελεσματικότητα θα ήταν αβέβαιη (Μανουσάκης και λοιποί κατά Ελλάδας, απόφαση της 26 Σεπτεμβρίου 1996, § 33, Recueil 1996-IV, § 33).

 

68. Εν προκειμένω, το Δικαστήριο σημειώνει ότι η Κυβέρνηση δεν προσκόμισε κανένα νομολογιακό παράδειγμα ικανό να αποδείξει ότι η χρήση της αγωγής αποζημίωσης δυνάμει των άρθρων 57 και 59 του αστικού κώδικα σε συνδυασμό με το άρθρο 105 του εισαγωγικού νόμου του ίδιου κώδικα, θα μπορούσε

να έχει αποτελέσει ένα αποτελεσματικό ένδικο μέσο με σκοπό την αποζημίωσή τους για την εικαζόμενη προσβολή της προσωπικότητάς τους. Επιπλέον, η Κυβέρνηση δεν εκθέτει καμία απόφαση των εθνικών δικαστηρίων που να έχει αρνηθεί να εφαρμόσει τις επίμαχες νομοθετικές διατάξεις λόγω της επικαλούμενης μη συμβατότητάς τους με το ελληνικό Σύνταγμα και/ή τη Σύμβαση. Ωστόσο, είναι ευθύνη του Κράτους που επικαλείται τη μη εξάντληση των εθνικών ενδίκων μέσων να αποδείξει την ύπαρξη αποτελεσματικών και επαρκών ενδίκων μέσων (Soto Sanchez κατά Ισπανίας, αριθ. 66990/01, § 34, 25 Νοεμβρίου 2003). Ενόψει των παραπάνω, το Δικαστήριο πρέπει να απορρίψει την ένσταση της Κυβέρνησης την ελκόμενη από τη μη εξάντληση των

εθνικών ενδίκων μέσων. Επιπλέον, λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι η

Κυβέρνηση δεν αναφέρει κανένα άλλο ένδικο μέσο που οι προσφεύγοντες θα

μπορούσαν να έχουν ασκήσει προκειμένου να επιτύχουν την επανόρθωση της

επικαλούμενης παραβίασης στη βάση του άρθρου 9 της Σύμβασης, το Δικαστήριο συμπεραίνει ότι το Κράτος δεν τήρησε τις υποχρεώσεις του που απορρέουν από το άρθρο 13 της Σύμβασης.

 

69. Ενόψει των προηγουμένων σκέψεων, το Δικαστήριο θεωρεί ότι πρέπει να

απορριφθεί η προβαλλόμενη από την Κυβέρνηση ένσταση περί μη εξάντλησης των εθνικών ενδίκων μέσων και να καταλήξει στην παραβίαση του άρθρου 13 της Σύμβασης.

 

Ι. ΕΠΙ ΤΗΣ ΕΠΙΚΑΛΟΥΜΕΝΗΣ ΠΑΡΑΒΙΑΣΗΣ ΤΩΝ ΑΡΘΡΩΝ 8, 9 ΚΑΙ 14 ΤΗΣ

ΣΥΜΒΑΣΗΣ  

 

 70. Το Δικαστήριο σημειώνει ότι θα εξετάσει καταρχήν υπό το πρίσμα του

άρθρου 9 της Σύμβασης την αιτίαση των προσφευγόντων σχετικά με την υποχρέωση αποκάλυψης των θρησκευτικών πεποιθήσεών τους κατά τις διαδικασίες του όρκου ενώπιον των δικαστικών αρχών. Η εν λόγω διάταξη έχει ως εξής:  

 

«1. Παν πρόσωπον δικαιούται εις την ελευθερίαν σκέψεως, συνειδήσεως και

θρησκείας, το δικαίωμα τούτο επάγεται την ελευθερίαν αλλαγής θρησκείας ή

πεποιθήσεων, ως και την ελευθερίαν εκδηλώσεως της θρησκείας ή των

πεποιθήσεων μεμονωμένως, ή συλλογικώς, δημοσία ή κατ’ιδίαν, δια της

λατρείας, της παιδείας και της ασκήσεως των θρησκευτικών καθηκόντων και

τελετουργιών.

 

2. Η ελευθερία εκδηλώσεως της θρησκείας ή των πεποιθήσεων δεν

επιτρέπεται να αποτελέση αντικείμενο έτερων περιορισμών πέραν των

προβλεπόμενων υπό του νόμου και αποτελούντων αναγκαία μέτρα, εν

δημοκρατική κοινωνία δια την δημοσίαν ασφάλειαν, την προάσπισιν της

δημοσίας τάξεως, υγείας και ηθικής, ή την προάσπισιν των δικαιωμάτων και

ελευθεριών των άλλων.»  

 

 Α. Θέσεις των διαδίκων

 1. Η Κυβέρνηση

 71. Η Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι εν προκειμένω δεν υπήρξε επέμβαση στην

άσκηση της θρησκευτικής ελευθερίας των προσφευγόντων. Θεωρεί ότι η διαδικασία του όρκου ενώπιον των δικαστικών αρχών, όπως αυτή περιγράφεται στις εφαρμοστέες διατάξεις του κώδικα ποινικής δικονομίας, δε είναι αντίθετη προς την ελευθερία της θρησκείας. Εκτιμά ότι ακόμα και στην περίπτωση που η εν λόγω ελευθερία περιοριζόταν από την επιβαλλόμενη στον ενδιαφερόμενο υποχρέωση να επιλέξει ανάμεσα στο θρησκευτικό και τον πολιτικό όρκο, ο εν λόγω περιορισμός αιτιολογείτο από τον σκοπό της διασφάλισης της ορθής απονομής της δικαιοσύνης. Η Κυβέρνηση εκτιμά ότι η κατάργηση του θρησκευτικού όρκου και η αντικατάστασή του με τον πολιτικό όρκο, όπως αφήνουν να εννοηθεί οι προσφεύγοντες, δε θα συνιστούσε κατάλληλο μέτρο για την εγγύηση της ακρίβειας των μαρτυριών και των

καταθέσεων των ενδιαφερόμενων ατόμων μέσα στα πλαίσια της ποινικής δίκης.

Προσθέτει ότι η δυνατότητα επιλογής μεταξύ του θρησκευτικού και του πολιτικού όρκου είναι αναγκαία καθώς κάθε άτομο, σύμφωνα με την προσωπικότητά του, την παιδεία του και τον τρόπο που αντιλαμβάνεται τον κόσμο, μπορεί να αισθανθεί ότι δεσμεύεται είτε από την τιμή του, είτε από τα θρησκευτικά αισθήματά του.

 

 72. Η Κυβέρνηση θεωρεί ότι η επιλογή μεταξύ διαφορετικών τύπων

θρησκευτικού ή πολιτικού όρκου, την οποία προβλέπει το άρθρο 220 § 2 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, δε συνεπάγεται απαραιτήτως ότι το αρμόδιο δικαστικό όργανο υποχρεώνει κάθε φορά τον ενδιαφερόμενο να αποκαλύψει αν είναι χριστιανός ορθόδοξος ή όχι. Αυτός δε χρειάζεται παρά να επιλέξει μεταξύ θρησκευτικού και πολιτικού όρκου προκειμένου να εκπληρώσει τα καθήκοντά του μέσα στα πλαίσια της ποινικής δίκης. Σε ό,τι αφορά την προκειμένη περίπτωση, η Κυβέρνηση σημειώνει ότι δεν μπορεί να γνωρίζει τις ακριβείς συνθήκες υπό τις οποίες διεξήχθη κάθε επίδικη διαδικασία. Προσθέτει ότι, κατά τη συνήθη πρακτική, ο δικαστής επί ποινικών διαδικασιών δεν καλεί τον ενδιαφερόμενο να εξηγήσει τους λόγους για τους

οποίους δεν επιθυμεί να δώσει θρησκευτικό όρκο. Αναφέρεται στο σημείο αυτό στη γνωμοδότηση, με ημερομηνία 8 Δεκεμβρίου 2008, του προέδρου του συμβουλίου διοίκησης του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, όπου αναφέρεται ότι σύμφωνα με τη δικαστική πρακτική, ο δικαστής επί ποινικών διαδικασιών δεν επιμένει στη διερεύνηση του θρησκευτικού φρονήματος του ενδιαφερομένου και αρκείται στη δήλωσή του ότι δεν επιθυμεί να δώσει θρησκευτικό όρκο, ακόμα και ελλείψει αιτιολόγησης.

 

 73. Σε κάθε περίπτωση, το άρθρο 145 του κώδικα ποινικής δικονομίας

προβλέπει τη δυνατότητα διόρθωσης των δικαστικών αποφάσεων, διατάξεων και

πρακτικών όταν υπάρχουν λάθη. Η Κυβέρνηση επισημαίνει ότι αν οι προσφεύγοντες χαρακτηρίσθηκαν κάποιες φορές, λόγω απροσεξίας, ως «χριστιανοί ορθόδοξοι» επί των επίμαχων πρακτικών, αυτοί είχαν το δικαίωμα να ζητήσουν τη διόρθωσή τους σύμφωνα με το άρθρο 145 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. Πράγματι, σημειώνει ότι κάθε φορά που υπέβαλαν ένα τέτοιο αίτημα ενώπιον του αρμόδιου δικαστικού οργάνου, αυτό έγινε δεκτό και, συνεπώς, το Κράτος επανόρθωσε την εικαζόμενη προσβολής της θρησκευτικής ελευθερίας τους.  

 

 2. Οι προσφεύγοντες

 

 74. Οι προσφεύγοντες αντικρούουν τις θέσεις της Κυβέρνησης. Υποστηρίζουν

καταρχήν ότι η διατύπωση των άρθρων 217, 218 και 220 του Κώδικα Ποινικής

Δικονομίας προσβάλλει την ελευθερία της θρησκείας λόγω του γεγονότος ότι

υπονοείται ότι ο μάρτυρας είναι κατά βάση χριστιανός ορθόδοξος. Συνεπώς, ο ενδιαφερόμενος πρέπει να αποκαλύψει τις θρησκευτικές πεποιθήσεις του

προκειμένου να μη δώσει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 218 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας θρησκευτικό όρκο. Οι προσφεύγοντες αναφέρονται στη γνωμοδότηση, με ημερομηνία 8 Δεκεμβρίου 2008, του προέδρου του συμβουλίου διοίκησης του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, την οποία προσκομίζει η Κυβέρνηση.

Σημειώνουν ότι η Κυβέρνηση παραλείπει να αναφερθεί στο τμήμα αυτής της

γνωμοδότησης όπου θεωρείται ότι η διατύπωση των άρθρων 218 και 220 φαίνεται αφ’εαυτής να προσβάλλει την ελευθερία θρησκευτικής συνείδησης σε σύγκριση με το άρθρο 408 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας.

 

 75. Επιπλέον, σε ό,τι αφορά τις συνθήκες της περίστασης, οι προσφεύγοντες ισχυρίζονται ότι αναγκάστηκαν κάθε φορά να δηλώσουν ενώπιον των δικαστικών αρχών ότι δεν ήταν χριστιανοί ορθόδοξοι ή ότι ήταν άθεοι ή εβραϊκής θρησκείας προκειμένου να δώσουν πολιτικό όρκο. Επιπλέον, αναγκάστηκαν να εξωτερικεύσουν τα θρησκευτικά αισθήματά τους προκειμένου να ζητήσουν την απαλοιφή του τυποποιημένου κειμένου «χριστιανός ορθόδοξος» που περιεχόταν στα έντυπα των πρακτικών. Τέλος, οι προσφεύγοντες υποστηρίζουν ότι το άρθρο 145 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας προβλέπει, βέβαια, τη διόρθωση των επίδικων πρακτικών. Εν

τούτοις, το στοιχείο αυτό δεν μπορεί να θεραπεύσει εκ των υστέρων το γεγονός ότι ήδη αναγκάστηκαν να αποκαλύψουν τις θρησκευτικές πεποιθήσεις τους δημοσίως ή κεκλεισμένων των θυρών. Σε κάθε περίπτωση, οι προσφεύγοντες σημειώνουν ότι ορισμένες φορές, παρόλο που ζήτησαν τη διόρθωση των πρακτικών δυνάμει του άρθρου 145 του κώδικα ποινικής δικονομίας, η διόρθωση αυτή δεν έγινε ποτέ.

 

 Β. Εκτίμηση του Δικαστηρίου  

 

 1. Γενικές αρχές

 

76. Το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι, όπως προστατεύεται από τη διάταξη αυτή, η ελευθερία σκέψεως, συνειδήσεως και θρησκείας αποτελεί ένα από τα θεμέλια μίας «δημοκρατικής κοινωνίας» με την έννοια της Σύμβασης. Η ελευθερία αυτή συγκαταλέγεται, όσον αφορά τη θρησκευτική της διάσταση, μεταξύ των κύριων στοιχείων της ταυτότητας των πιστών και της αντίληψής τους όσον αφορά τη ζωή, αλλά ομοίως αποτελεί πολύτιμο αγαθό και για τους άθεους, τους αγνωστικιστές, τους σκεπτικιστές ή τους αδιάφορους. Είναι προϊόν του πλουραλισμού – ο οποίος κατακτήθηκε με επώδυνους αγώνες ανά τους αιώνες – που δεν μπορεί να διαχωρισθεί από μια τέτοια κοινωνία. Η ελευθερία αυτή συνεπάγεται, ιδίως, την ελευθερία ενός προσώπου να ασπάζεται ή όχι μια θρησκεία και την ελευθερία να ασκεί ή να μην ασκεί τις θρησκευτικές υποχρεώσεις του (βλέπε, μεταξύ άλλων, Κοκκινάκης κατά

Ελλάδας, απόφαση της 25 Μαΐου 1993, serie A nο 260-A, σελ. 17, § 31, και

Buscarini και λοιποί κατά Αγίου Μαρίνου [GC], nο 24645/94, § 34, CEDH 1999-Ι).

 

77. Αν και η θρησκευτική ελευθερία είναι, κατ’ αρχάς, μια εσωτερική για την ψυχή του καθενός υπόθεση, συνεπάγεται, εν τούτοις, η ελευθερία αυτή, την ελευθερία της θρησκευτικής εκδήλωσης είτε ατομικά και ιδιωτικά, ή συλλογικά, δημόσια και εντός του κύκλου αυτών που συμμετέχουν στην ίδια πίστη. Εξάλλου, το Δικαστήριο είχε ήδη την ευκαιρία να καθιερώσει αρνητικά δικαιώματα στο πλαίσιο του άρθρου 9 της Σύμβασης, και ιδίως την ελευθερία να μην ασπάζεται κάποιος μια θρησκεία και την ελευθερία να μην ασκεί τις θρησκευτικές υποχρεώσεις του (βλέπε, προς την κατεύθυνση αυτή, προαναφερθείσες αποφάσεις Κοκκινάκης κατά Ελλάδας και Buscarini και λοιποί κατά Αγίου Μαρίνου).

 

78. Επιπλέον, η ελευθερία εκδήλωσης των θρησκευτικών πεποιθήσεων

εμπεριέχει, επίσης, μία αρνητική πλευρά, ήτοι το δικαίωμα του ατόμου να μην είναι αναγκασμένο να εκδηλώσει το θρήσκευμά του ή τις θρησκευτικές του πεποιθήσεις και να μην είναι αναγκασμένο να ενεργεί κατά τρόπο που να είναι δυνατόν να εξαχθεί το συμπέρασμα ότι έχει -ή δεν έχει- τέτοιες πεποιθήσεις. Στα μάτια του Δικαστηρίου, οι κρατικές αρχές δεν έχουν το δικαίωμα να επεμβαίνουν στον τομέα της ελευθερίας συνειδήσεως του ατόμου και να ζητούν να μάθουν τις θρησκευτικές πεποιθήσεις του, ή να το υποχρεώνουν να εκδηλώσει τις πεποιθήσεις του όσον αφορά το θείο. Τούτο

ισχύει ακόμα περισσότερο στην περίπτωση κατά την οποία ένα πρόσωπο είναι

αναγκασμένο να ενεργήσει κατ’ αυτόν τον τρόπο, προκειμένου να ασκήσει ορισμένα καθήκοντα, ιδίως δε στην περίπτωση της ορκωμοσίας (βλέπε προς αυτή την κατεύθυνση, Αλεξανδρίδης κατά Ελλάδας, αριθ. 19516/06, § 38, CEDH 2008-…).  

 

2. Εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση  

 

α) Επί της ύπαρξης επέμβασης

 

79. Το Δικαστήριο επισημαίνει καταρχήν ότι βρίσκεται αντιμέτωπο με

αντικρουόμενες εκδοχές όσον αφορά τον τρόπο με τον οποίο διεξήχθησαν οι επίδικες διαδικασίες ενώπιον των αρμόδιων δικαστικών αρχών. Ειδικότερα, οι προσφεύγοντες υποστηρίζουν ότι κάθε φορά ο αρμόδιος δικαστής τους καλούσε να θέσουν το δεξί χέρι στο ευαγγέλιο και να ορκισθούν. Κάθε φορά, οι προσφεύγοντες έπρεπε να τον ενημερώσουν ότι δεν ήταν χριστιανοί ορθόδοξοι και ότι, για τον λόγο αυτό, επιθυμούσαν να δώσουν πολιτικό όρκο. Η Κυβέρνηση από την πλευρά της απέχει από το να επιβεβαιώσει ή αναιρέσει την εκδοχή που παρουσιάζουν οι προσφεύγοντες.

Σημειώνει ότι δεν μπορεί να γνωρίζει τον ακριβή τρόπο με τον οποίο διεξήχθησαν οι επίδικες διαδικασίες.

 

80. Το Δικαστήριο, το οποίο παραμένει ελεύθερο να προχωρήσει στη δική του

εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών υπό το φως του συνόλου των στοιχείων που έχει στη διάθεσή του (προαναφερόμενη απόφαση Αλεξανδρίδης κατά Ελλάδας, § 34, Ribitsch κατά Αυστρίας, 4 Δεκεμβρίου 1995, § 32, serie A nο 336), επισημαίνει ότι από τον φάκελο προκύπτει ότι τα πρακτικά που υπέβαλαν οι διάδικοι περιέχουν ένα τυποποιημένο κείμενο, το οποίο έχει διαγραφεί στην πλειοψηφία των περιπτώσεων, το οποίο αναφέρει ότι το άτομο που εμφανίζεται ενώπιον του αρμόδιου δικαστικού οργάνου είναι «χριστιανός ορθόδοξος». Επιπλέον, σε ορισμένα από τα προσκομισθέντα πρακτικά, οι προσφεύγοντες αναφέρονται ρητά ως «άθεοι» ή «εβραϊκής θρησκείας». Τα στοιχεία αυτά οδηγούν στη σκέψη ότι οι προσφεύγοντες

θεωρούνταν καταρχήν χριστιανοί ορθόδοξοι και ότι χρειάστηκε να αναφέρουν, είτε στο ακροατήριο ή κεκλεισμένων των θυρών ότι δεν ανήκαν σε αυτή τη θρησκεία και, ορισμένες φορές, ότι ήταν άθεοι ή εβραϊκής θρησκείας προκειμένου να γίνει η διαγραφή του προαναφερόμενου τυποποιημένου κειμένου (βλέπε προς αυτή την κατεύθυνση την προαναφερόμενη απόφαση Αλεξανδρίδης, § 39). Συνεπώς, το Δικαστήριο συμπεραίνει ότι εν προκειμένω υπήρξε επέμβαση στην άσκηση, από τους προσφεύγοντες, της θρησκευτικής ελευθερίας τους την οποία προστατεύει το άρθρο 9 της Σύμβασης.  

 

β) Επί του αιτιολογημένου χαρακτήρα και της αναλογικότητας της

επέμβασης  

 

81. Μια τέτοια επέμβαση είναι αντίθετη προς το άρθρο 9 εκτός αν

«προβλέπεται από το νόμο», στοχεύει σε έναν ή περισσότερους από τους θεμιτούς σκοπούς που αναφέρονται στην παράγραφο 2 του άρθρου 9 και είναι «αναγκαία σε μία δημοκρατική κοινωνία» προκειμένου για την επίτευξη του ή των σκοπών αυτών. Το Δικαστήριο σημειώνει ότι οι διάδικοι δεν αμφισβητούν το γεγονός ότι η επίδικη

επέμβαση «προβλεπόταν από το νόμο», ήτοι τα άρθρα 218 και 220 του Κώδικα

Ποινικής Δικονομίας. Επιπλέον, το επίδικο μέτρο επεδίωκε ένα θεμιτό σκοπό ως προς το άρθρο 9 § 2 της Σύμβασης, ήτοι την προστασία της τάξης και, ειδικότερα, την εγγύηση της ορθής απονομής της δικαιοσύνης. Οι διάδικοι επικέντρωσαν την επιχειρηματολογία τους επί της αναγκαιότητας της επίδικης επέμβασης. Το Δικαστήριο θα ασχοληθεί λοιπόν με το ζήτημα κατά πόσον η επίδικη επέμβαση ήταν ανάλογη προς τον διωκόμενο θεμιτό σκοπό.

 

82. Το Δικαστήριο σημειώνει καταρχήν ότι η παρούσα υπόθεση αφορά

πολυάριθμα συμβάντα κατά τα οποία οι προσφεύγοντες αναγκάστηκαν να

αποκαλύψουν τις θρησκευτικές πεποιθήσεις τους. Πριν προχωρήσει στην αξιολόγηση κάθε επίδικης περίπτωσης με τρόπο διαφορετικό, το Δικαστήριο κρίνει αναγκαίο να εξετάσει το νομοθετικό πλαίσιο που διέπει την όρκιση στο πλαίσιο της ποινικής δίκης. Παρατηρεί ότι σε ό,τι αφορά την ποινή δίκη, η διαδικασία όρκισης διέπεται από τα άρθρα 218 και 220 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. Το ζήτημα που τίθεται εν προκειμένω δεν είναι ως εκ τούτου κατά πόσον η υποχρέωση που επιβλήθηκε στους ενδιαφερομένους να επιλέξουν μεταξύ θρησκευτικού και πολιτικού όρκου προσβάλλει το άρθρο 9 της Σύμβασης, όπως ισχυρίζεται η Κυβέρνηση. Απεναντίας, το Δικαστήριο πρέπει να κρίνει εάν οι εφαρμοστέες διατάξεις επιτρέπουν στον ενδιαφερόμενο, όπως στους προσφεύγοντες, να επιλέξουν τον πολιτικό αντί του θρησκευτικού όρκου, χωρίς τούτο να επιφέρει την παραγνώριση της αρνητικής πλευράς της θρησκευτικής ελευθερίας του.

 

83. Το Δικαστήριο επισημαίνει ότι το άρθρο 218 του Κώδικα Ποινικής

Δικονομίας προβλέπει ότι κάθε μάρτυρας είναι υποχρεωμένος, επί ποινή ακυρότητας της διαδικασίας, να ορκίζεται πριν εξετασθεί από το αρμόδιο δικαστικό όργανο.

Επιπλέον, η εν λόγω διάταξη περιγράφει ρητά τη διαδικασία όρκισης: ο

ενδιαφερόμενος πρέπει να θέσει το δεξί του χέρι στο ευαγγέλιο και να ορκισθεί ενώπιον θεού. Επίσης, το άρθρο 220 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας προβλέπει τη διαδικασία όρκισης για τους μη ορθόδοξους. Αφενός, σε ό,τι αφορά τις αναγνωρισμένες ή απλώς ανεκτές από το Κράτος θρησκείες, ο ενδιαφερόμενος μπορεί να επιλέξει τον τύπο όρκου που προβλέπει η θρησκεία του. Αφετέρου, ο ενδιαφερόμενος μπορεί να δώσει πολιτικό όρκο, υπό την προϋπόθεση ότι αυτός πιστεύει σε μία θρησκεία που δεν επιτρέπει τον όρκο ή δεν πιστεύει σε καμία θρησκεία. Στην τελευταία αυτή περίπτωση, η δεύτερη παράγραφος του άρθρου 220 προβλέπει ότι το αρμόδιο δικαστικό όργανο πρέπει να πειστεί σχετικά.

 

84. Κατά την άποψη του Δικαστηρίου, το εν λόγω νομοθετικό πλαίσιο, το

οποίο εφάρμοσαν τα εθνικά δικαστήρια στις προκείμενες περιπτώσεις, δε

συμμορφώνεται προς τις απαιτήσεις της θρησκευτικής ελευθερίας, όπως την εγγυάται το άρθρο 9 της Σύμβασης. Ειδικότερα, από τα παραπάνω προκύπτει ότι το άρθρο 218 του κώδικα ποινικής δικονομίας δημιουργεί ένα τεκμήριο, σύμφωνα με το οποίο ο μάρτυρας είναι χριστιανός ορθόδοξος και επιθυμεί να δώσει θρησκευτικό όρκο (βλέπε προς την κατεύθυνση αυτή την προαναφερόμενη απόφαση Αλεξανδρίδης, § 36). Το εν λόγω τεκμήριο επαληθεύεται εν προκειμένω από το τυποποιημένο κείμενο των διαφόρων πρακτικών που υπέβαλαν οι προσφεύγοντες μέσα στο πλαίσιο των παρουσών υποθέσεων, σύμφωνα με το οποίο ο μάρτυρας θεωρείται καταρχήν ότι είναι «χριστιανός ορθόδοξος» και ότι ορκίστηκε θέτοντας το δεξί χέρι στο ευαγγέλιο.

 

85. Το άρθρο 220 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, με τίτλο «όρκοι

αλλόθρησκων», προβλέπει έτσι τις εξαιρέσεις στον κανόνα που θέτει το άρθρο 218 του ίδιου κώδικα. Ωστόσο, από τη διατύπωση αυτής της διάταξης προκύπτει ότι ο ενδιαφερόμενος δεν μπορεί να απαλλαχθεί από την υποχρέωση να δώσει τον θρησκευτικό όρκο που προβλέπει το άρθρο 218 επιλέγοντας απλώς τον πολιτικό όρκο. Η ίδια η διατύπωση του άρθρου 220 συνεπάγεται την παροχή περισσότερο ακριβών πληροφοριών επί των θρησκευτικών πεποιθήσεών του προκειμένου να απαλλαχθεί από το τεκμήριο του άρθρου 218. Ο ενδιαφερόμενος οφείλει είτε να δηλώσει στον δικαστή επί ποινικών διαδικασιών, όπως η τέταρτη προσφεύγουσα, ότι είναι οπαδός μία άλλης θρησκείας την οποία αναγνωρίζει ή ανέχεται το Κράτος, προκειμένου να δώσει τον προβλεπόμενο από αυτή θρησκευτικό όρκο, ή να αποκαλύψει ότι πιστεύει σε μία θρησκεία που δεν επιτρέπει το θρησκευτικό όρκο προκειμένου να δώσει πολιτικό όρκο. Επιπλέον, μπορεί να υποχρεωθεί να πείσει τον αρμόδιο δικαστή ότι δεν πιστεύει σε καμία θρησκεία, όπως ο πρώτος και η τρίτη από τους προσφεύγοντες, εφόσον επιθυμεί να δώσει πολιτικό όρκο. Τέλος, σε περίπτωση που ο ενδιαφερόμενος δεν καταφέρει να πείσει τον ανακριτή ή το δικαστήριο, φαίνεται ότι είναι υποχρεωμένος να δώσει τον όρκο που προβλέπει το άρθρο 218 του κώδικα ποινικής δικονομίας. Επιπλέον, τα άρθρα 218 και 220 του προαναφερόμενου κώδικα δεν προβλέπουν καμία εξαίρεση για τους μάρτυρες που είναι ορθόδοξοι αλλά για τους οποίους το να δώσουν τον προβλεπόμενο από το άρθρο 218 όρκο θα ήταν

αντίθετο προς τις πεποιθήσεις τους. Και σε αυτή την περίπτωση, η διατύπωση των προαναφερόμενων άρθρων αφήνει να εννοηθεί ότι θα ήταν υποχρεωμένοι να δώσουν έναν τύπο όρκου αντίθετα προς τις θρησκευτικές πεποιθήσεις τους.

 

86. Η μη συμβατότητα των επίμαχων νομοθετικών διατάξεων προς το άρθρο 9

της Σύμβασης καθίσταται περισσότερο φανερή αν ληφθούν υπόψη δύο

συμπληρωματικά στοιχεία: κατά πρώτον, σύμφωνα με το άρθρο 217 του κώδικα

ποινικής δικονομίας, για τους σκοπούς της εξακρίβωσης της ταυτότητάς του, και πριν την εξέτασή του, ο μάρτυρας πρέπει να αναφέρει, μεταξύ άλλων, τη θρησκεία του.

Αν και η εν λόγω διάταξη δεν αφορά άμεσα τη διαδικασία του όρκου, έχει ωστόσο ιδιαίτερη σημασία στην προκειμένη περίπτωση. Καταδεικνύεται έτσι ότι κάθε μάρτυρας είναι, σε κάθε περίπτωση, καταρχήν υποχρεωμένος να αποκαλύψει στα αρμόδια δικαστικά όργανα τις θρησκευτικές πεποιθήσεις του προκειμένου να εξετασθεί μέσα στα πλαίσια της ποινικής διαδικασίας.

 

87. Κατά δεύτερον, το Δικαστήριο σημειώνει ότι αντίθετα με τον κώδικα

ποινικής δικονομίας, το άρθρο 408 του κώδικα πολιτικής δικονομίας προβλέπει ότι ο μάρτυρας δύναται, κατά βούλησή του και δίχως πρόσθετη προϋπόθεση, να επιλέξει μεταξύ του θρησκευτικού και του πολιτικού όρκου. Συνεπώς, το Δικαστήριο διαπιστώνει μία φανερή απόκλιση στο εσωτερικό δίκαιο μεταξύ των διαδικασιών αστικής και ποινικής φύσεως ως προς τη διαδικασία που ακολουθείται για την εξέταση των μαρτύρων. Πράγματι, μέσα στα πλαίσια της πρώτης και αντίθετα προς τη δεύτερη, ο νομοθέτης μερίμνησε ώστε η αποκάλυψη των θρησκευτικών πεποιθήσεων του νδιαφερομένου να μην είναι απαραίτητη κατά την εξέτασή του ως μάρτυρα. Η διαπίστωση αυτή επιβεβαιώνεται από τη γνωμοδότηση του προέδρου του συμβουλίου διοίκησης του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, με ημερομηνία 8

Δεκεμβρίου 2008, η οποία υποβλήθηκε από την Κυβέρνηση. Στην εν λόγω

γνωμοδότηση γίνεται παραδεκτό ότι η διατύπωση των άρθρων 218 και 220 του

κώδικα ποινικής δικονομίας φαίνεται να προσβάλλει την ελευθερία της θρησκείας και ότι αυτή η παραβίαση της ελευθερίας της θρησκείας καθίσταται περισσότερο φανερή αν συγκριθούν τα άρθρα 218 και 220 του κώδικα ποινικής δικονομίας με το άρθρο 408 του κώδικα πολιτικής δικονομίας.

 

88. Υπό το φως των ανωτέρω, το Δικαστήριο καταλήγει ότι οι νομοθετικές

διατάξεις που εφαρμόσθηκαν στην προκειμένη περίπτωση επέβαλαν στους

προσφεύγοντες την αποκάλυψη των θρησκευτικών πεποιθήσεών τους προκειμένου να δώσουν πολιτικό όρκο, γεγονός που προσέβαλε την θρησκευτική ελευθερία τους. Το Δικαστήριο καταλήγει ότι η επίδικη επέμβαση δεν ήταν αιτιολογημένη ω ς προς την αρχή της ούτε ανάλογη προς τον διωκόμενο σκοπό. Η διαπίστωση αυτή δεν καθιστά αναγκαία την εξέταση ανά περίπτωση των συμβάντων που εκθέτουν οι προσφεύγοντες.

Υπήρξε επομένως παραβίαση του άρθρου 9 της Σύμβασης.

 

89. Λαμβανομένου υπόψη του συμπεράσματός του επί του πεδίου της εν λόγω διάταξης, το Δικαστήριο εκτιμά ότι δε συντρέχει λόγος να εξετάσει χωριστά αυτή την αιτίαση υπό το πρίσμα των άρθρων 8 και 14 της Σύμβασης.  

 

V. ΕΠΙ ΤΗΣ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 41 ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ  

 

90. Σύμφωνα με το άρθρο 41 της Σύμβασης,

«Εάν το Δικαστήριο κρίνει ότι υπήρξε παραβίαση της Σύμβασης ή των

Πρωτοκόλλων της και εάν το εσωτερικό δίκαιο του Υψηλού Συμβαλλομένου

Μέρους επιτρέπει την ατελή μόνον επανόρθωση των συνεπειών της

παραβίασης αυτής, το Δικαστήριο επιδικάζει στον ζημιωθέντα διάδικο,

εφόσον συντρέχει λόγος, μία δίκαιη ικανοποίηση.»  

 

Α. Ζημία

91. Οι προσφεύγοντες αξιώνουν από κοινού και συνολικά το ποσό των

116.000 ευρώ για την ηθική βλάβη που υποστηρίζουν ότι υπέστησαν λόγω της

παραβίασης της θρησκευτικής ελευθερίας τους και της απουσίας πραγματικής

προσφυγής ως προς τούτο σε όλα τα συμβάντα που εκτίθενται στην παρούσα

υπόθεση. Επιπλέον, καλούν το Δικαστήριο, δυνάμει του άρθρου 46 της Σύμβασης, να κάνει συγκεκριμένες συστάσεις στην Κυβέρνηση προκειμένου να τροποποιηθεί η διαδικασία του όρκου στο πλαίσιο της ποινικής δίκης.

 

92. Η Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η διαπίστωση της παραβίασης θα

συνιστούσε αφ’εαυτής μία επαρκή δίκαιη ικανοποίηση για τον δεύτερο και την τρίτη από τους προσφεύγοντες σε ό,τι αφορά την προσφυγή με αριθμό καταχώρησης 3237/07. Όσον αφορά τις άλλες προσφυγές, η Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι το επιδικαστέο ποσό δεν μπορεί να υπερβεί τα 2.000 ευρώ για καθένα από τους προσφεύγοντες μέσα στο πλαίσιο της κάθε αντίστοιχης υπόθεσης.

 

93. Το Δικαστήριο δεν μπορεί να αμφισβητήσει την ηθική βλάβη που

υπέστησαν οι προσφεύγοντες λόγω της διαπιστωθείσας παραβίασης του άρθρου 9 της Σύμβασης. Αποφαινόμενο κατά δίκαιη κρίση και λαμβανομένων υπόψη όλων των σχετικών περιστάσεων της υπόθεσης, επιδικάζει από κοινού στους προσφεύγοντες 15.000 ευρώ γα την αιτία αυτή, πλέον οποιουδήποτε ποσού μπορεί να οφείλεται ως φόρος.

 

94. Επιπλέον, σε ό,τι αφορά το αίτημα των προσφευγόντων δυνάμει του

άρθρου 46 της Σύμβασης, το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι μέσα στο πλαίσιο της εκτέλεσης μίας απόφασης κατ’εφαρμογή της εν λόγω διάταξης, μία απόφαση που διαπιστώνει μία παραβίαση επιφέρει για το εναγόμενο Κράτος τη νομική υποχρέωση ως προς αυτή τη διάταξη να θέσει τέλος στην παραβίαση και να απαλείψει τις συνέπειες κατά τρόπο που να αποκαταστήσει στο μέτρο του δυνατού την προτέρα κατάσταση. Προκύπτει ιδίως ότι το εναγόμενο Κράτος, το οποίο έχει κριθεί υπεύθυνο για μία παραβίαση της Σύμβασης ή των Πρωτοκόλλων της, καλείται όχι μόνο να καταβάλει στους ενδιαφερομένους τα επιδικαστέα ποσά για δίκαιη ικανοποίηση, αλλά ομοίως να επιλέξει, υπό τον έλεγχο της Επιτροπής Υπουργών, τα γενικά και/ή, ενδεχομένως, ατομικά μέτρα που θα υιοθετήσει στην εσωτερική έννομη τάξη του (Ilascu και λοιποί κατά Μολδαβίας και Ρωσίας [GC], αριθ. 48787/99, § 487, CEDH 2004-VII, Assanidze κατά Γεωργίας [GC], αριθ. 71503/01, § 198, CEDH 2004-II).

Επιπλέον, από τη Σύμβαση προκύπτει, και ιδίως από το άρθρο 1, ότι επικυρώνοντας τη Σύμβαση τα συμβαλλόμενα Κράτη δεσμεύονται να φροντίσουν ώστε το εσωτερικό δίκαιό τους να είναι συμβατό με αυτή. Συνεπώς, είναι ευθύνη του εναγόμενου Κράτους να εξαλείψει, στην εσωτερική έννομη τάξη του, κάθε ενδεχόμενο εμπόδιο για μία προσήκουσα αποκατάσταση της κατάστασης του προσφεύγοντος (Maestri κατά Ιταλίας [GC], αριθ. 39748/98, § 47, CEDH 2004-I).

 

Β. Έξοδα και δικαστική δαπάνη  

 

95. Οι προσφεύγοντες δεν προβάλλουν αίτημα για καταβολή των εξόδων και

της δικαστικής δαπάνης τους. Υπό αυτές τις συνθήκες, το Δικαστήριο εκτιμά ότι δε συντρέχει λόγος να τους επιδικάσει κάποιο ποσό για την αιτία αυτή.  

 

Γ. Τόκοι υπερημερίας  

 

96. Το Δικαστήριο κρίνει προσήκον να βασίσει το επιτόκιο των τόκων

υπερημερίας στο επιτόκιο δανεισμού της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας

προσαυξημένο κατά τρεις εκατοστιαίες μονάδες.

 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ, ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ, ΟΜΟΦΩΝΑ  

 

1. Αποφαίνεται να συνενώσει τις προσφυγές.  

 

2. Ενώνει με την επί της ουσίας εξέταση την ένσταση της Κυβέρνησης την

ελκόμενη από τη μη εξάντληση των εθνικών ενδίκων μέσων και την

απορρίπτει.

3. Κηρύσσει τις προσφυγές παραδεκτές ως προς τις αιτιάσεις τις ελκόμενες

από τα άρθρα 8, 9, 13 και 14 της Σύμβασης που αφορούν την υποχρέωση των

προσφευγόντων να αποκαλύψουν τις θρησκευτικές πεποιθήσεις τους κατά τις

διαδικασίες του όρκου ενώπιον των δικαστικών αρχών και την απουσία

προσφυγής μέσω της οποίας θα είχαν μπορέσει να προβάλουν τις αιτιάσεις

τους τις ελκόμενες από την εικαζόμενη παραβίαση της θρησκευτικής

ελευθερίας τους, και απαράδεκτες κατά τα λοιπά.  

 

4. Αποφαίνεται ότι υπήρξε παραβίαση του άρθρου 13 της Σύμβασης.

 

5. Αποφαίνεται ότι υπήρξε παραβίαση του άρθρου 9 της Σύμβασης.

 

6. Αποφαίνεται ότι δε συντρέχει λόγος να εξετάσει χωριστά την αιτίαση την

ελκόμενη από τα άρθρα 8 και 14 της Σύμβασης.  

 

7. Αποφαίνεται

 

α) ότι το εναγόμενο Κράτος οφείλει να καταβάλει από κοινού στους

προσφεύγοντες, μέσα σε τρεις μήνες από την ημέρα κατά την οποία η

απόφαση θα καταστεί τελεσίδικη σύμφωνα με το άρθρο 44 § 2 της Σύμβασης,

15.000 (δεκαπέντε χιλιάδες) ευρώ για ηθική βλάβη, πλέον οποιουδήποτε

ποσού που μπορεί να οφείλεται ως φόρος,

 

β) ότι από τη λήξη της προθεσμίας αυτής και μέχρι την καταβολή, το ποσό

αυτό θα προσαυξηθεί με τόκο υπολογιζόμενο με επιτόκιο ίσο με το επιτόκιο

δανεισμού της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, το οποίο θα ισχύει κατά την

εν λόγω περίοδο, προσαυξημένο κατά τρεις εκατοστιαίες μονάδες.  

 

8. Απορρίπτει το αίτημα δίκαιης ικανοποίησης κατά τα λοιπά.  

 

Συντάχθηκε στη γαλλική γλώσσα και στη συνέχεια κοινοποιήθηκε εγγράφως

στις 3 Ιουνίου 2010 κατ’εφαρμογή του άρθρου 77 §§ 2 και 3 του κανονισμού.

 

(υπογραφή) (υπογραφή)

 

Soren Nielsen Nina Vajic

 

Γραμματέας Πρόεδρος

Ακριβής μετάφραση του συνημμένου εγγράφου από τα γαλλικά.

 

Αθήνα, 13 Ιουλίου 2010.

 

Ο μεταφραστής  

 

Αλέξανδρος Πετρουτσόπουλος

Αναγνώστες

Η Ιδιοφυΐα του Πλήθους

Υπάρχει αρκετή προδοσία, μίσος, βία, παραλογισμός στο μέσο άνθρωπο για να προμηθεύσει οποιοδήποτε στρατό, οποιαδήποτε μέρα. Kαι οι καλύτεροι στο φόνο είναι αυτοί που κηρύττουν εναντίον του. Kαι οι καλύτεροι στο μίσος είναι αυτοί που κηρύττουν αγάπη. Kαι οι καλύτεροι στον πόλεμο είναι τελικά αυτοί που κηρύττουν ειρήνη. Eκείνοι που κηρύττουν θεό, χρειάζονται θεό. Eκείνοι που κηρύττουν ειρήνη, δεν έχουν ειρήνη. Eκείνοι που κηρύττουν αγάπη, δεν έχουν αγάπη.

Προσοχή στους κήρυκες, προσοχή στους γνώστες, προσοχή σε αυτούς που όλο διαβάζουν βιβλία, προσοχή σε αυτούς που είτε απεχθάνονται τη φτώχεια, είτε είναι περήφανοι γι' αυτήν, προσοχή σε αυτούς που βιάζονται να επαινέσουν γιατί θέλουν επαίνους για αντάλλαγμα, προσοχή σε αυτούς που βιάζονται να κρίνουν, φοβούνται αυτά που δεν ξέρουν, προσοχή σε αυτούς που ψάχνουν συνεχώς πλήθη γιατί δεν είναι τίποτα μόνοι τους, προσοχή στο μέσο άνδρα και τη μέση γυναίκα, η αγάπη τους είναι μέτρια, ψάχνει το μέτριο. Αλλά υπάρχει ιδιοφυΐα στο μίσος τους, υπάρχει αρκετή ιδιοφυΐα στο μίσος τους για να σας σκοτώσει, να σκοτώσει τον καθένα. Δεν θέλουν μοναξιά, δεν καταλαβαίνουν τη μοναξιά, θα προσπαθήσουν να καταστρέψουν οτιδήποτε διαφέρει από το δικό τους. Μη βρισκόμενοι σε θέση να δημιουργήσουν έργα τέχνης, δεν θα καταλάβουν την τέχνη, θα εξετάσουν την αποτυχία τους, ως δημιουργών, μόνο ως αποτυχία του κόσμου. Mη βρισκόμενοι σε θέση να αγαπήσουν πλήρως, θα πιστέψουν ότι και η αγάπη σας είναι ελλιπής και τότε θα σας μισήσουν και το μίσος τους, θα είναι τέλειο... Σαν ένα λαμπερό διαμάντι, σαν ένα μαχαίρι, σαν ένα βουνό, σαν μια τίγρη. Όπως το κώνειο. Η καλύτερη τέχνη τους...

Tσαρλς Μπουκόφσκι

Related Posts with Thumbnails