31 Οκτωβρίου 2010

Η Ιστορία της Αναρχίας στην Ελλάδα & οι ελευθεροτέκτονες (μασόνοι) VIII

Σε συνέχεια (κλικ)

Εδώ το πρώτο μέρος (κλικ)

Ιερώνυμος Τυπάλδος Πρετεντέρης κ.α.

Ο Ιερώνυμος Τυπάλδος-Πρετεντέρης, ήταν ένας άλλος κοινωνικός αγωνιστής της εποχής. Γεννήθηκε το 1800 στην Kεφαλονιά και σπούδασε Nομικά στην Mπολώνια και στην Πίζα. Συμμετείχε στην επανάσταση του 1830 στην Ιταλία. Tο 1831, με τους συμφοιτητές και συναγωνιστές του, Nικόλαο Φωκά, Γεράσιμο Πανά, Στέλιο Mαρτινέγκο, Στέφανο Mατράκα και Nικόλαο Φραγκόπουλο, συμμετείχε στην επαναστατική πολιτοφυλακή της Mπολώνιας. Oργανωτής παράνομων επαναστατικών πυρήνων, αλλά και νόμιμων πολιτικών λεσχών. Mαζί με τους Γιάννη Πάλλη και Kυριάκο Δομηνικέλη, συνεργάσθηκαν με τον Φίλιππο Mπουοναρρότι και τον Kάρλο Mπιάνκο (συγγραφέα του βιβλίου «Della Guerra Nazionale d’ Insurrezione per Banda Applicata all’ Italia», στο οποίο υποστηριζόταν ο κλεφτοπόλεμος των Eλλήνων και άλλων καταπιεσμένων εναντίον του τουρκικού ζυγού ως η πιο κατάλληλη επαναστατική τακτική). Μετέπειτα, ο Πρετεντέρης έγινε μέλος μιας ομάδας η οποία προπαγάνδιζε τον εξισωτικό κομμουνισμό, αλλά είχε δεχθεί και την επίδραση κάποιων θρησκευτικών αντιλήψεων καθώς και ιδεών από την Γαλλική Επανάσταση.

Mετά την επέμβαση των αυστριακών στρατευμάτων στην Ιταλία, ο Πρετεντέρης εξορίστηκε και αφού πήγε στην Tοσκάνη, κατέληξε στην Mπαστιά της Kορσικής. Γρήγορα, όμως, επέστρεψε στην Mπολώνια, για να οργανώσει επαναστατικούς πυρήνες, αλλά με την εκ νέου είσοδο των αυστριακών στρατευμάτων, επέστρεψε στην Kορσική. Όμως, απελάθηκε και επέστρεψε στην Κεφαλονιά στα τέλη του 1833 με αρχές του 1834, εποχή που μόλις είχε λάβει τέλος μια εξέγερση των αγροτών, κατά τη διάρκεια της οποίας οι αγρότες επιτέθηκαν σε δημόσια κτίρια, πυρπολώντας τα, αφού πρώτα έκαψαν όλα τα χρεόγραφα. Άσκησε το δικηγορικό επάγγελμα και με το Nικόλαο Φωκά, προσπάθησε να οργανώσει επαναστατικές κινήσεις. Συμμετείχε στην εξέγερση της Σκάλας Κεφαλονιάς (1848-1849), κατηγορήθηκε γι’ αυτό και φυλακίσθηκε. Το 1864 αποφυλακίσθηκε και εγκαταστάθηκε στην Mπολώνια, όπου ανακηρύχθηκε επίτιμος δημότης και το 1874 πέθανε.

Ένας άλλος αγωνιστής ήταν ο Kοσμάς Φλαμιάτος, ο οποίος κήρυσσε την ιδεολογική και πρακτική ένωση των επαναστατικών στοιχείων του χριστιανισμού με τις κινητοποιήσεις των αγροτών, ενώ λέγεται ότι υπήρξε ο εμπνευστής ενός όρκου που κυκλοφορούσε ανάμεσα στους κληρικούς, δεσμεύοντάς τους να συμμετέχουν στις αγροτικές κινητοποιήσεις. Φέρεται, επίσης, από τους εμπνευστές του αγροτοθρησκευτικού κινήματος του Παπουλάκου στην Πελοπόννησο. Πέθανε το 1850 στις φυλακές Πάτρας.

Άλλοι ονομαστοί αγωνιστές ήταν ο Θοδωρής Bλάχος (από τους ηγέτες της εξέγερσης της Σκάλας το 1848-1849), ο Hλίας Mαταράγκας, ο παπα-Γρηγόρης Zαπάντης-Nοδάρος (ή παπα-ληστής όπως τον αποκαλούσαν οι αρχές, επειδή συμμετείχε σε όλα τα επαναστατικά ξεσπάσματα στην Κεφαλονιά), ο Γεράσιμος Λιβαδάς (ο οποίος θεωρείται ο γενάρχης του ριζοσπαστισμού στην Κεφαλονιά), ο ποιητής και συγγραφέας Γεράσιμος Mαυρογιάννης, ο γιατρός Σταματέλος Πυλαρινός και ο καθηγητής και λόγιος Θεόδωρος Kαρούσος (1808-1876) ο οποίος ήταν οπαδός του Xέγκελ.

Ο αναρχικός ποιητής Μικέλης Άβλιχος γεννήθηκε στο Ληξούρι της Κεφαλονιάς το 1844 και μεγάλωσε σε εύπορο περιβάλλον, ευνοϊκό για την πνευματική του ανάπτυξη. Όταν τελείωσε το Πετρίτσειο Γυμνάσιο, εγκαταστάθηκε στην Eλβετία, όπου συνέχισε τις σπουδές του στο Πανεπιστήμιο της Bέρνης και κατόπιν ταξίδεψε και έμεινε για δέκα περίπου χρόνια στο Παρίσι, την Bενετία και την Zυρίχη, όπου και επηρεάσθηκε από τις επαναστατικές ιδέες της εποχής. Στη Bέρνη γνώρισε προσωπικά τον Mιχαήλ Mπακούνιν, έγινε φίλος του, προσχώρησε στις αναρχικές ιδέες και έγινε μέλος της A’ Διεθνούς. Λέγεται ότι ήταν παρών, επίσης, στα γεγονότα της Παρισινής Kομμούνας, αν και δεν γνωρίζουμε ακόμα αν συμμετείχε ενεργά σε αυτά. Ίσως συσχετίστηκε με υπολείμματα κομμουνάρων μετά την καταστολή της Κομμούνας.

Tο 1872 επέστρεψε στην Kεφαλονιά, με αρκετές γνώσεις και διάθεση για επαναστατική δράση. Αρχικά, γνωρίσθηκε και συνεργάσθηκε για ένα διάστημα με τον Παναγιώτη Πανά και τον Aριστοτέλη Bαλαωρίτη, ο οποίος είχε τότε επηρεασθεί από τις ίδιες ιδέες.

O Mικέλης Άβλιχος άρχισε γρήγορα να γράφει στίχους και να κάνει προφορική προπαγάνδα, προσπαθώντας να διαδώσει τις αναρχικές ιδέες. Με τη σατιρική του ποίηση σατίριζε όλα τα κακώς κείμενα της εποχής του. H σάτιρά του, δουλεμένη, άμεση και καυστική, στρεφόταν εναντίον όλων όσων προξενούσαν δεινά στο λαό. Δεν σκέφθηκε ποτέ να γράψει μια δική του θεωρητική άποψη. Του αρκούσε να σατιρίζει το θεομπαίχτη, τον πατριώτη, τον φοροεισπράκτορα, τον θρησκόληπτο, τον δικαστή, τον αστυνομικό και τον κυβερνήτη. Oι στίχοι του ήταν οργισμένοι και είχαν ένα εντελώς προσωπικό ύφος που τους έκανε να διαφέρουν από τους στίχους των άλλων σατιρικών ποιητών της εποχής του. Πίστευε στην κοινωνική δύναμη της ποίησης και ειδικά της σάτιρας. Ήταν ακέραιος άνθρωπος, με σπάνια συνείδηση, εριστικός και αρκετά μετριόφρονας. Το ποιητικό του έργο, όμως, είναι λιγοστό, αφού μόλις και μετά βίας ξεπερνάει ένα βιβλίο εκατό σελίδων. Kαι αυτό γιατί ο Mικέλης Άβλιχος αρνιόταν πεισματικά να δημοσιεύει τα ποιήματά του. Σπάνια υπέγραψε τα ποιήματά του με το πραγματικό του όνομα και χρησιμοποίησε περίπου 30 διαφορετικά ψευδώνυμα. Αλλά από το 1912-1913 άρχισε να δίνει ενυπόγραφους στίχους για δημοσίευση στο περιοδικό «Zιζάνιο».

Αν και στην ιδιαίτερη πατρίδα του, ο Άβλιχος είχε συγκεντρώσει πάνω του τα πυρά των ντόπιων πλουσίων, κληρικών και διαφόρων συντοπιτών του, μέσα από την μικρή σε όγκο αλληλογραφία του, την οποία δημοσίευσε ο Γ. Αλισανδράτος, μαθαίνουμε ότι είχε αναπτύξει σημαντική φιλία με τον Κωστή Παλαμά, με τον οποίο είχε ανταλλάξει κάποιες επιστολές και μερικά ποιήματα και, επίσης, εκτιμήθηκε αρκετά από πνευματικούς κύκλους της πρωτεύουσας. Μάλιστα, ο Άβλιχος κάλεσε τον Παλαμά να πάει στο Ληξούρι για να γνωριστούν από κοντά, αλλά ο Παλαμάς δεν μπόρεσε να πάει. Ο Άβλιχος πίστευε, επίσης, ότι μερικά καλά βιβλία και μερικές αξιόλογες συζητήσεις με εγκάρδιους φίλους για διάφορα πνευματικά ζητήματα, είναι η μεγαλύτερη παρηγοριά για κάποιο άνθρωπο. Έτσι, συγκέντρωνε μια μικρή παρέα στο σπίτι του, κυρίως νέων, οι οποίοι γοητεύονταν από το λόγο του, στην οποία διηγιόταν τις εντυπώσεις από τα πολλά του ταξίδια, από τα γεγονότα της Παρισινής Κομμούνας, εξηγούσε τις αναρχικές και αθεϊστικές ιδέες του ή απάγγελνε στίχους του. Σε γενικές γραμμές, όμως, πέρα από ένα μικρό κύκλο Επτανησίων νέων και διανοουμένων οι οποίοι κινούνταν στο χώρο του ριζοσπαστισμού και ήρθαν σε επαφή με τις αναρχικές ιδέες, η επίδραση του Μικέλη Άβλιχου δεν φαίνεται να ήταν μεγάλη.

Ο Μικέλης Άβλιχος παρέμεινε αναρχικός και άθεος μέχρι το τέλος της ζωής του, το 1917. Οι τελευταίες του λέξεις ήταν «Μην κλαίτε! Ο Μικέλης πάει στη ζωή!»

Τα ποιήματά του κυκλοφόρησαν συγκεντρωμένα για πρώτη φορά, στην Aθήνα το 1959, από το Χαρ. Λιναρδάτο στο μικρό έργο με τίτλο «Μικέλης Άβλιχος. Τα ποιήματα», με κριτικό σημείωμα του Kωστή Παλαμά και μια πληρέστερη βιογραφία του από τον Eπαμεινώνδα Mάλαινο, ο οποίος αναφέρει ότι ο Άβλιχος είχε και θρησκευτικές αντιλήψεις και ότι ο αναρχισμός του ήταν κάπως ιδιότυπος.

Αξίζει να παραθέσουμε το ακόλουθο άρθρο του Θάνου Τσουκαλά με τον τίτλο «Ιστορικά σημειώματα από το Ληξούρι. 'Ο λαξευτής του στίχου' Μιχαήλ Άβλιχος», που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα της Πάτρας «Νεολόγος» στις 9 και 10 Φεβρουαρίου 1932:

ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΣΗΜΕΙΩΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΟ ΛΗΞΟΥΡΙ

«Ο ΛΑΞΕΥΤΗΣ ΤΟΥ ΣΤΙΧΟΥ» ΜΙΧΑΗΛ ΑΒΛΙΧΟΣ

«Ο ποιητής είνε ο δυστυχέστερος κ’ εν ταυτώ ο ευτυχέστερος. Διά της φαντασίας του αισθάνεται το καλόν και το κακόν πριν έλθη. Ο ποιητής είνε εκείνο που παράγει διότι ενεργεί υπό το κράτος των αισθήσεων. Οι άλλοι των ανθρώπων την έννοιαν μένουν ψυχροί»

Μ. ΑΒΛΙΧΟΣ

Στις 30 Νοεμβρίου του 1917 άφηνε τον κόσμο τούτο ένας ποιητής, που η ζωή του ήταν δείγμα απλότητος κι’ αγάπης. Είχε ιδέες αναρχικές, αλλ’ ήταν και πειθαρχικός σους νόμους της Πατρίδος. Ο ποιητής αυτός ήταν ο Μιχαήλ Άβλιχος.

Γεννήθηκε στο Ληξούρι στα 1844. Οι γονείς του, Γεώργιος και Ειρήνη το γένος Κουρούκλη, τούδωσαν πολύ καλή ανατροφή. Κατά τη παιδική του ηλικία εφοίτησε στο Πετρίτσειο Γυμνάσιο Ληξουρίου (Λύκειο όπως τώλεγαν τότε) χωρίς να πάρει δίπλωμα. Σ’ αυτήν την ηλικία άρεσε στον Άβλιχο πολύ ν’ ασχολείται στα εκκλησιαστικά. Ήταν φιλακόλουθος και σύχναζε στις εκκλησίες. Ήταν ο αχώριστος φίλος των ιερέων της εποχής.

Στη Βέρνη της Ελβετίας, που πήγε να παρακολουθήσει ευρύτερες σπουδές, ο Ρώσσος αναρχικός Μπακούνιν, που ήταν τότε εξόριστος, τον έκανε μαθητή του. Οι αναρχικές ιδέες του Ρώσσου αναρχικού επέδρασαν πολύ στον χαρακτήρα του νεαρού τότε ποιητή. Την εικόνα του Μπακούνιν είχε μέχρι του θανάτου του επάνω απ’ το γραφείο του.

Ο Άβλιχος, με την υλική συνδρομή του πατέρα του, γύρισε πολλά μέρη της Ευρώπης, τη Βέρνη, Ζυρίχη, Παρίσι, Τουρίνο, Φλωρεντία, Μιλάνο κ.ά. Ήταν γλωσσομαθής, γιατί ήξευρε να μιλά 4 γλώσσες, την Ιταλική, Γαλλική, Γερμανική και την Ισπανική, που την έμαθε αργότερα από το Ληξουριώτη φίλο του Αγαμέμνονα Λοβέρδο, έμπορο στη Βαρκελώνα. Μελετούσε σ’ όλη του τη ζωή τον Ηλία Μηνιάτη και τον Δάντη. Απ’ όλους τους τόπους που επισκέφθη ο Άβλιχος θαύμαζε την Ιταλία και απ’ όλους τους ανθρώπους που γνώρισε, τον Γεωργαντάρα, Ιακωβάτο, τον Αλμπάνα Μηνιάτη κ’ έναν καθολικό ιεροκύρηκα Scotti, που τον άκουσε πολλές φορές να κηρύττει το λόγο του Θεού από τον άμβωνα της εκκλησίας. Η διαμονή του στην Ευρώπη δεν συνετέλεσε εις τίποτε άλλο παρά να περιπέσει στη δυσμένεια του πατέρα του, που απ’ αυτόν περίμενε ν’ ανορθώσει τα οικονομικά τους. ο ποιητής είχε καταστρέψει όλη σχεδόν τη περιουσία των κατά τη διαμονή του στην Ευρώπη, όπου έμαθε «να κάνη τραγουδάκια» κατά τη φράση του πατέρα του.

Ο Άβλιχος έπειτα εστάλη από τον πατέρα του στην Αθήνα για να εγγραφή στο Πανεπιστήμιο. Αλλ’ εκεί όταν πήγε χωρίς κανένα απολυτήριο ουδεμίας σχολής, δεν μπορούσε να εγγραφή, αλλ’ ούτε και ήθελε καθώς έγραφεν απ’ εκεί στον πατέρα του· γι’ αυτό τον έστειλε πάλι στην Ευρώπη.

Όταν γύρισε από την Εσπερία ο αναρχικός ποιητής, έμενε στην οικία του πατέρα του, στ’ Αργοστόλι, αλλά βρισκότανε καθημερινώς σε διάσταση με αυτόν και με τον αδελφό του Γεώργιο Άβλιχο που ήταν ζωγράφος. Γι’ αυτό ο ανήσυχος Άβλιχος έπειτ’ από λίγα χρόνια εμόνασε στο σπίτι των που ήταν στο Ληξούρι, όπου έμενε 13 χρόνια, με μόνο αχώριστο σύντροφο μεσ’ στην ερημιά του, τον Μικέλη Φερεντίνο «το Μικέλη του Μικελάκη» (ο μακαρίτης ο Ταγκόπουλος έδωσε την ονομασία αυτή στο Μικέλη Φερεντίνο για την απεριόριστο φιλία που είχε ο τελευταίος με τον ποιητή).

Ο Άβλιχος που έβλεπε τη μεγάλη κοινωνική εξαχρείωση και την πραγματική αναρχία γύρω του, έγινε αναρχικός. Έβλεπε με το μάτι του ποιητή και φιλοσόφου τα ηθικά ελαττώματα της τότε κοινωνίας κι’ έγινε καυστικός σατυρικός ποιητής. Είχε όμως μεγάλη και ευγενική καρδιά, δεν αγάπαγε το ψέμα, την αδικία και την υποκρισία. Αν και βρισκότανε σε μεγάλη οικονομική στενοχώρια ποτέ δε μεταχειρίστηκε την αδικία για να βελτιώσει τη θέση του. Η αδράνεια των εντέρων που έπασχε ο ποιητής επί πολλά χρόνια, και ο καρκίνος του λάρυγκος, που παρουσιάστηκε αργότερα έφεραν τον Άβλιχο στον τάφο. «Τα ψυχρά τείχη» του Νοσοκομείου Αργοστολίου, όπως το αποκαλούσε ο ίδιος, δέχτηκαν τη τελευταία πνοή του στις 30 Νοεμβρίου 1917. Οι θαυμαστές του τον έφεραν στο Ληξούρι σκεπασμένο με δάφνες και τον έθαψαν εις το νεκροταφείο της πόλεως.

Το ποιητικό έργο το Άβλιχου

Τα ποιήματα του Άβλιχου είνε ακόμα ανέκδοτα. Βρίσκονται σκορπισμένα ’δω και κεί. Γι’ αυτά ο αείμνηστος Γαβριηλίδης, διευθυντής της «Ακροπόλεως» έλεγε: «εάν μίαν ημέρα ιδούν το φως τα ποιήματα του Άβλιχου, ένας πλανήτης πρώτου μεγέθους θ’ αναλάμψη στον Ιονικόν ορίζοντα».

Ο ίδιος ο Γαβριηλίδης τον είχε ονομάσει «Αρχίλοχον» και «λαξευτήν του στίχου».

Ο μακαρίτης ο Ψυχάρης, όταν κάποτε κατέβηκε στην Ελλάδα, απεσταλμένος από τη Γαλλική Κυβέρνησι το 1912 για γλωσσολογικές μελέτες, πέρασε και από το Ληξούρι. Ήλθε στο σπίτι του Άβλιχου, συνοδευόμενος από το «Μικέλη του Μικελάκη» και από το λαογράφο Σπ. Παγώνη δημοδιδάσκαλο. Έτυχε τότε να λείπη ο Άβλιχος στην Αθήνα, για να θεραπευθή από την αδράνεια των εντέρων που έπασχε. Ο Ψυχάρης τότε έγραψε επάνω στην πόρτα της οικίας του ποιητή διά μελάνης: «Με θαυμασμό και αγάπη Γ. Ψυχάρης» (και όχι όπως εγράφη «τω Μικελάκη χαίρειν!» γιατί ποτέ δεν μπορούσε να μεταχειρισθή τέτοια φράσι ο Ψυχάρης). Εις ένα γράμμα του Ψυχάρη προς τον Άβλιχο, που βρέθηκε μεσ’ τα «παληόχαρτά του» ήταν γραμμένη η φράσις: «Αγαπητέ μου ποιητή, είσαι ποιητής και έχεις το δικαίωμα να είσαι ποιητής».

Αναφέρω μερικά από τα ποιήματα που έγραψε ο Άβλιχος:

Το «Πασχαλινό» σονέτο σε μια ωραία ξένη, το «Σαρακοστιανό» που εδημοσιεύτηκαν στην παλιά Ακρόπολι του Γαβριηλίδη, «εις την…» αδημοσίευτο, «η Τριανταφυλλιά» που εμελοποιήθη από το μουσουργό κ. Δ. Λαυράγκα, «ο Αθεράπευτος» σονέττο με ουρά, αδημοσίευτο, «ο Αποχωρισμός» που εμελοποιήθη υπό Campana και εψάλη κατά τους Ολυμπιακούς αγώνας της Δ΄ Ολυμπιάδος. Επίσης εψάλη στους αγώνες αυτούς και το «τραγούδι των εργατών» που εμελοποιήθη από τον Κωστή Λοβέρδο, σονέτο «εις τον ποιητή Παλαμά». Αυτό το ποίημα με την απάντισι του κ. Παλαμά, σε ποίημα επίσης, δημοσιεύτηκαν στο «Νουμά» (28 Ιανουαρίου 1911) και αργότερα στον «Αναμορφωτή» «Ο καϋμός μου για το χαμό του φίλου Μαβίλη, που στη μάχη του Δρίσκου εσκοτώθηκε» δημοσιεύτηκε το πρώτο στην εφημ. «Αναγέννησι» της Κέρκυρας (4 Μαΐου 1913) και στον «Αναμορφωτή», στο Ψυχάρη «Γκαρδιακό συλλύπημα για το θάνατο του παιδιού του», και «Προοίμιο της πινακοθήκης της κολάσεως» αδημοσίευτα, «Τω φίλω Πασαγιάννη» εξάστιχα (ο Πασαγιάννης ήταν απεσταλμένος της «Ακροπόλεως» του Γαβριηλίδη για να δη τον Άβλιχο στο Ληξούρι) και μία παρωδία του «Πώς μας θεωρείς ακίνητος» «Στον εθνικό ποιητή Αριστοτέλη Βαλαωρίτη» κ.α.

Τα μεγαλύτερα όμως ποιήματά του, που εργάστηκε πολύ πάνω σ’ αυτά και που πρέπει να τα ξεχωρίσουμε από τα άλλα, είναι: «Το κυπαρισσάκι» (απόσπασμα βρίσκεται στο τάφο του), «Η Βασίλισσά μου» και το «Παράπονο εις μίας Λουίζαν» που δημοσιεύτηκε στην Ιταλική και Ελληνική γλώσσα.

Τα αποφθέγματα του Άβλιχου πολύ διδακτικά και ειρωνικά δείχνουν το φιλοσοφικό πνεύμα του ποιητή. Αναφέρω μερικά απ’ αυτά:

Για την Ελλάδα έλεγε:

«Η Ελλάς είνε τόπος λίγο απ’ όλα, λίγη απωλεία, και όταν χάνεται λίγος ενθουσιασμός, ο οποίος είνε πυρ και τίποτε δεν ζεσταίνει, χλιαρότης».

Άλλο για τη γνώσι:

«Είνε η γνώσι κύκλος που όσο αξένει τα όρια της αγνοίας μας πλαταίνει».

Για την ανοησία έλεγε:

«Αν εν αρχή ήτον ο νους πόθεν ήλθεν η ανοησία; Αν η ανοησία ήτον εν αρχή πόθεν ο νούς; λοιπόν, και τα δύο εν αρχή και ο νους επήρε την ανοησίαν διά γυναίκα. Εξ αυτών ο κόσμος. Άλλος μοιάζει του πατέρα και άλλο της μάννας».

Για την αναρχία:

«Προς απάντησιν εις τον λόγον σας κυρία Μαίρη ότι δεν είμαι αναρχικός, αλλ’ αριστοκράτης, σας λέγω ότι εν μέρει και το βεβαιώ, εν μέρει και το αρνούμαι, διότι η αναρχία είνε άκρατος αριστοκρατία».

Για τους νεόπλουτους αμορφώτους έλεγε:

«Οι νεόπλουτοι και οι απαίδευτοι είνε γεμάτοι οίησιν και νομίζουν, ότι, διότι έκαμον χρήματα περί πάντων μπορούν να ομιλούν και οι μη πλουτήσαντες και οι δαπανήσαντες τα δικά των είναι υποδεέστεροι αυτών. Αλλ’ εις απάντισιν… Αλλ’ ενώ εσύ έκαμνες χρήματα εγώ εταμίευα γνώσεις. Είνε πολύ φυσικόν τα ταμείον σου να έχη παράδες και το ιδικόν μου ιδέας».

Ο Άβλιχος επί επτά χρόνια εδιάβαζε το Ευαγγέλιο, αν και ήταν άπιστος, και έλεγε ότι ακόμα δεν το είχε καταλάβει, τόσο βαθειά ήταν γραμμένο. Επίσης για το ευαγγέλιο έλεγε ότι όλες οι Ινδικές, Ελληνικές και Ρωμαϊκές φιλολογίες μπροστά στο Ευαγγέλιο είναι μηδέν και με μία τρίχα του Χριστού δεν αναλογεί όλος ο κόσμος.

Β΄

Διηγούνται γι’ αυτόν πολλά και ωραία ανέκδοτα. Θα σας αναφέρω μερικά απ’ αυτά όπως μου τα έδωσε ο φίλος του ποιητή «Μικέλης του Μικελάκη» και που τα πήρα από το άγραφο βιβλίο, της μνήμης του.

Κάποτε ο Άβλιχος ήταν ακουσίως ένορκος του κακουργιοδικείου Αργοστολίου. Ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου επέπληξε τους κατηγορουμένους με γλώσσα πολύ τσουχτερή. Ο Άβλιχος αγανάκτησε, σηκώθηκε από τη θέσι του και απαντά στο Πρόεδρο.

«κ. Πρόεδρε, να προσέχετε! διότι η θέσις των κατηγορουμένων είνε ανωτέρα της ιδικής σας, επειδή εις την θέσιν εκείνην εκάθησε ο Σωκράτης και ο Χριστός, εις δε την ιδικήν σας ο Άννας και ο Καϊάφας. Και εάν ο μύλος δεν έχει αλέσματα, δεν δουλεύει».

Στην ώρα δε της αποφάσεως είπε στους ενόρκους.

«Ορίστε κ. ένορκοι ορίστε, οι κλέφτες να κρίνουμε τους κλεμμένους».

Στο δικαστήριο κάποτε ρωτήθηκε ο Άβλιχος από το συνήγορο των κατηγορουμένων, (που είχαν κλέψει του ποιητή κάτι βιβλία και που τους κατήγγειλε ο εισαγγελεύς), ποία θρησκεία πρεσβεύει.

«Ουδεμίαν», απαντά ο Άβλιχος, θρησκείαν πρεσβεύω, αλλ’ εν τοσούτω είμαι χριστιανός, διότι αι θρησκείαι είνε δεσμός της ανθρωπότητος, ενώ ο χριστιανισμός είναι εναγκαλισμός της ανθρωπότητος».

Κάποια φορά τον είχαν διορίσει στ’ Αργοστόλι μέλος Επιτροπής για να μοιράση χρήματα σε φτωχούς. Ο Άβλιχος δεν ήθελε να είναι μέλος σε επιτροπές. Υποχρεώθηκε λοιπόν να πάη να υποβάλει την παραίτησή του στο Πρόεδρο της Επιτροπής, που ήταν ο αρχιεπίσκοπος Κεφαλλωνίας Γεράσιμος Δόριζας, φιλόσοφος, με ιδέες πολύ φιλελεύθερες. Ο Άβλιχος όρθιος μπροστά στον αρχιεπίσκοπο υποβάλλει τη παραίτησή του.

- Καθήσατε κ. Άβλιχε, του λέει ο αρχιεπίσκοπος.

- Τι θέλει ένας λύκος εν μέσω των προβάτων, τι θέλω ’γω δω μέσα ένας αναρχικός άνθρωπος;

- Και νομίζετε κ. Άβλιχε πω, αυτός ο θρόνος απέχει πολύ από την αναρχία;

- Ε τότε να καθήσω.

Και αφού συνεζήτησαν πολύ ώρα οι δύο άνδρες, λέει ο ποιητής!

- Δεν είσαι δεσπότης.

- Αλλά τότε τι είμαι Μιχαλάκη;

- Είσαι δεσμώτης.

- Το εμάντευσες.

Και από τότε τον Άβλιχο τον συνέδεσε μεγάλη φιλία με τον αρχιεπίσκοπο Δόριζα.

Το σπίτι του ποιητή στο Ληξούρι είχε 5 δωμάτια και σε κάθε δωμάτιο ένα φώς αμυδρό κ’ έλεγε ότι το φως είναι δικαίωμα του δωματίου.

Κάποτε ρωτήθηκε από το Πασαγιάννη, απεσταλμένο της Ακροπόλεως, να δη τον ποιητή στο Ληξούρι, πόσοι μένουν στο σπίτι. Κι’ αυτός του απαντά.

«μένουμε εννέα ψυχές, επτά ψυχές η γάτα μου, μία η Φανή μου (εννοούσε το σκυλί που είχε και που αφιέρωσε γι’ αυτό το ποίημα «Στη Φανή μου») και μία ψυχή εγώ!

Μια μέρα με το φίλο του το Μικέλη πήγε στ’ Αργοστόλι, σε μια κηδεία φίλου του γιατρού. Ο κόσμος ήταν λίγος και σε ερώτηση μερικών στον Άβλιχο γιατί είναι λίγος κόσμος, ο ποιητής απαντά ότι γι’ αυτό κ’ εγώ θα του γράψω ένα επίγραμμα:

«Για το γιατρό που πέθανε

ολίγοι στη κηδεία

την έστειλε για υποδοχή

μπροστά τη πελατεία!»

Για ένα ταβερνιάρη που έγινε παπάς έλεγε:

«Με τι κανάτα δεν τον εσύφερνε να το πωλεί με το κουταλάκι τον συφέρνει!»

Όταν πρωταντίκρυσε αεροπλάνο είπε στους φίλους του:

«Για φαντασθήτε ο άνθρωπος τι έκανε, κατόρθωσε να γίνη πουλί και ψάρι. Ένα μόνον δεν κατόρθωσε να γίνη άνθρωπος!»

Κάποια μέρα έκανε πολλούς σεισμούς στη Κεφαλλoνιά. Μητρόπολις του Ληξουρίου είνε «ο Παντοκράτωρ» που σε κάθε σεισμό επάθενε βλάβες. Ο Άβλιχος έλεγε:

«Περίεργο πράγμα ο Παντοκράτορας να βαστάη όλο τον κόσμο και τον εαυτόν του να μη μπορεί να τον βαστάξη».

Ο Άβλιχος δεν πίστευε ότι υπάρχει και άλλη ζωή μετά θάνατο και όταν βρισκότανε στα τελευταία είπε στο Φραγκόπουλο, γιατρό στο Νοσοκομείο Αργοστολίου:

«Άλλο δεν μένει στον Άβλιχο παρά νους και συνείδησι».

«Το φως μου… το φως μου». Και πέθανε.

Ο Μουρμουλάκης Κρητικός, απεσταλμένος από την «Ακρόπολι», στο Ληξούρι, έγραφε στην ανταπόκριση, πως τα μάτια του Άβλιχου μοιάζουνε σαν Χερουβίμ.

Αυτά είναι για τη ζωή του ποιητή και για τα έργα του.

…Αγαπημένο χώμα, χώμα Ελληνικό, τον έχει τώρα στα σπλάγχνα του. Ένα κυπαρισσάκι πλάι στο τάφο του, το αγαπημένο δέντρο του ποιητή, ένας ουρανός άλλοτε γαλανός και άλλοτε συνεφιασμένος… ένα φεγγάρι που κυλάει τις νύχτες του Αυγούστου ρίχνονται πάνω στο τάφο του το ασημένιο φως… Και λίγα νεκρολούλουδα παρηγοριά στην άπιστη καρδιά του ποιητή:

… Και σε κυπαρισάκι μου κοντά μου

στο μνήμα που σ’ έχω συντροφιά μου

Και τόσο τερπνό βρίσκω τ’ ονειρό μου

ταις ρίζαις σου ν’ ακούω στο πλευρό μου

όπου και με το χώμα σκεπασμένος

αισθάνομαι πως είμαι ευτυχισμένος

συνεχίζεται…

28 Οκτωβρίου 2010

Η Ιστορία της Αναρχίας στην Ελλάδα & οι ελευθεροτέκτονες (μασόνοι) VII

Σε συνέχεια (κλικ)

Εδώ το πρώτο μέρος (κλικ)

Το ριζοσπαστικό κίνημα των Επτανήσων

Θα ήταν μεγάλη παράλειψη εάν δεν αναφέραμε το ριζοσπαστικό κίνημα των Επτανήσων, που, ναι μεν, δεν αποτελούσαν εκείνη την εποχή μέρος του «ελλαδικού» χώρου, αλλά οι βασικοί συντελεστές του κινήματος διατήρησαν σημαντικούς δεσμούς με την «ελλαδική» επικράτεια και πολλές φορές έδρασαν σε αυτή. Τα Επτάνησα ήσαν τότε αγγλοκρατούμενα και ζούσαν το δικό τους οικονομικό, πολιτικό και κοινωνικό δράμα. Στα χρόνια της αγγλικής κατοχής (της «Προστασίας» όπως ονομάστηκε), την περίοδο 1815-1864, εμφανίστηκε και αναπτύχθηκε στα Επτάνησα το κίνημα του ριζοσπαστισμού, ένα κίνημα το οποίο είχε αρκετά εθνικά χαρακτηριστικά, επιζητώντας την ένωση των Επτανήσων με το «ελλαδικό» κράτος, αλλά και έντονο κοινωνικό και επαναστατικό προσανατολισμό, διεκδικώντας τα δικαιώματα των λαϊκών στρωμάτων με στόχο την οικοδόμηση μιας δίκαιης και ελεύθερης κοινωνίας.

Το ριζοσπαστικό κίνημα των Επτανήσων ήταν άμεσα επηρεασμένο από τις ιδέες των Πιερ Ζοζέφ Προυντον, Σαιν Σιμόν, Τζουζέπε Ματσίνι και τα διδάγματα των επαναστατικών κινημάτων του 1848-1849. Ωστόσο, παρά το λαϊκό και κοινωνικό του χαρακτήρα, η ηγεσία του ριζοσπαστικού κινήματος αποτελείτο από τα προοδευτικά, φιλελεύθερα και δημοκρατικά στοιχεία της υπό διαμόρφωση τοπικής αστικής τάξης και της διανόησης. Δηλαδή, έμποροι, καραβοκύρηδες διανοούμενοι και σπουδαγμένοι στην Ευρώπη επιστήμονες, ήσαν αυτοί που σήκωσαν όλο το βάρος της ανάπτυξης του κινήματος αυτού και της αντίστασης στην αγγλική κατοχή και κυριαρχία.

Πρωταρχική και θεμελιώδης αρχή του ριζοσπαστικού κινήματος ήταν η πάλη για τα φυσικά και απαράγραπτα ανθρώπινα δικαιώματα, της ελευθερίας και της ευημερίας. Οι ριζοσπάστες θεωρούσαν τη λαϊκή κυριαρχία τη μόνη πραγματική και δυνατή πηγή πολιτικής εξουσίας και γι’ αυτό οι περισσότεροι από τους πρωτεργάτες του κινήματος δεν ξεχώριζαν τη λαϊκή κυριαρχία από το αίτημα της ένωσης των Επτανήσων με την Ελλάδα, θεωρώντας ότι το ένα πρέπει να συμβαδίζει με το άλλο, αλλιώς η ελευθερία ή η ένωση από μόνες τους θα ήσαν χίμαιρα και απάτη. Το κίνημα βρέθηκε σε σχεδόν πλήρη ιδεολογική συμπόρευση με κάθε επαναστατικό κίνημα της Ευρώπης της εποχής εκείνης. Τα κινήματα αυτά είχαν κοινούς στόχους, όπως την οικοδόμηση μιας γνήσια ελεύθερης κοινωνίας ισότητας και την ένωση όλων των λαών πέρα από εθνικούς και άλλους διαχωρισμούς.

Το ριζοσπαστικό κίνημα εμφανίστηκε αρχικά και εκδηλώθηκε ιδιαίτερα στην Κεφαλονιά το 1830, με τις δραστηριότητες του αγωνιστή Γεράσιμου Λιβαδά (1789-1876), ο οποίος θεωρείται ο πρώτος ριζοσπάστης και θεμελιωτής του κινήματος, αλλά έκανε την εκρηκτική του εμφάνιση περισσότερο μέσα από τους αγώνες, στάσεις και εξεγέρσεις του 1848-1849, πάλι στην Κεφαλονιά. Στη Ζάκυνθο το κίνημα δεν ήταν τόσο έντονο όπως στην Κεφαλονιά και ήταν σχετικά παραλλαγμένο και αλλοιωμένο σε σχέση με τις αρχές και τους στόχους, δηλαδή την ένωση και την οικοδόμηση ελεύθερης κοινωνίας βασισμένης στη λαϊκή κυριαρχία.

Η αγγλική Προστασία, βέβαια, προσπάθησε από την αρχή να περιορίσει και, τελικά, να καταπνίξει το κίνημα, παίρνοντας μια σειρά μέτρων, από την απαγόρευση των εφημερίδων μέχρι την ανοιχτή τρομοκρατία. Από το 1849 και μετά, οι ριζοσπάστες άρχισαν να εκδίδουν διάφορες εφημερίδες, όπως τις «Φιλελεύθερος» του Ζερβού-Ιακωβάτου, «Αναγέννησις» του Μομφεράτου, «Χωρικός» του Δαυή στην Κεφαλονιά, «Ρήγας» και άλλες στη Ζάκυνθο κ.λπ.

Οι σημαντικότερες και ηγετικές φυσιογνωμίες του ριζοσπαστικού κινήματος ήταν, αναμφισβήτητα, αυτές των Ηλία Ζερβού-Ιακωβάτου και Ιωσήφ Μομφερράτου στην Κεφαλονιά. Υπήρξαν επίσης και άλλες ηγετικές φυσιογνωμίες, όπως οι Φραγκίσκος και Ναθαναήλ Δομενεγίνης στη Ζάκυνθο, ο Παίζης στην Ιθάκη, ο Ποφάντης στην Κέρκυρα και άλλοι. Οι περισσότεροι από αυτούς συμμετείχαν στην 9η Ιόνια Βουλή, μετά τις πρώτες ελεύθερες εκλογές του 1850 που αναγκάστηκαν να προκηρύξουν οι Άγγλοι. Αλλά οι δεύτεροι κατάλαβαν γρήγορα ότι η Βουλή αυτή έγινε βήμα εξάπλωσης του ριζοσπαστισμού, την έκλεισαν και εγκαινίασαν περίοδο άγριας τρομοκρατίας με μαζικές συλλήψεις, ειδικά μετά την καταστολή της εξέγερσης της Σκάλας. Τέλος, εξόρισαν τους δύο ηγέτες του κινήματος Η. Ζερβό-Ιακωβάτο και Ι. Μομφερράτο, τον πρώτο στα Αντικύθηρα και τον δεύτερο στη νησίδα Ερικούσα, πάνω από την Κέρκυρα.

Ο Ιωσήφ Μομφερράτος γεννήθηκε το 1816 και πέθανε το 1888 στην Κεφαλονιά. Επηρεάστηκε από τις ιδέες της Γαλλικής Επανάστασης, τις ιδέες του Τζουζέπε Ματσίνι για την ιταλική ενοποίηση (risorgimento) καθώς επίσης και τις ιδέες των Π.Ζ. Προυντόν και Μπλανκί. Πίστευε, δηλαδή, σε ένα κράμα ιδεών και απόψεων, με προεξάρχουσες τις ιδέες της Γαλλικής Επανάστασης, τις οποίες είχε διανθίσει με χριστιανικές απόψεις. Δεν ήρθε σε επαφή με τον Γαριβάλδη και στην εφημερίδα «Ο Αληθής Ριζοσπάστης», που εξέδιδε ο ίδιος στην Κεφαλονιά μεταξύ Σεπτεμβρίου 1862 και Σεπτεμβρίου 1863, δημοσίευσε πλήρεις αναφορές στη δράση του Ματσίνι, με τον οποίο διατηρούσε τακτική επαφή και αλληλογραφία. Τις ιδέες του ιταλικού risorgimento προσπάθησε να εφαρμόσει και στην περίπτωση του αγώνα των Επτανήσων για την ένωση με το υπόλοιπο «ελλαδικό» κρατικό μόρφωμα. Θέλοντας να προσδώσει στο ριζοσπαστικό κίνημα και στον αγώνα για την ένωση με την Ελλάδα ένα ξεκάθαρο κοινωνικό περιεχόμενο, μέσα από την άμεση συμμετοχή στους λαϊκούς αγώνες και τη σύνδεσή τους με το αίτημα της ένωσης, κατηγορήθηκε ως κομμουνιστής από τον Κωνσταντίνο Λομβάρδο (από τη Ζάκυνθο) και τους συνεργάτες του. Ο τελευταίος ήταν ο κύριος εκφραστής των λεγόμενων ενωτικών ριζοσπαστών, που ήθελε να οδηγήσει τον αγώνα για την ένωση στην επίτευξή του μέσω πολιτικών και διπλωματικών οδών παρά μέσω άμεσων λαϊκών αγώνων.

Μετά τη σύλληψη και εξορία των Μομφερράτου και Ζερβού-Ιακωβάτου το κίνημα αδυνάτισε στην Κεφαλονιά και έτσι το κέντρο του μετατοπίστηκε στη Ζάκυνθο, όπου ο Κ. Λομβάρδος και οι οπαδοί του αλλοίωσαν τα οράματά του και περιορίστηκαν στο ζήτημα της Ένωσης, ξεκομμένου, όμως, από τη φυσική του βάση, τις λαϊκές κινητοποιήσεις. Οι Μομφερράτος και Ζερβός-Ιακωβάτος δεν αποδέχονταν τον Λομβάρδο και τους ακολούθους του ως γνήσιους ριζοσπάστες και από το 1858 μέχρι την τελική ένωση των Επτανήσων με την Ελλάδα διεξήχθη ένας έντονος εσωτερικός αγώνας μεταξύ των δύο αυτών τάσεων του ριζοσπαστισμού.

Η άλλη μεγάλη μορφή του ριζοσπαστικού κινήματος, ο Ηλίας Ζερβός-Ιακωβάτος, γεννήθηκε το 1814 και πέθανε το 1894. Αριστούχος φοιτητής Νομικής του πανεπιστημίου της Πίζας. Oπαδός των ιδεών του Σαιν Σιμόν και της Γαλλικής Επανάστασης και ένας από τους θεωρητικούς των Eπτανησίων ριζοσπαστών. Άριστος συγγραφέας, δημοσιογράφος και επιδέξιος ρήτορας με λαϊκή αναγνώριση και στα αστικά και στα αγροτικά στρώματα. Παντρεύτηκε την Χρυσάνθη Σολωμού, με την οποία μοιράστηκε τις περιπέτειες, τις πίκρες και τις χαρές του.

Από τις στήλες της εφημερίδας του «Φιλελεύθερος», εξαπέλυε μύδρους εναντίον της τυραννικής διακυβέρνησης σε βάρος του λαού των Ιονίων. Το γεγονός αυτό καθώς και η τεράστια δράση του στα πλαίσια του ριζοσπαστικού κινήματος, του στοίχισε αρκετές συλλήψεις, φυλακίσεις και εξορίες στους Οθωνούς, τους Παξούς και τα Αντικύθηρα. Το 1850 εξελέγη βουλευτής μαζί με 7 άλλους ριζοσπάστες στην Ιόνια Βουλή, της οποίας αναδείχθηκε πρόεδρος με αντιπρόεδρο τον Ιωσήφ Μομφερράτο. Μετά το κλείσιμο της Ιόνιας Βουλής, εξορίστηκε από τους Άγγλους στα Αντικύθηρα. Εκεί έμεινε περίπου πεντέμισι χρόνια, μέχρι το 1857. Συνεξόριστοί του ήταν οι ριζοσπάστες αγωνιστές Σταματέλος Πυλαρινός, Γεράσιμος Μεταξάς-Λυσαίος από την Κεφαλονιά και οι Φραγκίσκος Δομενεγίνης, Δημήτριος Καλλίνικος και Σταματέλος Βούρτσης από την Ζάκυνθο. Μετά την αποφυλάκισή του, έζησε στην Κωνσταντινούπολη και στην Αθήνα μέχρι τον Ιούνιο του 1860, έκτοτε, όμως, δεν αναμίχθηκε στο ριζοσπαστικό κίνημα ή σε άλλες πολιτικές κινήσεις.

Δεν αποδεχόταν τις στρατιωτικές ικανότητες του Γαριβάλδη και τον θεωρούσε στερημένο πολιτικά, όπως είπε και στο ριζοσπάστη φίλο του και λόγιο Θεόδωρο Καρούσο.

Το 1879 έγραψε το ανέκδοτο έως σήμερα έργο «Το ενωτικό ζήτημα και η αγυρτεία αποκαλυπτόμενα», ενώ το 1888, χρόνο θανάτου του Κων. Λομβάρδου, έγραψε ένα άλλο έργο με τίτλο «Ο εν Ζακύνθω Ριζοσπαστισμός». Και στα δύο αυτά έργα εξαπέλυε δριμεία επίθεση εναντίον του Λομβάρδου, ασκώντας σκληρότατη κριτική στις ιδέες και τα έργα των νεοφώτιστων ριζοσπαστών, όπως τους αποκάλεσε, ιδιαίτερα εναντίον του τελευταίου.

Ο Ηλίας Ζερβός-Ιακωβάτος, εκτός από πολιτικός αγωνιστής, ήταν πολυγραφότατος συγγραφέας και ποιητής. Δημοσίευσε ιστορικά, κοινωνικά και ηθικολογικά έργα, τρεις συλλογές ποιημάτων και ένα δράμα, ενώ εξέδωσε και ένα φιλολογικό περιοδικό. Αρκετοί ήσαν αυτοί που έγραψαν κατά καιρούς για τη ζωή και το έργο του.

Τόσο ο Ιωσήφ Μομφερράτος όσο και ο Ηλίας Ζερβός-Ιακωβάτος, αρνήθηκαν να συμμετάσχουν στην κίνηση των κομιτάτων. Τα κομιτάτα αυτά ήταν κυρίως πρωτοβουλία του Κ. Λομβάρδου, ο οποίος, επηρεασμένος από το κίνημα της ιταλικής ενοποίησης, την απελευθερωτική κίνηση των σλαβικών κομιτάτων της εποχής και την πολιτική της Μεγάλης Ιδέας του «ελλαδικού» κράτους, αλλά και ευρισκόμενος σε άμεση επαφή με το κεντρικό ιταλικό κομιτάτο της Γένοβας, ίδρυσε στη Ζάκυνθο ένα παρόμοιο κομιτάτο τον Μάιο του 1860, για να προσελκύσει την επέμβαση του Γαριβάλδη στις αλύτρωτες τότε περιοχές Θεσσαλίας, Ηπείρου και Μακεδονίας, κάτι που πίστευε ότι θα είχε άμεση επίδραση στο Επτανησιακό Ζήτημα. (Το φθινόπωρο του 1860, παρόμοιο κομιτάτο ιδρύθηκε και στην Αθήνα, του οποίου μέλος ήταν και ο παλαιός επαναστάτης Φραγκίσκος Πυλαρινός, καθηγητής πλέον της Ιστορίας της Φιλοσοφίας στο πανεπιστήμιο Αθήνας).

Δεν συμμετείχαν, λοιπόν, στα κομιτάτα αυτά, πρώτον, γιατί ο μεν Ι. Μομφερράτος εκείνη την εποχή βρισκόταν σε άμεση διαμάχη με το Λομβάρδο, λόγω του σχίσματος στο ριζοσπαστικό κίνημα και, δεύτερον, επειδή η ρήξη και των δύο με τον Λομβάρδο ήταν αγεφύρωτη και με την κατεύθυνση που είχε πλέον πάρει το ριζοσπαστικό κίνημα είχε αποστερηθεί των κοινωνικών και επαναστατικών του χαρακτηριστικών. Οι ίδιοι πίστευαν, επίσης, ότι σε αυτό συνετέλεσε και η στροφή στην αγγλική πολιτική, με την οποία η Αγγλία προσανατολιζόταν πλέον προς την ένωση των Επτανήσων με την Ελλάδα, κάτι που έγινε στις 21 Μαίου 1864. Στους πανηγυρισμούς των ενωτικών ριζοσπαστών και του λαού, που δεν υποψιάστηκε τι ακριβώς συνέβη, οι Ιωσήφ Μομφερράτος και Ηλίας Ζερβός-Ιακωβάτος δεν πήραν συνειδητά μέρος, κλεισμένοι στα σπίτια τους.

Εκτενή βιογραφία του Ιωσήφ Μομφερράτου έγραψε ο Παναγιώτης Πανάς που εκδόθηκε το 1888 στην Αθήνα.

συνεχίζεται…

26 Οκτωβρίου 2010

Γυμνά πρόσωπα και προσωπεία

Από τους Βαγγέλη Μπέκα, Βασίλη Κ. Καλαμαρά, Αλέξανδρο Στεργιόπουλο

**Ουίλιαμ Μπάροουζ, Γυμνό γεύμα

μτφρ.: Γιώργος Μπέτσος, εκδόσεις Τόπος, σ. 375, ευρώ 19,30

«Μια παγωμένη στιγμή κατά την οποία όλοι βλέπουν τι υπάρχει στην άκρη του πιρουνιού». Αυτό είναι το νόημα του τίτλου για τον γερο-γκουρού της γενιάς των Μπιτ, Ουίλιαμ Μπάροουζ. Ενας τίτλος γέννημα της φαντασίας τού Τζακ Κέρουακ, ο οποίος δακτυλογράφησε μεγάλο μέρος από το χαοτικό υλικό του βιβλίου. Το γυμνό γεύμα δεν είναι ένα συνηθισμένο μυθιστόρημα. Για να είμαι πιο ακριβής, δεν είναι καν μυθιστόρημα με την κλασική έννοια του όρου. Είναι μια διαρκής βουτιά στο υποσυνείδητο ενός ευφάνταστου ομοφυλόφιλου ναρκομανή, ενός ανθρώπου απελευθερωμένου από ταμπού. Είναι όμως και η μάχη του Μπάροουζ με μια μάστιγα, με τις παραισθήσεις, με τον άλλο, άρρωστο εαυτό του.

Την περίοδο που γράφτηκε το βιβλίο ο Μπάροουζ ήταν χαμένος στην κόλαση των ναρκωτικών, είχε αποτραβηχτεί στην Ταγγέρη, ένα κοσμοπολίτικο κέντρο όπου σύχναζαν συγγραφείς που αναζητούσαν εμπειρίες, ομοφυλοφιλικό έρωτα και παραισθήσεις. Ο Κέρουακ και ο Γκίνσμπεργκ, που τον επισκέφτηκαν, βοήθησαν σημαντικά τον Μπάρουζ και το εκκεντρικό βιβλίο του. Ενα βιβλίο που πέρασε από πολλές περιπέτειες, άλλαξε πολλές φορές μορφή, αναζήτησε αποτυχημένα την έκδοση, μέχρις ότου δικαιώθηκε, κυνηγήθηκε, δικάστηκε και τη δεκαετία του '70 αποθεώθηκε, μαζί με το συγγραφέα του, ο οποίος έγινε σύμβολο για την επαναστατημένη ψυχεδελική γενιά. Το βιβλίο που κυκλοφόρησε τελευταία από τις εκδόσεις Τόπος είναι συμπληρωμένο με κείμενα που συμπεριλαμβάνονται για πρώτη φορά στα ελληνικά.

Το γυμνό γεύμα δεν είναι κείμενο για τον καθένα. Αρκετά συχνά γίνεται σκληρό, σχεδόν αποκρουστικό. Η ποιητική του αργκό, ο ρυθμός, η δύναμη των ακραίων σκηνών και το μαύρο του χιούμορ το κάνουν καυτό. Οι σεξουαλικές ιδιαιτερότητες, η διαστροφή και ο θάνατος τριγυρίζουν στα στενά της Διαζώνης πυρπολώντας τη φαντασία του αναγνώστη. Ο ολοκληρωτισμός απλώνεται παντού, μεταμφιέζεται, καταπιέζει, ελέγχει, απαγορεύει, επιτηρεί.

Το βιβλίο δεν διαθέτει κεντρικό πυρήνα, συγκεκριμένο πρωταγωνιστή, δεν έχει πλοκή. Δεν υπήρχε αυτή η πρόθεση από τον συγγραφέα, βάσει των όσων έχει πει ο ίδιος ο Μπάροουζ. Στόχος του ήταν να καταδείξει το «μαρτύριο της πρέζας», να τα βάλει με κάθε μορφή ολοκληρωτισμού. Κι αυτό το έκανε αναμειγνύοντας βιώματα της Ταγγέρης με το φανταστικό κόσμο που γεννούσαν μέσα του τα ναρκωτικά. Από τη μια ο ρεαλισμός: η αγωνία, η αναζήτηση, η ανατριχίλα πριν από τη δόση, οι λεπτομερέστατες πληροφορίες περί ναρκωτικών κι έπειτα, εντελώς ξαφνικά, βουτιά στο παραλήρημα, στ' όνειρο: ο κόσμος της Διαζώνης, η Φρίλαντ, η ΙΣΛΑΜ ΑΕ. Ενας τόπος γεμάτος «λούγκρες» και περίεργους μπάτσους, ένα σύμπαν στο οποίο όλες οι ακραίες φαντασιώσεις αποκαλύπτονται στο φως.

Στις σελίδες του βιβλίου παρελαύνουν ο Ασωτος, το Ντοκτόρι, διακινητές μαύρου κρέατος, εμπειρίες από νοσοκομεία αποτοξίνωσης και αναλυτική περιγραφή μεθόδων χρήσης ναρκωτικών ουσιών. Αγόρια κάνουν σεξ με αγόρια και αχαλίνωτα όργια με «γερασμένα πρεζάκια». Κρεμασμένα κεφάλια, γιάχε και μάγοι των φυλών. Κι όλα αυτά, με διαρκή κοψίματα και πηδήματα στην αφήγηση. Ο Μπάροουζ παραθέτει ακόμη σημειώσεις πάνω στον εθισμό και συμβουλές πώς να ξεκόψει κάποιος απ' την ηρωίνη· κείμενα συμπληρωματικά της όλης αφήγησης.

Μια ατμόσφαιρα σήψης αναδύεται από τις σελίδες του βιβλίου, μετα-ανθρώπινη και παρανοϊκή· ένα κείμενο που ξεχειλίζει από δύναμη και εικόνες. Ενα ευφυέστατο παραλήρημα που κατά τόπους γίνεται κραυγή αγωνίας.

Β. Μ.

Γυμνά πρόσωπα και προσωπεία | Τέχνες | Ελευθεροτυπία

Το συστήνω ανεπιφύλακτα όχι τόσο επειδή ο Μπάροουζ είναι ένας από τους πλέον αγαπημένους μου αλλά περισσότερο διότι μέσα του υπάρχει σε σπερματική μορφή το σήμερα σε όλο του το μεγαλείο.

23 Οκτωβρίου 2010

Η Ιστορία της Αναρχίας στην Ελλάδα & οι ελευθεροτέκτονες (μασόνοι)VI

Σε συνέχεια (κλικ)

Εδώ το πρώτο μέρος (κλικ)

Λέει ο Χ. Άννινος, ο οποίος γνώρισε προσωπικά τον Παπαρρηγόπουλο: «…πολλάκις ήλθα εις επαφήν μετ’ αυτού, αλλά χωρίς ποτέ ν’ αποκτήσω μεγάλην οικειότητα, τηρών πάντοτε την δέουσαν απόστασιν εκ σεβασμού προς την ανωτέραν ηλικίαν του και την αξίαν του. Άλλως τε και αυτός δεν ήτο ευεπίφορος εις ευκόλους γνωριμίας, και ο χαρακτήρ του ήτο περιεσταλμένος και ήκιστα διαχυτικός, η δε φυσιογνωμία του, άχαρις και στρυφνή, δεν ενεθάρρυνε την άμεσον εξοικείωσιν». Και συνεχίζει: «Ο Δημήτριος Παπαρρηγόπουλος ήτο ιδιοσυγκρασίας νευρικής και σχεδόν υποχονδριακής. Περιστάσεις και θλίψεις ιδιωτικαί, των οποίων τινές δεν ήσαν άγνωστοι εις τους οπωσδήποτε οικειότερον προς αυτόν έχοντας, επέτειναν την φυσικήν του τάσιν προς την μελαγχολίαν».

Οι περισσότεροι από όσους έχουν ασχοληθεί με το έργο του Παπαρρηγόπουλου, λένε ότι κατείχε σημαντική θέση στην ελληνική λογοτεχνία που θα ήταν ακόμα σημαντικότερη εάν δεν πέθαινε νέος. Και πράγματι, ήταν από τους κορυφαίους ρομαντικούς του 19ου αιώνα, πεισιθάνατος και ελεγειακός και συγκίνησε πραγματικά στην εποχή του. Έγραψε μεν στην καθαρεύουσα, αλλά τα ποιήματά του εκφράζουν με ειλικρίνεια ένα βαθύ σπαραγμό ψυχής. Το ποιητικό του έργο διακρίνεται για το συγκινημένο στοχασμό, την απαισιοδοξία, και τον άκρατο ρητορισμό του.

Ο Κωστής Παλαμάς, στη μελέτη του με τίτλο «Πεζοί δρόμοι. Γ’ Κάποιων νεκρών η ζωή», που εκδόθηκε στην Αθήνα το 1934, αναφέρει: «Ανάμεσα στους ποιητάς που κρατήσανε στην Αθήνα τα σκήπτρα του τραγουδιού, από τα 1865 ίσαμε τα 1873, ο Παπαρρηγόπουλος ξεχωρίζει. Το μεγάλο ελάττωμα του καιρού του το έχει με το παραπάνω. Κακόγλωσσος και κακόμορφος… Η καθαρεύουσα του Παπαρρηγόπουλου δεν είναι η μαρμαροσκαλισμένη κομψογραφία του Ραγκαβή, δεν είναι η φροντισμένη ψυχρολογία του Βλάχου, δεν έχει το ρωμαντικό ψευτογυάλισμα της παρασχικής, ούτε την άχαρη αλυγισιά της βασιλειάδικης γλώσσας. Είναι κάτι πολύ δημοσιογραφικό και πολύ απεριοποίητο θεματογράφημα μαθητή που δεν τα βγάζει πέρα, ούτε που πολύ φροντίζει να τα βγάλει πέρα». Αλλά παρ’ όλα αυτά, παραδέχεται και αυτός: «Ο Παπαρρηγόπουλος είναι ποιητής με χαρακτήρα, πέρα ώς πέρα. Και μήπως ο χαρακτήρας δεν είν’ ένα από τα πρόσωπα που ντύνεται η θεία ομορφιά; Φιλόσοφος ποιητής, είτε πλαταίνει και φέρνει τα δικά του βάσανα ίσα με τα σύνορα του κοσμικού, είτε φορτώνεται στους ώμους του τα οσμικά βάσανα, μοιρολογώντας τα σα να ήτανε δικά του. Τα τραγούδια του, σφραγισμένα από την ίδια μαυροκόκκινη σφραγίδα του πεσσιμισμού…» Διαφωνούσε ο Παλαμάς με τον Εμμανουήλ Ροίδη, ο οποίος σε άρθρο του με τίτλο «Αιτναίαι αναμνήσεις» (στο περιοδικό «Παρθενών») συγκρίνει τον Παπαρρηγόπουλο με τον Μπωντλαίρ. Ο Παλαμάς γράφει ότι δεν βλέπει τίποτε που να δικαιολογεί μια τέτοια σύγκριση.

Είναι γνωστό ότι οι ρομαντικές υπερβολές της νεοελληνικής λογοτεχνίας του 19ου αιώνα προκάλεσαν πολύ γρήγορα αντιδράσεις, που διογκώθηκαν έντονα από τις αρχές της δεκαετίας του 1860 και εκφράστηκαν κυρίως στις εισηγητικές εκθέσεις των πανεπιστημιακών ποιητικών διαγωνισμών. Μέχρι να έλθει η στιγμή της λογοτεχνικής αξιοποίησης των ηθών και του λαογραφικού υλικού της αγροτικής ελληνικής επαρχίας και αρχίσουν να κυριαρχούν οι ρεαλιστικότερες επιλογές της γενιάς του 1880, η αντίδραση (όχι όμως και η ανατροπή) στο ρομαντισμό εκδηλώνεται με τη στροφή στον κλασικισμό. Πράγματι, στη δεκαετία του 1860 αρχίζουν να εμφανίζονται, συστηματικά και προγραμματικά, έργα με σαφή στροφή στον κλασικισμό ως αντίδραση στο ρομαντισμό, με κυριότερους εκφραστές τους ποιητές Δ. Βερναρδάκη, Άγγελο Βλάχο, Αλ. Βυζάντιο και Α. Ρ. Ραγκαβή και κύριο όργανο έκφρασης το περιοδικό «Χρυσαλλίς» (1863-1866) του Ειρηναίου Ασώπιου. Παράλληλα όμως, μια ομάδα νέων ποιητών αντιδρά στις νεοκλασικιστικές υποδείξεις της συγκράτησης, του μέτρου και της αρμονίας και δημοσιεύει μια σειρά προκλητικών, συχνά σκόπιμα βλάσφημων και αθεϊστικών έργων, που επιδιώκουν να υπονομεύσουν το κυρίαρχο δόγμα της ελληνοχριστιανικής συνέχειας. Ο ρομαντικός αυτός πυρήνας συγκροτείται κυρίως γύρω από τους Δημήτριο Παπαρρηγόπουλο, Σπυρίδωνα Βασιλειάδη, Αχιλλέα Παράσχο και Κλ. Ραγκαβή και βρίσκει βήμα έκφρασης στα περιοδικά «Εθνική Βιβλιοθήκη» (1865-1873) και «Ιλισσός» (1868-1872). Η ιδιοτυπία αυτής της αντίδρασης είναι ότι εκφράζεται μέσα από έργα με θέματα από την αρχαιότητα (που οι υποθέσεις, δηλαδή, αντλούνται από την αρχαία ελληνική και ρωμαϊκή αρχαιότητα), με αποτέλεσμα να διαμορφωθεί ένα ιδιότυπο μείγμα ρομαντικής έκφρασης μέσα σε κλασικιστικό ένδυμα, κάτι που χαρακτηρίζει, άλλωστε, μεγάλο μέρος του ελληνικού ρομαντισμού.

Στο ποιητικό έργο του Δ. Παπαρρηγόπουλου, συνδυάζεται η λατρεία για κάθε τι το κλασικό με το λυρικό ρομαντισμό καθώς φαίνεται ότι ήταν επηρεασμένος περισσότερο από την πεισιθάνατη διάθεση του Ιταλού ποιητή Τζιάκομο Λεοπάρντι (1798-1837) - ενός από τους σπουδαιότερους ποιητές της Ιταλίας, μαζί με το Δάντη, τον Πετράρχη, το Βοκάκιο και άλλους - που είχε διαδοθεί και στην ευρωπαϊκή ποίηση στην περίοδο της παρακμής του ρομαντισμού (εξ ου και ο όρος λεοπαρντισμός με τον οποίο τον χαρακτηρίζουν ο Παλαμάς και άλλοι μελετητές). Μαζί με τον Σπυρίδωνα Βασιλειάδη επονομάσθηκαν «πεισιθάνατοι» ή «ολοφυρόμενοι», εξαιτίας της μεγάλης απαισιοδοξίας που διαπνέει το ποιητικό τους έργο. Παρ’ ότι, όπως είδαμε από τον Χ. Άννινο και τον Κ. Παλαμά, αρκετοί μελετητές αναγνωρίζουν ότι ο Δ. Παπαρρηγόπουλος, αν και παρουσιάζει μια κάπως φτωχή στιχουργική ικανότητα, εντούτοις είναι ο φιλοσοφικότερος και ο καλύτερος ποιητής από όλους τους συγχρόνους του. Και σήμερα ακόμη τα καλύτερα ποιήματά του, όπως είναι «Ο φανός του κοιμητηρίου» και ο «Ορφεύς», συγκινούν με την ειλικρίνεια του περιεχομένου τους και με την αρτιότητα της μορφής τους, αν και η απαισιόδοξη διάθεσή τους και η τεχνοτροπία τους είναι ξένες για την εποχή μας. Ο ελληνικός ρομαντισμός – του οποίου ο Δ. Παπαρρηγόπουλος υπήρξε από τους βασικότερους εκπροσώπους – με φορείς έναρξής του τους Φαναριώτες λόγιους – αντλεί τα κύρια χαρακτηριστικά του από τη φυσική ζωή, την ελευθερία, τον αυτοσχεδιασμό, τη μελαγχολική διάθεση, το θάνατο και την απαισιόδοξη αντιμετώπιση του έρωτα, στοιχεία εν δυνάμει παρόντα στη λαϊκή παράδοση και τη δημοτική ποίηση. Οι μορφές, λοιπόν, που δημιουργεί, ανταποκρίνονται στο ευρύτερο πνεύμα και την ψυχική διάθεση μιας κοινωνίας που ανακαλύπτει την ταυτότητα και τις αρετές της, ενώ, την ίδια στιγμή, προσπαθεί να διαμορφώσει τη γλωσσική της ενότητα. Στη βάση αυτή, βλέπουμε ότι από τα χαρακτηριστικά δείγματα της ρομαντικής τεχνοτροπίας είναι τα ποιήματα, τα «Ο Οδοιπόρος» του Παναγιώτη Σούτσου, «Δήμος και Ελένη» του Αλέξανδρου Ρίζου-Ραγκαβή και «Ο Φανός του Κοιμητηρίου Αθηνών» του Δημητρίου Παπαρρηγόπουλου. Το ποίημα «Ο φανός του κοιμητηρίου Αθηνών» είναι γραμμένο σε γλώσσα καθαρεύουσα, που ρέπει προς τον αρχαϊσμό σε αρκετούς ρηματικούς τύπους και καταλήξεις ουσιαστικών. Ο Παπαρρηγόπουλος είναι συνεπέστερος στη μετρική του στίχου από τους δύο προηγούμενους ποιητές, ακολουθώντας απαρέκκλιτα την τεχνική του δεκαπεντασύλλαβου. Όψιμα θανατολάγνος, καθώς παρομοιάζει «το παρελθόν ως σάβανον» και «τη λήθην κοιμητήριον», ενώ ολόκληρο το ποίημά του είναι δομημένο με αντιστίξεις, δίπολα, έννοιες που παλεύουν μεταξύ τους, όπως πένθος-ευτυχία, σκότος-φως, ζώντας-αποθανώντας, των οποίων το αντιφατικό ρομαντικό περιεχόμενο αντιτίθεται στο διαφωτισμό που κοιτάζει σταθερά προς την πλευρά της ζωής.

Στραμμένος – όπως είδαμε – στο αρχαϊκό παρελθόν, θυμίζει έντονα τον προβληματισμό και τη μελαγχολία του Μίμνερμου, που αδυνατεί να αντιμετωπίσει τα γηρατειά στο στίχο του «ιδού το μέλλον. Η ρυτίς θωπεία του θανάτου». Τα ρομαντικά μοτίβα μέσω των οποίων εκτυλίσσονται τα δρώμενα ο τάφος, το νεκροταφείο, οι στεναγμοί, η απόλυτη εικόνα της αταραξίας απέναντι στο θάνατο, «Δεν τον φοβούμαι../..ατάραχος προσμένω» υποδηλώνουν μια ροπή προς το θάνατο, έντονη στη λογοτεχνία του ρομαντικού κινήματος. Ο ποιητής εμφανίζεται να βρίσκεται σε μια συνεχή εσωτερική διαμάχη, καθώς βρίσκεται σε ατομικιστική απόγνωση ανάμεσα στο φως και το σκοτάδι, τον ήλιο και τη νύχτα, το χρόνο και το θάνατο, τη μνήμη και τη λήθη, το παρόν και το παρελθόν, εν τέλει ανάμεσα στη ζωή και το θάνατο. Ίσως από όλα αυτά να οδηγήθηκε σε μια ιδιότυπη απεργία πείνας που τελικά τον οδήγησε στο θάνατο το 1873.

Ο Δ. Παπαρρηγόπουλος εξέδωσε τα παρακάτω έργα: «Σκέψεις ενός ληστού ή η καταδίκη της κοινωνίας» (1859) μελέτη-πραγματεία, «Στεναγμοί» (1866) ποίηση, «Η περί ποινής θεωρία του Πλάτωνος» (1866) μελέτη-πραγματεία, «Ποιήσεις» (1867) ποίηση, «Χελιδόνες» (1867) ποίηση, «Oρφεύς» (1868) ποίηση, «Τα καθήκοντα του ανθρώπου ως χριστιανού και ως πολίτου» (1868) μελέτη-πραγματεία, «Πυγμαλίων» (1869) ποίηση, «Συζύγου εκλογή» (1869) κωμωδία, «Σολομώντος άσμα ασμάτων» (1869) θεατρικό, «Χαρακτήρες» (1870) ιδιόρρυθμο διαλογικό πεζό, «Η αγορά» (1871) θεατρικό, «Πραγματεία περί των αποκρύφων Ευαγγελίων» (1872) μελέτη-πραγματεία και «Συνοπτική ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως» (1879). Έγραψε, επίσης, διάφορα άρθρα και επιστολές σε περιοδικά της εποχής του. Άπαντα των έργων του που κυκλοφόρησαν μετά θάνατον ήταν τα Ποιήσεις (1884), Ανέκδοτα (1895), Τα Άπαντα του Παπαρρηγόπουλου (1897) και Τα Άπαντα (1915). Το Νοέμβρη του 2000 κυκλοφόρησε στην Αθήνα από τις εκδόσεις «Ερμής», το Ανθολόγιο «Δ. Παπαρρηγόπουλος - Ποιήσεις», με φιλολογική επιμέλεια και σχόλια Αλέξανδρου Αργυρίου. Ακόμα, η μελέτη-πραγματεία του «Σκέψεις ενός ληστού ή η καταδίκη της κοινωνίας» εκδόθηκε από τις εκδόσεις Γαβριηλίδη το 1989 με προλεγόμενα και γενική ευθύνη του Λεωνίδα Χρηστάκη. Το ίδιο έργο επανεκδόθηκε το 1996 από τις εκδόσεις «Ελεύθερος Τύπος» με σύντομο πρόλογο του Νίκου Δανδή. Τόσο ο Λεωνίδας Χρηστάκης όσο και ο Νίκος Δανδής, αναφέρουν ότι ο Δημήτριος Παπαρρηγόπουλος ήταν, επίσης, ο συγγραφέας του κειμένου με τίτλο «Αναρχία» που δημοσιεύτηκε στις 9 Σεπτέμβρη 1861 στην εφημερίδα «Φως» του Σοφοκλή Καρύδη και προκάλεσε σάλο και άμεση κινητοποίηση της αστυνομίας. Είναι ιστορικά διαπιστωμένο όμως ότι συγγραφέας του κειμένου αυτού ήταν ο Δήμος Παπαθανασίου – ο οποίος αναπλήρωνε το συντάκτη της εφημερίδας την ίδια εποχή - και όχι ο Δ. Παπαρρηγόπουλος.

συνεχίζεται….

22 Οκτωβρίου 2010

Το κόνσεπτ, το πρότζεκτ, το μπάτζετ

Ένα άρθρο για τη γλώσσα και την ορολογία,συνοδευόμενο από πολλά σχόλια στην εφημερίδα

(του Nικου Γ. Ξυδακη, Καθημερινή, 19-09-10)

Θενξ μαν... Οταν τ' ακούω, μεταφράζω σιωπηρά: Ευχαριστώ, μάγκα μου. Ή: Ευχαριστώ, φιλάρα... Τα μεταφράσματα μου φαίνονται πιο αρρενωπά και χυμώδη, πιο άμεσα, πιο μοναδικά. Γιατί λοιπόν οι μάγκες έφηβοι και οι μετέφηβοι τιτιβίζουν τα δικά τους κρεολικά greeklish; Ισως γιατί κάθε γενιά χρειάζεται τη δική της ιδιόλεκτο, μια μυητική αργκό, προσωρινή, αναλώσιμη, φθαρτή, με ημερομηνία λήξεως. Η ιδιόλεκτος του «μαν» θα ξεθωριάσει με την είσοδό του σε ανώτερο σχολείο, με τη συμμόρφωσή του σε άλλες αργκό, ακαδημαϊκές ή επαγγελματικές, με την ένταξή του στα μαζικά υπερσύνολα της ενήλικης ζωής, της εργασίας.
Το ερώτημα παραμένει πάντως: Γιατί τα αγγλικά κατακλύζουν τον καθημερινό λόγο; Τα κρεολικά των εφήβων είναι η πιο αθώα περίπτωση, η πιο χαριτωμένη. Οταν όμως ακούς ενήλικους, επαγγελματίες, επιστήμονες, σπουδαγμένους, να παπαγαλίζουν αγγλικά, να περιγράφουν τη δουλειά τους, τη σκέψη τους, ακόμη και τη διάθεσή τους, με αγγλικά μονοσύλλαβα ή ολιγοσύλλαβα, δεμένα με λίγα ελληνικά ρήματα και άφθονα λεκτικά τικ, όπως «καταλαβαίνεις...», ε, τότε αρχίζεις να σκέφτεσαι για τα βαθύτερα αίτια.

Είναι αληθές ότι η γλωσσομάθεια έχει αυξηθεί γεωμετρικά τις τελευταίες δεκαετίες. Ο απόφοιτος λυκείου, ακόμη και χωρίς ιδιαίτερη επίδοση, θα διαβάζει και θα μιλάει αγγλικά ασυγκρίτως καλύτερα από τον ανάλογό του του '70, ακόμη και του '80. Μέγα μέρος των σπουδών διεξάγεται σε αγγλόφωνα σχολεία, προπτυχιακά ή μεταπτυχιακά. Μέγα μέρος των επαγγελμάτων απαιτεί καλή γνώση ξένης γλώσσας. Το επικοινωνιακό περιβάλλον κατακλύζεται από ξένη γλώσσα: τηλεόραση, ταινίες, Διαδίκτυο, ποπ κουλτούρα.

Αρα η ένταξη στην ξένη γλώσσα, αγγλική εν προκειμένω, έρχεται αβίαστα, φυσικά. Ολα σε σπρώχνουν σε αυτή, γιατί να αντισταθείς; Ο ανάδελφος γλωσσικά Ελληνας, ο χαρτογιακάς ο ευρισκόμενος στον παγκοσμιοποιημένο χώρο των υπηρεσιών, με ανεπαρκή ουμανιστική παιδεία και αδιαμόρφωτο γλωσσικό όργανο, θα πέσει αναγκαστικά στην ευκολία του έτοιμου γλωσσικού κώδικα. Στα μοντέρνα επαγγέλματα των πάσης φύσεως υπηρεσιών, της επικοινωνίας, της ρευστής τέχνης, η συνεννόηση διεξάγεται γύρω από λέξεις-φετίχ, ας πούμε, τις εξής τρεις: κόνσεπτ, πρότζεκτ, μπάτζετ. Εχω ένα κόνσεπτ για ένα πρότζεκτ, αλλά δεν μου βγαίνει το μπάτζετ. Ολη η δημιουργικότητα, όλη η εργασία, ο κόπος, η σκέψη, το σφρίγος, όλα συμποσούνται σε αυτό το τρίπτυχο δισύλλαβων.

Παίζουν ρόλο οι σπουδές; Τα μάστερ μονοετούς σε βρετανικά πανεπιστήμια και πρώην πολυτέκνικ; Ναι, ασφαλώς, αλλά πολύ σοβαρότερο ρόλο παίζει το οιονεί διεθνές περιβάλλον της εργασίας, και η γενικευμένη ολιγογλωσσία των εταιρικών στελεχών. Στις μπίζνες δεν χρειάζονται καλά ελληνικά, δεν χρειάζεται καν γλώσσα, όλα διεξάγονται με στερεοτυπικές εκφράσεις και τυποποιημένες σκέψεις: αυτά κυκλοφορούν ως επικρατούσα αλήθεια.

Σοβαρό ρόλο παίζει και η ξενομανία. Υπό τον συνοπτικό αυτό όρο εννοούνται διάφορα συμπλέγματα καθυστέρησης, μειονεξίας, οκνηρίας, μιμητισμού - ψυχολογικά και κοινωνικά. Σε περιβάλλον ασφυκτικά ομογενοποιημένο, κοσμοπολίτικο, ίδιο παντού, άοσμο, άχρωμο, «πολιτισμένο», η διατήρηση ιδιαιτέρας ταυτότητας, ιδιομορφίας, ετεροχρωμίας, ντοπιολαλιάς, είναι δυσχερής, κοπιώδης, παράτολμη, ανεπιθύμητη εντέλει. Είναι ευκολότερο και ασφαλέστερο να ομοιάζεις, να κρύβεσαι ανάμεσα σε μυριάδες ομοιόχρωμους γκρίζους· γίνεσαι ευκολότερα αποδεκτός. Τα πλούσια, καλά ελληνικά είναι δύσκολα και σχεδόν ανώφελα οικονομικά-εργασιακά· τα κρεολικά, τα φραγκολεβαντίνικα, τα γκρίκλις του κόνσεπτ-πρότζεκτ είναι εύκολα, ακίνδυνα, ξεκούραστα, καλύπτουν αδυναμίες και ανεπάρκειες. Κι αφού ο ξένος το 'χει βρει, γιατί να σκάμε να το βρούμε εμείς στα ελληνικά; Μισή αλήθεια, ή και ψέμα. Το αντιλαμβάνομαι όταν ακούω γιατρούς να λένε αγγλικά όσα δεν ξέρουν ελληνικά λόγω οκνηρίας· κι όταν θυμάμαι σπουδαίους γιατρούς να λένε για τις αμερικανικές σπουδές τους ότι το ευκολότερο πεδίο ήταν το γλωσσικό, λόγω ελληνογενούς ορολογίας.

Το ποτάμι που μας περιέχει είναι ορμητικό και κοσμοπολίτικο, με τρόπους καινούργιους. Αναμφίβολα. Η εγκατάλειψη της μητρικής γλώσσας όμως δεν είναι πρόοδος· είναι υποταγή και απώλεια ταυτότητας, είναι υπαρξιακή συρρίκνωση. Η γλώσσα δεν είναι μόνο εργαλείο, δεν είναι μόνο φόρμα, δεν είναι επικοινωνιακότητα· είναι νοητικό και αισθητικό συμβάν, είναι υλικότητα, είναι σχέση, κοινωνία. Πίσω από την κρεολική, τη θρυμματισμένη γλώσσα των στελεχών και των μοδάτων, των τεχνοκρατών, τώρα πια και των πολιτικών, αναπτύσσεται μια αναλόγως κρεολική, θρυμματισμένη σκέψη, ομοιόμορφη, ομοιόχρωμη, ομοιογενής, αδιάφορη, κολοβή, υποταγμένη. Υποταγμένη κυρίως.

Σχόλια με αντίστροφη χρονολογική σειρά:

Διάβασα λεπτομερώς όλα τα σχόλια...

Η άποψη που εκφράζω δεν είναι αυστηρά προσωπική, αλλά είναι η άποψη των ανθρώπων που είναι μέλη ειδικών ομάδων και επιτροπών της Ελληνικής Εταιρείας Ορολογίας (ΕΛΕΤΟ) την οποία είχε την καλοσύνη να αναφέρει η κα Μ. Πανταζίδου. Άνθρωποι που αντιμετωπίζουν ξενόγλωσσους όρους σε διάφορους τομείς και τους αποδίδουν στα ελληνικά, με σκοπό να καταστήσουν δυνατή τη μεταφορά στα ελληνικά της νέας γνώσης, των νέων εννοιών, που παράγονται συνεχώς. Αν μια γλώσσα δεν μπορέσει να αποδώσει με τα δικά της μέσα την νέα γνώση τότε παύει να αναπτύσσεται ως γλώσσα.

Η ελληνική ορολογία στους διάφορους αναπτυσσόμενους τομείς είναι το εργαλείο για τη μεταφορά της σύγχρονης γνώσης στην ελληνική γλώσσα. Και υπάρχουν κανόνες, διαγλωσσικοί που έχουν καθιερωθεί διεθνώς και ενδογλωσσικοί που ισχύουν για καθεμιά συγκεκριμένη γλώσσα. Αυτούς τους κανόνες εφαρμόζουν τα παραπάνω όργανα ορολογίας.

Δυο βασικά πλαίσια στα οποία κινούνται τα όργανα αυτά είναι οι διαγλωσσικές Αρχές Σχηματισμού Όρων (που μπορείτε να τις διαβάσετε εδώ:
http://www.translatum.gr/forum/index.php?topic=82421.0 και εδώ:
http://sfr.ee.teiath.gr/htmSELIDES/Technology/Orogramma/Or102.pdf )
και οι Μηχανισμοί σχηματισμού ελληνικών όρων (που μπορείτε να τους δείτε εδώ:
http://www.translatum.gr/forum/index.php?topic=87704.0 και εδώ:
http://www.eleto.gr/download/Orogramma/Or103_V04.pdf).

Το άρθρο του κ. Ν. Ξυδάκη υποστηρίζει την ανάπτυξη της ελληνικής γλώσσας, που είναι και σκοπός της ΕΛΕΤΟ... Και χρειάζονται πολλοί «Ξυδάκηδες», και να τα λένε πιο συχνά, για να αντισταθμίσουν «τα τυχαία γεγονότα της ζωής» τα οποία θα αφήσουμε – κατά τον κ. Κ. Β. Αντωνόπουλο – να καθορίσουν το μέλλον της γλώσσας μας και τα οποία δεν είναι καθόλου «τυχαία»... Να μην πάμε τα παιδιά μας στο σχολείο να μάθουν γραμματική και αριθμητική, αφού μπορεί η «ζωή» (δηλ. η τηλεόραση, ο δρόμος, το πεζοδρόμιο, η πλατεία και αργότερα οι καφετέριες κτλ.) να τους τα διδάξει...

Λόγω έκτασης συνεχίζεται στο επόμενο σχόλιο.

Κατανοώ απόλυτα την αγωνία αλλά και την ικανοποίηση της κας Πανταζίδου. Όταν πας να διδάξεις σε έναν μαθητή ελληνικού σχολείου οποιαδήποτε γνώση νοιώθεις την ανάγκη να εκφράσεις τη γνώση αυτή στα ελληνικά.

Τι να εξηγήσεις και τι συνειρμούς να επιστρατεύσεις με τον όρο «μπάτζετ» (budget) έναντι του όρου «προϋπολογισμός»; Χάθηκαν ο «λογισμός», ο «υπολογισμός», ο «προ-υπολογισμός»! Χάθηκε το «προ», το «πριν», το «πρότερο» που θα το ακολουθήσει στη συνέχεια το «ύστερα», η πράξη και στο τέλος πάλι ο «λογισμός», αλλά τότε ο «ύστερος λογισμός», ο «απο-λογισμός».

Τι φέρνεις στον νου του μαθητή ή φοιτητή με τον όρο «ιντερφέις» (interface) έναντι του όρου «διεπαφή»; Πού είναι τα φυσικά ή νοητά συστήματα που έρχονται σε «επαφή», πού είναι το «ανάμεσα», το «διά» που ενώ αυτά είναι σε επαφή τα δια-χωρίζει;

Τι φέρνεις στον νου με τον όρο «ρόουμινγκ» (roaming) έναντι του όρου «περιαγωγή»; Πού είναι το «περί», το «γύρω», το «τριγύρω», το «άγω», το «μεταφέρω», το «περι-φέρομαι» και «περι-άγω» το κινητό τηλέφωνό μου;

Ποια εννοιακά χαρακτηριστικά κάνεις γνωστά στον νου του μαθητή/φοιτητή λέγοντάς του για το «φορμάτ» (format) ενός εγγράφου; πού είναι η «μορφή» και ο «τύπος» της μορφής που δηλώνεται με τον ελληνικό όρο «μορφότυπο»;

Μήπως όλες οι παραπάνω ελλείψεις στο εννοιολογικό πεδίο θα καλυφθούν με τον «αισθητικό» παράγοντα του κ. Κ. Β. Αντωνόπουλου; Τι ωραιότεροι που είναι – θα πει ο μαθητής – οι όροι: μπάτζετ, ιντερφέις, ρόουμινγκ, φορμάτ έναντι των όρων: προϋπολογισμός, διεπαφή, περιαγωγή, μορφότυπο!

Στο διαδικτυακό «παγκόσμιο χωριό» του κ Βαλαβάνη, η γλώσσα του κάθε «χωρικού» είναι κύριο στοιχείο της περιουσίας του και επιβάλλεται να την προστατεύσει. Όσο περισσότερο «περιεχόμενο» διαθέτει μια γλώσσα στο Ίντερνετ, τόσο εντονότερη είναι η διεθνής παρουσία της και τόσο καλύτερες είναι οι προοπτικές ανάπτυξής της.

Η γλώσσα κάθε λαού είναι ανεκτίμητο κτήμα του. Μαζί με την ελευθερία ήταν αυτά τα δύο που «γέμιζαν» τον νου του εθνικού ποιητή Διονύσιου Σολωμού... Η τελευταία παράγραφος του άρθρου του κ. Ξυδάκη απεικονίζει μια πραγματικότητα που πρέπει να μην αφήσουμε να γενικευτεί...

Σχολίασε ο/η Κώστας Βαλεοντής | 00:54:39, Οκτώβριος 1st, 2010

Αυτο το αρθρο θα μπορουσε να εχει γραφτει απο αγγλοφωνο - δεν ειναι απλα τα ελληνικα vs αγγλικα, ειναι η τεχνοκρατικη θεωρηση της ζωης vs την ρομαντικη. Απλα σ'εμας η τεχνοκρατια ειναι αναγκαστικα στα αγγλικα, γιατι δεν υφισταται σαν ολοκληρωμενη εννοια στη σημερινη ελληνικη κοινωνια. Αν πω 'προυπολογισμος' αντι για budget , αυτο που ερχεται στο μυαλο ειναι ο προυπολογισμος του κρατους, και κατ'ευθειαν χανεται η σοβαροτητα μου. Αν πω "εργο" αντι για project, αυτο που ερχεται στο μυαλο ειναι τα δημοσια εργα, μιζες, λουφες, κλπ. Εμεις οι ιδιοι εχουμε εξευτελισει την εννοια αυτων των λεξεων στα ελληνικα σε σημειο που να γινουν στοχος ανεκδοτου. Δεν τους αξιζει να ακουγονται.

Οσο για την τεχνοκρατικη θεωρηση της ζωης, ηθελα να ηξερα που θα ειμαστε ολοι εμεις αν δεν υπηρχε ... νεκροι απο διαρροια στα 3 ? απο τυφοειδη στα 10? απο εργατικο ατυχημα στα 20? υπερηλικες στα 40? Μια βολτα στην Ινδια η στην Αφρικη θα σας πεισει. Τεχνοκρατικη η ρομαντικη, απλα δεν πρεπει να ειναι η μοναδικη θεωρηση ησ ζωης. μετρο. Δεν ειναι και τοσο δυσκολο.

Σχολίασε ο/η Σ.Κ. | 22:15:06, Σεπτέμβριος 25th, 2010

Θα σταθώ ανάμεσα στις αοριστίες των μεν ("πέστα χρυσόστομε!") και τη συγκατάβαση των δε ("μα αγαπητέ μου, είσαι τόσο πασέ..."). Διδάσκω στο πολυτεχνείο και αισθάνομαι ευγνωμοσύνη για όλες τις θεματικές επιτροπές ορολογίας και ειδικά για την ελληνική εταιρεία ορολογίας (www.eleto.gr) που αφιερώνουν τον πολύτιμο χρόνο τους για να αποδίδουν ξενόγλωσσους όρους και μου επιτρέπουν να ζητάω από τους σπουδαστές να χρησιμοποιήσουν στο μάθημα ένα λογισμικό (αντί ένα σοφτγουέαρ - software) ή να αγνοήσουν ένα έκτοπο σημείο (αουτλάιερ - outlier). Όσοι όροι πιάσουν (και πολλοί πιάνουν), κέρδος είναι. Αν δεν πιάσουν, πάμε γι’ άλλα. Στην καθημερινή ζωή δεν με πειράζει το ασανσέρ. Αλλά όταν κάνω μάθημα, θα αποφύγω να βγει από το στόμα μου το σοφτγουέαρ. Αν και δεν χρειάζεται. Κι οι σπουδαστές λογισμικό το λένε.

Σχολίασε ο/η Μαρίνα Πανταζίδου | 19:17:54, Σεπτέμβριος 25th, 2010

"Προφανώς ο κ. Ισαάκ βαλαβάνης δεν αντελήφθη πλήρως το νόημα του άρθρου.

Ασφαλώς και δεν μπορούμε να αποδίδουμε στα ελληνικά (όπως και σε καμία άλλη γλώσσα) αρχικά ή έννοιες όπως MP3 κλπ.

Όμως μπορούμε να αποφεύγουμε τις καθημερινές περιττές ανοησίες όπως και τα greeklish στον γραπτό λόγο." λέγει ο κ.Γιώργος Κ.

Και ασφαλώς,υποθέτω,ό ίδιος δέν αναφέρεται ποτέ στό "ραντεβού" (rendez-vous) που έχει με τον γιατρό του,ούτε στο ασανσέρ (ascenseur) που χάλασε και πρέπει να ανεβή,ο ταλαίπωρος,πέντε ορόφους με τά πόδια....

Αν,μάλιστα,είναι και κάτοχος αυτοκινήτου,υποθέτω πως όταν το πάη στο συνεργείο γιά επισκευή,θά ενημερώση τον τεχνικό ότι το όχημα έχει πρόβλημα στόν εκνεφωτή τού εξαερωτή καυσίμου και στόν αναφλεκτήρα....

Αλήθεια,ποιά είναι η ελληνική απόδοση τής εννοίας που στά αγγλικά αποδίδεται με την λέξη "concept";

Σχολίασε ο/η Hastaroth | 16:23:12, Σεπτέμβριος 25th, 2010

Θα προσεγγίσω το θέμα διττά, πρώτα σύμφωνα με τους όρους της επιστήμης της βιολογίας. Η γλώσσα, ως οντότητα, υπόκειται, κατά την γνώμη μου, στον νόμο της εξέλιξης. Αν δεν προσαρμοστεί στο περιβάλλον, θα εξαφανιστεί. Σκεφτήκατε μήπως η χρήση όρων και λέξεων δανεισμένων από μια γλώσσα που είναι πιο ισχυρή και παγκόσμια, μια γλώσσα που έχει κατακτήσει περισσότερη γνώση, εμπειρία, άρα και πλούτο, δηλώνει ακριβώς την ενστικτώδη ανάγκη και λειτουργία της γλώσσας να προσαρμοστεί στο εκάστοτε νέο περιβάλλον, αυτό που διαμορφώνει πάντα η ισχυρή γλώσσα; Η γλώσσα μας, όπως και κάθε γλώσσα, προκειμένου να επιβιώσει, τείνει να μοιάσει στην ισχυρή γλώσσα (ή αν προτιμάτε την γλώσσα του ισχυρού), για την εποχή μας αυτή είναι η αγγλική, μέχρι που φτάνει στα όρια της αυτοκατάργησης, όταν τότε πυροδοτείται αυτομάτως μια άλλη ενστικτώδης λειτουργία των όντων, άρα και της γλώσσας, η λειτουργία της αυτοσυντήρησης (αυτήν υπηρετεί και το άρθρο σας). Η παραπάνω, ατέρμονη διαδικασία δημιουργεί μέσα στο χρόνο δυναμικά συνεχώς νέο αποτέλεσμα και εκτιμώ πως εξηγεί το λόγο γιατί οι σύγχρονοι Έλληνες δεν χρησιμοποιούμε τα αρχαία, αλλά τα σύγχρονα ελληνικά, το αποτέλεσμα της φυσικής εξέλιξης της 'αρχικής' μας γλώσσας. Άλλωστε, με τον ίδιο δυναμικό και εξελικτικό τρόπο έφτασε η Αγγλική να είναι η πλέον ισχυρή γλώσσα, αφού προηγουμένως ενσωμάτωσε εκατοντάδες ελληνικές και άλλες λέξεις, χωρίς βεβαίως ποτέ να αυτοκαταργηθεί. Προβλέπω μάλιστα, ότι η ελληνική ως γλώσσα, αν εξακολουθεί να υπάρχει στο μακρινό μέλλον, δεν θα είναι βεβαίως ίδια με τη σημερινή, και κανείς δεν μπορεί να κάνει κάτι γι'αυτό, διότι η φυσική εξέλιξη των όντων παρακολουθεί τα τυχαία γεγονότα της ζωής.

Η άλλη προσέγγιση του θέματος είναι η αισθητική: Ο λόγος, είναι τέχνη, αισθητικό συμβάν, όπως είπατε. Η Τέχνη δεν μπαίνει σε καλούπια, κατευθύνεται από την έμπνευση και την αναγκή άκφρασης. Στην καθαρή μορφή της δεν την ποδηγετεί κανείς. Έχει κυρίως να κάνει με το τι ταιριάζει και σε ποιόν. Μπορεί να ενοχλούνται κάποιοι στο άκουσμα ξένων, αγγλικών επί παραδείγματι λέξεων, εκεί που θα περίμεναν ελληνικούς, επειδή η αισθητική τους είναι αυστηρά προσαρμοσμένη, λόγω συνήθειας, στο στερεοτυπικό. Αυτό ακριβώς μπορεί να επιδιώκει όποιος τις χρησιμοποιεί, να κεντρίσει δηλ. το ενδιαφέρον και την προσοχή, να επαναστατήσει, να δημιουργήσει κάτι παράξενο, κάτι καινούργιο, έστω και εφήμερο, να διαφοροποιηθεί, για παράδειγμα, από την προηγούμενη γενιά που δεν γνωρίζει καλά αγγλικά, παρά μόνο ελληνικά. Άρα, η χρήση ξένων λέξεων αντί ελληνικών, μπορεί και να μην έχει σχέση με την ξενομανία, ήτοι με συμπλέγματα καθυστέρησης, μειονεξίας, οκνηρίας, μιμητισμού, αλλά με μια άλλη αισθητική, διαφοροποιημένη από την προηγούμενη, ή αν θέλετε την κυρίαρχη, την επίσημη. Αν επρόκειτο για ξενομανία, τότε θα έπρεπε, όσοι κατηγορούνται για κάτι τέτοιο να μιλούν αποκλειστικά και χωρίς λόγο την Αγγλική στη θέση της Ελληνικής. Άραγε μπορούμε να κατηγορήσουμε τους Άγγλους για ξενομανία, επειδή ενσωμάτωσαν στο παρελθόν τέτοιο μεγάλο πληθος ελληνικών λέξεων;

Εν κατακλείδι, το θέμα είναι τι προτιμά κανείς: Σε άλλους αρέσει η κλασσική μουσική και σε άλλους η ποπ. Σε μερικούς αρέσουν και τα δυο ή και περισσότερα είδη. Ανήκω σε αυτή τη κατηγορία. Πιστεύω όμως πως αν κάποιος θέλει να υπερασπιστεί την αισθητική του, ας το κάνει επιμένοντας στην επιλογή του, οχι απαξιώνοντας τις προτιμήσεις των άλλων.

Σχολίασε ο/η Κωνσταντίνος Β. Αντωνόπουλος | 08:37:18, Σεπτέμβριος 22nd, 2010

Προφανώς ο κ. Ισαάκ βαλαβάνης δεν αντελήφθη πλήρως το νόημα του άρθρου.

Ασφαλώς και δεν μπορούμε να αποδίδουμε στα ελληνικά (όπως και σε καμία άλλη γλώσσα) αρχικά ή έννοιες όπως MP3 κλπ.

Όμως μπορούμε να αποφεύγουμε τις καθημερινές περιττές ανοησίες όπως και τα greeklish στον γραπτό λόγο.

Πολύ, δε περισσότερο να πάψουμε να σκεπτόμαστε και να εκφραζόμαστε με αγγλικό τρόπο, στην καθημερινότητά μας.

Θα ήμουν ευτυχής αν το επίπεδο των αγγλικών μου, μου επέτρεπε να διαβάζω Σαίξπηρ από το πρωτότυπο, ή να μπορώ να παρακολουθήσω σαιξπηρικό θέατρο. Εκεί θα έπρεπε να σκέπτομαι αγγλοσαξονικά.

Δεν χρειαζεται όμως να σκέπτομαι έτσι στην ελληνική μου καθημερινότητα.

Με άλλα λόγια, όσο βλακώδες είναι το να εξελληνίζουμε κύρια αγγλικά ονόματα (π.χ. οδός Κοδριγκτώνος, οδός Γλάδστωνος, Πλ. Κάνιγγος), άλλο τόσο είναι ανόητο το να μιλάμε με αγγλικές λέξεις εκεί όπου δεν χρειάζεται. Δεν καταλαβάινω γιατί πρέπει π.χ. να χρησιμοποιώ το σόρυ αντί για συγγνώμη!

Σχολίασε ο/η Γιώργος Κ. | 09:29:03, Σεπτέμβριος 21st, 2010

"Ευχαριστώ, μάγκα μου" αντἰ "Thanks man"? Όχι ευχαριστὠ. Από την πολύ μαγκιά έχουμε γίνει ρεζίλι σε ολόκληρο τον κόσμο.

Σχολίασε ο/η Α.Σ. | 06:45:53, Σεπτέμβριος 21st, 2010

Αραμπας περνα, σκονη γινεται. Καθε 5/6 μηνες βγαινει ενα βεβιασμενο αρθρο

απο το ιδιο ντουλαπι γεματο σαξολατινικουρες και ασυναρτησιες να μας πει πως (να) μιλαμε:

ακαδημαϊκές αργκό, κρεολικά των εφήβων, ποπ κουλτούρα, ουμανιστική παιδεία, μοντέρνα επαγγέλματα,

λέξεις-φετίχ, μάστερ μονοετούς, ομοιόχρωμοι γκρίζοι, κλπ.

Το προβλημα κ. Ξυδακη δεν ειναι οι λεξεις, το προβλημα ειναι οτι  χασατε το νοημα. Ετσι γελοιοποιειτε το μπατζετ και τελικα ξεχνατε να βγαλετε εναν προυπολογισμο...

Σχολίασε ο/η ΦΙΛΙΠΠΟΣ Σ. | 02:14:40, Σεπτέμβριος 21st, 2010

Alithino se polla simeia alla ypervoliko kai melodramatiko se alla...

Σχολίασε ο/η Maria | 01:15:26, Σεπτέμβριος 21st, 2010

Καλησπέρα σας, και ευχαριστώ για την ευκαιρία. Συμφωνώ με όσα λέτε, αυτό που θα ήθελα να προσθέσω είναι ότι η αγγλική γλώσσα είναι μεν πιο φτωχή απο τη δική μας, αλλά είναι πιο βολική, όπως λένε οι Άγγλοι "cosy". Για παράδειγμα, το budget το λέμε "προϋπολογισμό", και μετρήστε τις συλλαβές.

Ευχαριστώ πολύ.

Σχολίασε ο/η Λήδα Παπαδοπούλου | 22:00:48, Σεπτέμβριος 20th, 2010

Για μία ακόμη φορά απολαμβάνω να διαβάζω άθρα σας. Σχεδόν κάθε πρότασή σας εμπεριέχει όμορφες, πλούσιες και τόσο εύστοχα επιλεγμένες λέξεις.

Για την επίλυση του όποιου προβλήματος, πρώτο βήμα ήταν ανέκαθεν η παραδοχή της ύπαρξής του.

Να είστε καλά.

Σχολίασε ο/η Δαφνη | 18:57:53, Σεπτέμβριος 20th, 2010

Η ξενομανία και ο μιμητισμός δεν περιορίζεται στη γλώσσα, αλλά επεκτείνεται και σε άλλου είδους επικοινωνίες, όπως στα ρούχα, τη μουσική, ή την αρχιτεκτονική.

Στην ιστορία αφθονούν τα παραδείγματα όπου οι κυρίαρχοι επιβάλλουν στους υποταγμένους όχι μόνο τη γλώσσα τους αλλά και την αισθητική τους.

Αυτό δεν είναι δύσκολο αφού η υιοθέτηση των προτιμήσεων του αφέντη κάνει τον δούλο να αισθάνεται λίγο 'αφέντης' κι αυτός!

Σχολίασε ο/η ΘΝΣ | 17:06:48, Σεπτέμβριος 20th, 2010

Το μίτινγκ είναι μια επίσης προσφιλής λέξη... "Σε παίρνω σε λίγο. Δεν μπορώ τώρα. Είμαι σε μίτινγκ"

Εξαιρετικό το άρθρο. Όπως πάντα.

Σχολίασε ο/η Γιάννης Γουλιέλμος | 16:02:16, Σεπτέμβριος 20th, 2010

Συγχαρητήρια για την επίκαιρη, καίρια, νοηματικά και γλωσσικά άρτια ανάλυσή σας.

Δηλώνω και εγώ θύμα - ή μήπως και θύτης;- του φαινομένου ειδικά επειδή είμαι δίγλωσσος (μεγάλωσα στην Αγγλία).

Όσο περνούν τα χρόνια (είμαι πλέον 35) διαπιστώνω ακριβώς το τελευταίο που αναφέρετε: ότι εάν το λεξιλόγιο είναι φτωχό, φτωχές θα είναι και οι ιδέες που συλλαμβάνεις, και γίνονται ακόμα φτωχότερες όταν τις επικοινωνείς.

Και επειδή τα 'κρεόλικα' (greeklish, spanglish, germish κ.λπ.) αποτελούν τον ελάχιστο κοινό παρονομαστή συνδιαλεγόμενων από όλο τον κόσμο, η πενία ιδεών και απόψεων αποτελεί φαινόμενο όχι μόνο ελληνικό, αλλά παγκόσμιο.

Ευχαριστώ λοιπόν για την υπενθύμιση - η συνειδητοποίηση του προβλήματος είναι - ελπίζω - και το πρώτο βήμα για την επίλυσή του.

Σχολίασε ο/η Φίλιππος | 15:16:44, Σεπτέμβριος 20th, 2010

fair enough!

Σχολίασε ο/η Μίλων Φιρίκης | 15:15:21, Σεπτέμβριος 20th, 2010

Διαφωνώ με το ύφος και το κεντρικό νόημα του άρθρου σας. Η γλώσσα αγαπητέ κύριε είναι ένας ζωντανός οργανισμός ο οποίος εξελίσσεται ταυτόχρονα με τους χρήστες της. Στην σημερινή εποχή που κυριαρχεί η τεχνολογία, πολλά αντικείμενα που χρησιμοποιούμε στην καθημερίνοτητά μας, έχουν Αγγλικό - κυρίως - όνομα γιατί πολύ απλά...εφευρίσκονται από Αμερικανούς.

Πώς δηλαδή θα πείτε στα Ελληνικά το mp3 player ή το iphone; H το ..GPS; Γεωγραφικό Προσδιοριστή Τοποθεσίας; Το ESP στα αυτοκίνητα; Και ξέρετε...όλα αυτά τα εργαλεία πιθανώς να εφευρέθηκαν σε κάποια από τα "πολυτεκνικ" τα οπόια χλευάζετε. Προφανώς το ΕΜΠ έχει να επιδείξει σπουδαιότερες εφευρέσεις, δεν γνωρίζω αν ο.. homus κουκουλοφόριους έχει κατωχηρωθεί σαν Ελληνική πατέντα.

Η μήπως η παλαιότερη γενιά δεν χρησιμοποιούσε ξένες λέξεις; Ασανσέρ, σινεμά, ραντεβού κτλ κτλ είναι λέξεις που η περίφημη "γενιά του Πολυτεχνείου" καθιέρωσε στην καθομιλουμένη. Μετά βέβαια χρεωκόπησε την χώρα, αλλά αυτό είναι άλλο κεφάλαιο.

Δεν υπάρχει ξενομανία. Υπάρχει - δυστυχώς - προφανής αλλαγή από την εποχή της Αρχαιότητας. Τότε, οι επιστήμονες μιλούσαν Ελληνικά, εξ'ού και όλες οι ελληνικές λέξεις στις θετικές επιστήμες.

Υπάρχει ένας κόσμος εκεί έξω αγαπητέ, που μεγάλωσε, σπούδασε και εργάζεται εντός του παγκόσμιου χωριού που δημιούργησε το internet, συγγνώμη το.."Διαδύκτιο"..και δεν έχει διάθεση να "προστατεύσει" τις λέξεις. Όχι από κακία. Αλλά γιατί κάτι τέτοιο είναι ανώφελο, ασήμαντο, και στο κάτω κάτω της γραφής την διαφορετικότητά μας την διεκδικούμε όταν εμείς, από την χρεωκοπημένη χώρα καταφέρνουμε να ξεπεράσουμε τους συναδέλφους στην πολυεθνική. Όταν είμαστε εντός των deadlines, νωρίτερα από τους υπολοίπους με τα fancy, hi-tech ΕRP, SAP, συστήματά τους.

Μπερδευτήκατε; Αν ναι, μου θυμίζετε εκείνο τον άμοιρο 50αρη στην διαφήμιση της ΟΤΕΝΕΤ που λεέι..."στην μαμά σου το είπες";

Φιλικά,

Σχολίασε ο/η Ισαάκ Βαλαβάνης | 15:05:44, Σεπτέμβριος 20th, 2010

Παίζουν ρόλο οι σπουδές; Τα μάστερ μονοετούς σε βρετανικά πανεπιστήμια και πρώην πολυτέκνικ;

O prothypourgos sou o torinos kai o proigoumenos (se megala sxoleia peige, kai sti nomiki Athinon!) kai oi politikoi sou pou daneizontan averta gia na mi tous katapsyfisei o katoikos tis xoras to milane to aggliko sa na einai 'meros tis yparksis tous'. Merikoi einai kai kathigites!!!

Stin agglia H glossa einai poly dynato ergaleio. Gia na grapseis kati prepei na to skefteis polles fores kai na vreis tis kataliles lekseis giati ean grafeis/les vlakeies diapistoneis oti oi alloi proxorane kai oxi esy.

Stin Ellada profanos symvainei kati allo. O vlakas einai pantodynamos giati o katoikos tis xoras thelei na kyvernatai apo omoious tou. Stravos gyalos???!!! H to tragoudi pou leei oti 'pontare sto kalytero alogo alla kati egine???!!! kai auto vgike teleftaio!!!

Σχολίασε ο/η Kyriakos | 13:09:56, Σεπτέμβριος 20th, 2010

Συμφωνώ και επειδή έχω παιδιά που πηγαίνουν Δημοτικό & Γυμνάσιο βλέπω ότι και στο σχολείο υπάρχει μια απαξίωση από τους ίδιους τους δασκάλους για την Ελληνική γλώσσα (όχι όλους ευτυχώς).

Η δασκάλα του γυιού στην Δευτέρα Δημοτικού σε ερώτηση των γονιών "πώς μπορούμε να τα βοηθήσουμε στην ορθογραφία;" μας απάντησε ότι δεν χρειάζεται να μάθουν γιατί όταν θα μεγαλώσουν δεν θα γράφουν στα ελληνικά και όλα θα τα διορθώνει ο υπολογιστής.

Είχαμε μείνει όλοι άφωνοι....

Αντίθετα διάβασα ότι σε αρκετά δημόσια αγγλικά σχολεία αποφάσισαν να διδάσκουν την ελληνική γλώσσα για να μπορούν τα εγγλεζάκια να κατανοούν καλύτερα την αγγλική (η οποία χρησιμοποιεί πολλές ελληνικές λέξεις).

Ας κάνουμε μια προσπάθεια για την σωστή εκμάθηση και την αγάπη για τη γλώσσα μας, ξεκινώντας πρώτα-πρώτα από τα σχολεία !!!!!!!!!

Σχολίασε ο/η Β. Γ.Γ. | 11:29:17, Σεπτέμβριος 20th, 2010

Αλήθεια, γιατί κάποτε τα Ελληνικά έγιναν η επισημη γλώσσα της Αιγύπτου, τα Λατινικά της Γαλατίας, και τα Αγγλικά της Ινδίας?

Σχολίασε ο/η ΘΝΣ | 01:11:06, Σεπτέμβριος 20th, 2010

sfrang 2

21 Οκτωβρίου 2010

Απαγόρευση καπνίσματος και Συνταγματικές ελευθερίες

Θα διευκρινίσω πρώτα ότι είμαι κατά του καπνίσματος σε δημόσιους χώρους, διότι με ενοχλεί να μην μπορώ να αναπνεύσω καθαρό αέρα επειδή κάποιος άλλος αποφάσισε να μου το επιβάλει. Προσωπικά λοιπόν είμαι υπέρ της απαγόρευσης του καπνίσματος σε δημόσιους χώρους. Αλλά στο πλαίσιο του κράτους δικαίου και της δημοκρατικής αρχής, οι προσωπικές απόψεις δεν φτάνουν μέχρι του σημείου να επιβάλλουν μια απαγόρευση στον άλλο: πρέπει να υπάρχει και η έδραση της απαγόρευσης στο Σύνταγμα.

Η νομοθετική επιβολή της απαγόρευσης του καπνίσματος σε δημόσιους χώρους αποτελεί παρέμβαση του Κράτους (α) στη ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας των καπνιστών, προκειμένου να προστατευθούν τα δικαιώματα των μη καπνιστών και (β) στην επιχειρηματική ελευθερία των καταστημάτων που έχουν επιλέξει να λειτουργούν ως χώροι καπνιστών.

Το Σύνταγμα επιτρέπει μια τέτοια παρέμβαση του νομοθέτη, η οποία γίνεται για λόγους προστασίας δικαιωμάτων τρίτων, εφόσον όμως το μέτρο αυτό είναι σύμφωνο με την αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 25 παρ. 1 Σ.). Η αρχή της αναλογικότητας σημαίνει πρακτικά ότι δεν υπάρχει κάποιο ηπιότερο μέτρο για να διασφαλιστούν τα αντικρουόμενα δικαιώματα, εν προκειμένω των μη καπνιστών. Δηλαδή θα πρέπει τελικά να μην υπάρχει ηπιότερο μέτρο από την απαγόρευση του καπνίσματος σε δημόσιους χώρους.

Ο έλεγχος της συνταγματικότητας του μέτρου θα πρέπει λοιπόν να εστιάσει σε δύο κριτήρια: (α) αποτελεί όντως ένα μέτρο προστασίας της δημόσιας υγείας; και

(β) είναι το συγκεκριμένο μέτρο το ηπιότερο μέτρο για την προστασίας της δημόσιας υγείας;

Η απάντηση στο (α) θα πρέπει να δοθεί από την επιστήμη. Υπάρχουν ορισμένες αμφισβητήσεις για το κατά πόσον το "παθητικό" κάπνισμα έχει αποδειχθεί επιστημονικώς ότι είναι επιζήμιο για τον μη καπνιστή. Εάν τελικά αποδειχθεί ότι δεν υπάρχουν σχετικές μελέτες, τότε το μέτρο δεν είναι πρόσφορο για την προστασία της δημόσιας υγείας.

Η απάντηση στο (β) προϋποθέτει θετική απάντηση στο (α). Εάν όντως η απαγόρευση προστατεύει την δημόσια υγεία, θα πρέπει να εξεταστεί μήπως υπάρχουν κι άλλα μέτρα, ηπιότερα.

Οι ιδιοκτήτες καταστημάτων αποφάσισαν να μην απαγορεύσουν οι ίδιοι το κάπνισμα των πελατών στις επιχειρήσεις τους, αναλαμβάνοντας με την ανακοίνωσή τους, το όποιο κόστος. Εφόσον η Πολιτεία αποφάσισε να λάβει το συγκεκριμένο μέτρο, δηλαδή τη νομοθετική πρόβλεψη προστίμων και της αφαίρεσης αδειών από καταστήματα, θα πρέπει να είναι σε θέση να το εφαρμόσει.

Δεν θεωρώ λοιπόν ότι οι καταστηματάρχες "αυτοδικούν" ή ότι "πήραν το νόμο στα χέρια τους" όπως γράφεται σε διάφορα σημεία, από τη στιγμή που ο νόμος έχει ορισμένα ανοιχτά συνταγματικά ζητήματα και κάθε πολίτης έχει το δικαίωμα να αντιστέκεται στην κρατική παρέμβαση που θεωρεί ότι προσβάλλει τα συνταγματικά του δικαιώματα. Η ανοησία που άκουσα πριν ότι "το Σύνταγμα προβλέπει αντίσταση σε κάποιον νόμο, αλλά μόνο όταν κινδυνεύει η δημοκρατία, όχι το τσιγάρο" υποπίπτει στο κλασικό σφάλμα της διαλεκτικής που οι νομικοί ονομάζουμε "λήψη του ζητουμένου". Η δημοκρατία δεν απειλείται μόνο από "τανκς", απειλείται κάθε φορά που θεσπίζεται ένας αντισυνταγματικός νόμος. Τον οποίο, αφού οι δικαστές οφείλουν να μην εφαρμόζουν, οι πολίτες έχουν δικαίωμα να αμφισβητούν.

E-Lawyer

20 Οκτωβρίου 2010

Η Ιστορία της Αναρχίας στην Ελλάδα & οι ελευθεροτέκτονες (μασόνοι)V

Σε συνέχεια (κλικ)

Εδώ το πρώτο μέρος (κλικ)

Εξαιτίας της δίωξης των υπεύθυνων της εφημερίδας, στις 16 Σεπτεμβρίου 1861, δημοσιεύτηκε στο «Φως» το ακόλουθο κύριο άρθρο με το οποίο καταβάλλεται προσπάθεια να «διασκεδαστούν» οι συλλήψεις και η κατάσχεση του προηγούμενου φύλλου, ενώ τονίζεται ότι η αναρχία είναι ουτοπική και ανεφάρμοστη:

Η παρεξήγησις

Μακράν του να συνηγορήσωμεν υπέρ του κατασχεθέντος άρθρου του παρελθόντος Σαββάτου, η Αναρχία, οφείλομεν όμως χάριν της αληθείας και της αδίκως παρεξηγηθείσης εννοίας αυτού, να παρατηρήσωμεν ολίγα, άτινα πιστεύομεν ότι θέλουν πείσει τινά τετυφλωμένα νευρόσπαστα.

Το άρθρον τούτο γραφέν εις εποχήν ανώμαλον και ύποπτον, έπρεπε πάντοτε να ηχήσει δυσαρέστως εις τας ακοάς όλων, έπρεπε να τύχη υποδοχής τοιαύτης. Γραφόμενον όμως εις εποχήν ολίγον μεμακρυσμένην της παρούσης, ήθελε τύχει ίσως δημοσιογραφικής τινος πάλης.

Καταταττόμενοι και ημείς εις την αντίδοξον αυτού μερίδα, διότι λέγων ο αρθρογράφος ότι η Αναρχία θέλει φέρει εις τους λαούς την ισότητα, την αδελφότητα κλπ. σφάλει μεγάλως, καθ’ όσον τότε ζητεί ή ένα λαόν φθάσαντα εις το κατακόρυφον σημείον της ηθικής τελειότητός του, ήτοι εις το Ζενίθ της ιδανικότητος, και τοιούτον εν τη υφηλίω δεν ευρίσκομεν ή τουναντίον ένα κόσμον όλως κτηνώδη και άγριον φθάσαντα εις το Ναδίρ της ατελείας και πραγματικότητος μη φροντίζοντα διόλου περί της διανοητικής του αναπτύξεως τρεφόμενον και ζώντα ως οι Ορεσίτροφοι εκείνοι άγριοι Ινδοί, έχοντες το κυνηγετικόν όπλον επί του ώμου των ή την ποιμενικήν ράβδον υπό μάλης.

Λέγομεν κόσμον κτηνώδη και άγριον, διότι απεδείχθη ότι εκ των ελευθέρων πολιτευμάτων, τα έθνη ευημερούσιν. Εκ του Πολιτικού αυτού συναλλάγματος οι άνθρωποι έφθασαν εις την ιδέαν της συναισθήσεως του καθήκοντος, του σεβασμού προς τους ανωτέρους, και τέλος της κοινής ευδαιμονίας.

Δια της εφαρμογής ελευθέρων πολιτευμάτων, ο άνθρωπος ως φύσει κενόδοξος και φίλαρχος, κεντάται η άμιλλα και φιλοτιμία όλων, και κατά συνέπειαν η διανοητική μόρφωσις τείνει εις την πρόοδόν της.

Πραγματευόμενος τις εν τω παρόντι φύλλω περί πολιτευμάτων και των αποτελεσμάτων της Αναρχίας ματαίως κοπιάζει, διότι και το στενόν του φύλλου, και αι περιστάσεις δεν το επιτρέπουν, ηθελήσαμεν μόνον να δώσωμεν μικράν τινα ιδέαν εις τους τετυφλωμένους τούτους, οίτινες ηθέλησαν να ωφεληθούν της περιστάσεως, δεικνύοντες διαπιστευτήρια αφοσιώσεως.

Θέλοντες όμως να εξαλείψωμεν από το κοινόν και από αυτούς, την ριφθείσαν σατανικήν ιδέαν, λέγομεν ότι ουδέποτε ο Ελληνικός λαός ηθέλησε ή εφαντάσθη να βάψη τας χείρας του εις αίμα αθώον, εις το αίμα των πατέρων του. Ο ελληνικός λαός αν και ήναι ολίγον φλεγματικός, είναι κατά της εξουσίας και ουχί κατά του Θρόνου, τον οποίον πάντοτε εις όλας τας περιστάσεις του συνέδραμεν, ο ελληνικός λαός δύναται να προσφέρη προμαχώνα πτωμάτων του προς σωτηρίαν των βασιλέων του, και αν τινες κόλακες και τυχοδιώκται θέλουν να διασύρουν και δυσφημήσουν το αείμνηστον του Έλληνος όνομα, εις τούτους αντιτάττομεν την περιφρόνησιν.

Ο Ελληνικός λαός εξετιμήθη πάντοτε εις τας σπουδαίας περιστάσεις, προσενεγκών θυσίας μέχρις εσχάτης πνοής. Ότε η σκανδαλώδης περί συνομωσίας ιδέα, διεδόθη εις την Επιμενίδειον ύπνον καθεύδουσαν πόλιν μας, εις όλων τα πρόσωπα εφαίνετο ζωγραφισμένη η αποστροφή και η αγανάκτησις, τότε άπας ο τύπος διατελών υπό το κράτος τρομεράς εν γένει κατά του συστήματος αποστροφής, εις την ιδέαν όμως της συνομωσίας, συνώμωσε και ούτος πράγματι και εν μία φωνή προσέφερε εις τον Θρόνον ουχί θεραπείαν, αλλά καθήκον και ήδη λοιπόν ότε ο αγών πρόκειται περί των όλων, ότε δεν πρόκειται περί του ενός ή του άλλου υπουργού και ήδη ξύμπαν το Έθνος θρηνεί και χαίρει, δια τε το αποτρόπαιον τούτο συμβάν και την διάσωσιν της ζωής της Σεβαστής ημών Ανάσσης εκ του κινδύνου.

Γράφοντες ταύτα μη νομίσητε ότι θέλομεν να κολακεύσωμεν την περίστασιν, ή θέλομεν να σας ρίψωμεν στάκτην εις τα μάτια, απ’ εναντίας γράφομεν εκ πεποιθήσει, θέτοντες την χείραν μας επί της καρδίας, ως και άλλοτε.

Αναφέραμε προηγουμένως τον Δημήτριο Παπαρρηγόπουλο ως τον συγγραφέα του πρώτου αναρχικού δημοσιεύματος στον «ελλαδικό» χώρο. Ο Δημήτριος Παπαρρηγόπουλος ήταν γιος του ιστορικού Κωνσταντίνου Παπαρρηγόπουλου (Κωνσταντινούπολη 1815-Αθήνα 1891). Γεννήθηκε το Σεπτέμβριο του 1843 στην Αθήνα. Ο Ιωάννης Ζερβός, αλλά και άλλοι βιογράφοι και ερευνητές, αναφέρουν ότι η οικογένειά του ήταν διακεκριμένη οικογένεια που καταγόταν από τη Βυτίνα Αρκαδίας Πελοποννήσου. Σπούδασε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθήνας, από την οποία αναγορεύτηκε διδάκτορας το 1866 σε ηλικία μόλις 23 χρόνων. Άσκησε από τότε το επάγγελμα του δικηγόρου μέχρι το τέλος της ζωής του με ζήλο, όπως υπηρέτησε παράλληλα και την ποίηση με το ίδιο πάθος. Στη λογοτεχνία και ιδιαίτερα την ποίηση και το θέατρο επιδόθηκε από τα μαθητικά και φοιτητικά του χρόνια. Παράλληλα, ασχολήθηκε και με τη φιλοσοφική έρευνα. Φέρεται ως εσωστρεφής, απαισιόδοξος, αγέλαστος, άνθρωπος που απέφευγε τις πολλές συναναστροφές, κλεισμένος ως επί το πλείστον στον εαυτό του. Τις ελεύθερες ώρες του τις διέθετε στη μελέτη, αποκτώντας έτσι μεγάλη κλασική μόρφωση, πλήρη γνώση της ευρωπαϊκής λογοτεχνίας του καιρού του και φανερή κλίση προς τις κοινωνικές, ηθικές και φιλοσοφικές επιστήμες. Λέει ο ίδιος:

«Εγεννήθην εν Αθήναις την 8ην Σεπτεμβρίου 1843, εβραβεύθην δια την περί καθηκόντων πραγματείαν μου την 14 Σεπτεμβρίου 1861, δια τους Στόνους, λυρική συλλογήν, την 8ην Μαΐου 1866. Το πρώτον βιβλίον, το οποίον εδημοσίευσα δε είναι: Αι σκέψεις ενός ληστού. Δεν ειξεύρω αν το ανέγνωσες, το εδημοσίευσα δε εν έτει 1859. Είμαι δικηγόρος, ως γνωρίζεις, και κρατώ υπό μάλης δικογραφίας καθ’ άπασαν την ημέραν, υποκλέπτων ώρας του ύπνου καθ’ άς εργάζομαι εις φιλολογικά έργα. Αν δεν εφοβούμην μη σε πλήξω, ήθελον διηγηθή πόσας πικρίας υφίστανται οι άνθρωποι τω Γραμμάτων εν Ελλάδι». (Στον πρόλογο της έκδοσης Τα Άπαντα του Παπαρρηγόπουλου, 1897, εκδ. Γ.Δ.Φέξη).

Ο Χαράλαμπος Άννινος (για τον οποίο να σημειώσουμε ότι, κατά πάσα πιθανότητα, η εργασία του με τίτλο «Δύο Έλληνες ποιηταί» αποτέλεσε τη βάση στην οποία στηρίχθηκαν όλες σχεδόν οι μετέπειτα μελέτες για τη ζωή και το έργο του Δ. Παπαρρηγόπουλου) παρέχει στοιχεία για την όλη παιδεία του Παπαρρηγόπουλου: «Φύσει φιλομαθής, εγκύψας εις την μελέτην των αρχαίων συγγραφέων, ως εμφαίνεται εκ των έργων του και ιδίως των πεζών, καθώς και εις την ανάγνωσιν των περιφημοτέρων έργων των νέων φιλολογιών, απεθησαύρισε πλούτον γνώσεων και εφοδίων συντελεστικών εις την γεννιαοτέραν ανάπτυξιν του φυσικού του πνεύματος. Κατά προτίμησιν ησχολείτο εις την μελέτην συγγραμμάτων ηθικών και φιλοσοφικών».

Και παρακάτω: «…εκ της νεότητός του εμελέτα τον Πλάτωνα. Εκ των έργων του φαίνεται σαφώς ότι εμελέτησε πολλούς των αρχαίων συγγραφέων και ποιητών, ιδίως τους Έλληνας τραγικούς. Εκ των Λατίνων είχε πιθανώς μελετήσει τον Λουκρήτιον, τον Σενέκα, τον Τάκιτον και είτινα άλλον. Αλλά και τα νεώτερα φιλοσοφικά συστήματα ήσαν οικεία εις αυτόν. Εις τους φίλους του ήτη γνωστόν, ότι εις τα τέλη του βίου του, καταγίνετο εις την μελέτην του Σπινόζα, βεβαίως δε και Σοπεχάουερ θα ήτο μεταξύ των προτιμωμένων του. Ο Βύρων, ο Σαίξπηρ, ο Γκαίτε, ο Χάινε, ο Young, ο Μυσσέ και ιδίως αι Confessions d’ un enfant de siecle, πιθανώς ο Baudelaire, εξ άπαντος ο Leopardi, κατελέγοντο μεταξύ των προσφιλών του συγγραφέων». Ο Χ. Άννινος γράφει ότι οι μελέτες στις οποίες ενέσκυψε ο Παπαρρηγόπουλος ήταν αυτές που τον έκαναν απαισιόδοξο: «Αλλ’ η απαισιοδοξία του έχει τούτο το ιδιάζον, ότι δεν είναι επίπλαστος, όπως η των άλλων συγχρόνων και μιμητών του, είναι ιδική του γνησία, απόρροια των ιδεών και των αισθημάτων του. Αι θρησκευτικαί του πεποιθήσεις ισχυρώς κλονισμέναι, δεν δύναται να τον συγκρατήσουν».

Ο Δ. Παπαρρηγόπουλος πίστεψε αρχικά στη λεγόμενη αθανασία της ψυχής και, μάλιστα, έγραψε και μια σχετική πραγματεία που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Παρθενών», αλλά μετά από λίγο χρόνο η αμφιβολία κλόνισε την πίστη του αυτή και οδηγήθηκε σε δοξασίες υπέρ του μηδενός που το θεωρούσε ως μελλοντικό όνειρο της ζωής και όπλο των ποιητών και άλλων διανοούμενων προς τη δυστυχούσα κοινωνία. Ίσως, βέβαια, στην υιοθέτηση των απόψεων αυτών από την πλευρά του να συνετέλεσαν, ξέχωρα από τις μελέτες του, οι κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες που επικρατούσαν την εποχή αυτή, μια εποχή που χαρακτηρίζεται από την εδαφική αύξηση της ελλαδικής επικράτειας με την ενσωμάτωση των Επτανήσων, τη συνεχιζόμενη αθλιότητα του μεγαλύτερου μέρους του πληθυσμού, την εκτεταμένη εξαχρείωση διοικούντων και μη, τη διαφθορά του πολιτικού βίου, ακόμα και την κοινωνική ληστεία για την οποία, άλλωστε, έγραψε και το κείμενό του «Σκέψεις ενός ληστού ή η καταδίκη της κοινωνίας». Το μόνο γεγονός αισιοδοξίας, η μόνη φωτεινή έξαρση που φαίνεται ότι συνέβη κατ’ αυτόν είναι η Κρητική επανάσταση.

Να σημειώσουμε ότι το «Σκέψεις ενός ληστού ή η καταδίκη της κοινωνίας» το έγραψε και το κυκλοφόρησε όταν ήταν ακόμα μαθητής Γυμνασίου. Ο Λεωνίδας Χρηστάκης και ο Νίκος Δανδής αναφέρουν ότι εκδόθηκε το 1861. Ο Λ. Χρηστάκης λέει: «Το κείμενο περιγράφει με πολλή παρρησία τις απόψεις και την κοινωνική δραστηριότητα των ληστών και καταδικάζει την κοινωνία των ανισοτήτων. Είναι περίεργο, διότι ο Δημήτρης προερχόταν από εύπορη και παραδοσιακή οικογένεια και διότι ο πατέρας του εκτός από ιστορικός, εργαζόταν σε φιλο-Οθωνική εφημερίδα – το ΕΘΝΟΣ – ο δε παππούς του ήτο τραπεζίτης στην Κωνσταντινούπολη και ένας εκ των Φιλικών».

Ο δε Νίκος Δανδής γράφει: «…Ο Δημ. Παπαρρηγόπουλος, το «άτακτο παιδί» της εποχής του ήταν ένας ευαίσθητος ποιητής που δεν μπορούσε ν’ ανεχτεί τις αυθαιρεσίες της Αυλής και της οικονομικής φεουδαρχίας που σαν ακρίδες του Φαραώ μάστιζαν το λαό που είδε πολύ γρήγορα τις ελπίδες του για μια συνταγματική διακυβέρνηση να διαψεύδονται». Αλλά ο Παπαρρηγόπουλος, αν και φαίνεται ότι επηρεάστηκε από όλο αυτό το φάσμα γεγονότων και καταστάσεων, εντούτοις δεν φαίνεται ότι έγραψε πατριωτικά ή παρόμοιας υφής ποιήματα και όσα έγραψε τέτοια είναι πολύ ελάχιστα. Αυτό επιβεβαιώνει και ένας άλλος μελετητής του έργου του και επίδοξος ανθολόγος του (με την έννοια ότι ο αριθμός των ποιημάτων που ανθολογεί είναι κατά πολύ μικρότερος από τον αριθμό των ποιημάτων που ανθολογήθηκαν μετέπειτα από άλλους μελετητές του έργου του Παπαρρηγόπουλου) ο Ιωάννης Ζερβός, ο οποίος γράφει: «Η απομάκρυνσίς του από τα πατριωτικά θέματα και την ελαφράν ερωτολογίαν, η εντονωτέρα κάθε άλλης προσπάθειά του προς φιλοσοφικόν λυρισμόν, νεώτερον, σύγχρονον, ανθρώπινον και όχι πατροπαραδότως θεολογικόν, όπως π.χ. ήτο συχνά ο λυρισμός των Σούτσων, η κατά το δυνατόν αποφυγή πολιτικών πεζολογημάτων, ο αντικειμενισμός – ιδού τα κύρια γνωρίσματα και τα χαρίσματα του Παπαρρηγόπουλου, τα οποία τον κάμνουν αρχηγόν και κορυφαίον του δευτέρου φιλολογικού ρεύματος που επεκράτησε ολίγον μεν χρόνον, αλλ’ αρκετά έντονα, ώστε να παρασύρη μακράν του ποιητικού μας εδάφους πολλά περιττά υπολείμματα της φαναριώτικης στιχουργίας. Και μαζί με τα γενικά αυτά χαρίσματα θα ηδύνατο η προσεκτική των στίχων του Παπαρρηγοπούλου ανάγνωσις να του αναγνωρίση κάποια άλλα μερικώτερα προσόντα, που τον κάμνουν πλέον συγχρονισμένον μας παρ’ ό,τι όλ’ οι άλλοι της εποχής του…»

Το 1866 στη διδακτορική του διατριβή πραγματεύεται ένα αρκετά δύσκολο ζήτημα, το περί ποινών του Πλάτωνα, ενώ μετά από δύο χρόνια (1868) συμμετέχει σε διαγωνισμό του οποίου ο αθλοθέτης ήταν ο υποναύαρχος Νικόδημος, όπου βραβεύτηκε η πραγματεία του με τίτλο «Τα καθήκοντα του ανθρώπου χριστιανού και ως πολίτου». Την ίδια εποχή και καθώς ήταν εργατικότατος, έγραψε μια αρκετά αξιόλογη συνοπτική ιστορία της Ελληνικής Επανάστασης, η οποία, όχι μόνο ξεσηκώνει σάλο για τις ριζοσπαστικές απόψεις που υιοθετεί σε αυτήν, αλλά, όπως γράφει – και πάλι – ο Χ. Άννινος είναι «χρησιμωτάτη εις την διδασκαλίαν το μαθήματος εις τα κατώτερα σχολεία». Γράφει, ακόμα, μερικές άλλες πραγματείες για ιστορικά και φιλολογικά ζητήματα οι οποίες δημοσιεύονται στα διάφορα περιοδικά της εποχής και οι οποίες φέρουν πάντα «την σφραγίδα του εξεταστικού πνεύματος και της πολυμαθείας του». Μεταξύ αυτών των πραγματειών είναι και αυτή για τα Απόκρυφα Ευαγγέλια που παρουσιάστηκε από τον ίδιο σε επίσημη εκδήλωση κατά τη χειμερινή περίοδο του 1872 στην αίθουσα του Φιλολογικού Συλλόγου «Παρνασσός».

Συνεχίζοντας, ο Χ. Άννινος γράφει ότι, πράγματι ο Δ. Παπαρρηγόπουλος - όπως και ο σύγχρονος, ομότεχνος και φίλος του Σπυρίδων Βασιλειάδης, με τον οποίο είναι τόσο κοντινοί φίλοι που τους αποκαλούσαν «Διόσκουρους» - είναι λυρικοί ποιητές, στο οποίο, όπως είδαμε σε προηγούμενο απόσπασμα, συνηγορεί και ο Ιωάννης Ζερβός. Ο Χ. Άννινος σπεύδει ευθύς αμέσως να εκτιμήσει ότι «ολίγα εκ των λυρικών του ποιημάτων δύνανται να θεωρηθούν ως άρτια, διότι εις όλα παρατηρούνται αι αυταί παρεκβάσεις, αι αυταί μεμψιμοιρίαι και ιδίως ο στερεότυπος εκείνος και αφόρητος οδυρμός» για να παραδεχτεί αμέσως ότι «υπάρχουν εν τούτοις εις όλα περίπου τα ποιητικά του προϊόντα σποραδικώς όχι μόνο στίχοι ωραίοι, αλλά και στροφαί, και μέρη ολόκληρα, εις τα οποία η ρωμαλέα σκέψις μεταρσιούται τολμηρώς και αι έννοιαι είναι αδραί και αι εικόνες πρωτότυποι και η έξαρσις εξευγενίζει τον ρυθμόν και την φράσιν».

Το 1869 γίνεται μέλος του Φιλολογικού Συλλόγου «Παρνασσός», ο οποίος ιδρύθηκε το 1865 και το 1872 αριθμούσε ήδη περισσότερα από 300 μέλη, συγκεντρώνοντας όλη σχεδόν την αφρόκρεμα του τότε λογοτεχνικού κόσμου. Ο Παπαρρηγόπουλος είναι από τα πλέον δραστήρια μέλη του «Παρνασσού», στη βιβλιοθήκη του οποίου είχε δωρίσει πληθώρα βιβλίων. Οι λογοτέχνες, ως η πλειοψηφία των μελών καθόρισαν σχεδόν ολοκληρωτικά το στίγμα του Συλλόγου τον πρώτο αιώνα της ζωής του. Ανάμεσά τους, εκτός από τον Δ.Παπαρρηγόπουλο, οι Σπυρίδων Βασιλειάδης, Αλέξανδρος Ρίζος-Ραγκαβής και Αχιλλεύς Παράσχος.

Ο Δ. Παπαρρηγόπουλος άρχισε να γράφει στίχους, όπως είδαμε, το 1864 και τα πρώτα του ποιήματα δημοσιεύτηκαν από φίλο του στο μηνιαίο λογοτεχνικό παράρτημα της εφημερίδας «Αθήναι». Ωστόσο, τα πιο αξιόλογα ποιήματά του άρχισαν να δημοσιεύονται κατά το 1866, χρόνο κατά τον οποίο σημειώνεται η «επίσημη» εμφάνισή του στα γράμματα όταν υποβάλλει στον πανεπιστημιακό Βουτσιναίο διαγωνισμό (από το όνομα του αθλοθέτη του Ιωάννη Βουτσινά, ο οποίος ήταν φιλόμουσος ομογενής από την Οδησσό) τη μικρή ποιητική συλλογή «Στόνοι» η οποία και βραβεύεται. Το 1867, υποβάλλει μια άλλη μικρή συλλογή με τίτλο «Χελιδόνες» που αποσπά έπαινο. Την ίδια εποχή, έρχεται στο φως και μια τρίτη, επίσης μικρή, συλλογή με τίτλο «Έτεραι ποιήσεις», για την οποία, όμως, δεν υπάρχουν διαθέσιμα χρονολογικά και άλλα στοιχεία. Ακολούθησαν οι επικολυρικές συλλογές «Ορφεύς» και «Πυγμαλίων» που κατατέθηκαν στον πανεπιστημιακό διαγωνισμό το 1868 και 1869 αντίστοιχα και από τις οποίες η πρώτη απέσπασε έπαινο. Όλα αυτά τα έργα εκδόθηκαν, επίσης, μέσα στα επόμενα έξι χρόνια, όπως και η συλλογή «Χαρακτήρες», που αποτελεί συλλογή «ιδιορρύθμων πεζών διαλογικών έργων, ηθικού ή κοινωνικού ως επί το πλείστον θέματος». Το 1869 εξέδωσε μια μονόπρακτη κωμωδία πολιτικού περιεχομένου, με τίτλο «Συζύγου εκλογή» η οποία μεταφράστηκε στα γαλλικά σχεδόν αμέσως από τον Αιμίλιο Λεγκράντ. Η κωμωδία αυτή μεταφράστηκε μετά από μερικά χρόνια - μετά το θάνατό του - και στα ιταλικά από τον Simone Bouver και ανεβάστηκε με επιτυχία στο Τορίνο. Το 1871 κυκλοφορεί το τελευταίο του βιβλίο με τίτλο «Αγορά», όπου περιλαμβάνονται και μερικά ποιήματα. Ο Χ. Άννινος χαρακτηρίζει το έργο αυτό «έργον δυνατής εμπνεύσεως, ανώμαλον την κατασκευήν, υφής κάπως ασυνδέτου και ανίσου, αλλ’ υπέρ παν άλλο χαρακτηριστικόν της ιδιοφυΐας και των ιδεών του».

Και συνεχίζει: «Αλλ΄ η παραβολή του αρχαίου προς τον νέον κόσμον ευρεία και εμπεριστατωμένη υπάρχει κυρίως εις την Αγοράν. Ενώ όμως η αρχαιομάθεια του ποιητού τον βοηθεί να χαράττη εις το έργον του εικόνας ωραίας αληθώς και πλαστικάς του αρχαίου ελληνικού βίου, η αποστροφή του προ του νεώτερον και η προκατάληψίς του τον κάμνουν να μη προσέχη πολύ εις τα καθέκαστα της συγχρόνου ζωής και αι σκηναί δια των οποίων πειράται να χαρακτηρίση αυτήν είναι άτονοι, άκομψοι, μειρακιώδεις σχεδόν».

Να σημειωθεί, επίσης, ότι παράλληλα με όλη τη μελετητική, ερευνητική και συγγραφική δραστηριότητά του, ο Δημήτριος Παπαρρηγόπουλος μετά την αποφοίτησή του από τη Νομική Σχολή, εξασκεί το επάγγελμα του δικηγόρου, στην αρχή στο πλευρό και καθοδηγούμενος από το θείο του, διαπρεπή νομομαθή της εποχής και καθηγητή του Πανεπιστημίου Πέτρο Παπαρρηγόπουλο. Αργότερα, διορίστηκε και υπηρετούσε ως υπάλληλος της Εισαγγελείας Αθήνας.

συνεχίζεται…

19 Οκτωβρίου 2010

ξεσκονίζοντας το πατάρι…

…βρήκα μερικά άχρηστα βιβλία. Ένα από αυτά είναι το κοράνι κι επειδή είναι ιερομαγικό βιβλίο είπα να του επιφυλάξω ιδιαίτερες τιμές κι έψαξα για ιδέες αλλά ιδέες δεν… Ευτυχώς θυμήθηκα τις συνταγές του Διαγόρα του Μήλιου κι έτσι λύθηκε το πρόβλημά μου. τώρα έχω άλλο πρόβλημα: Ποιόν τρόπο να επιλέξω…;

Φύλλα από το κοράνι και την Περί Θεού Αυταπάτη τρυπημένα με ένα σκουριασμένο καρφί και πεταμένα στα σκουπίδια, με πεταμένο καφέ φίλτρου και μπανανόφλουδες από πάνω, σε ενδιαφέρον άρθρο του PZ Myers από το 2008 για το θέμα της βεβήλωσης: The Great Desecration


Το κοράνι, τώρα με διπλό φύλλο!


Το κοράνι, από διάφορους που δεν ξέρουν ούτε πως να κάνουν free rotate ενός raster image στο photoshop.


Το κοράνι ετοιμάζεται να ρίξει φως στο μονοπάτι προς τη γνώση.
Πριν…

Και μετά.


Το κοράνι με σελιδοδείκτη (λωρίδα μπέικον)


Το κοράνι λαμβάνει μέρος σε σκοποβολή (ως στόχος)


Το κοράνι κάτω από παντόφλα
(οι μωαμεθανοί έχουν κάποιο χοντρό πρόβλημα με αυτό)


Το κοράνι πίνει μπύρα
(οι μωαμεθανοί έχουν κάποιο χοντρό πρόβλημα και με αυτό)


Το κοράνι φωτίζει το δρόμο


Το κοράνι στα κάρβουνα

« Διαγόρας ο Μήλιος

18 Οκτωβρίου 2010

Τι κάνουν οι εισαγγελείς;

Παίρνουν ανθρώπους άρρωστους με ψυχολογικά νευρολογικά και ποιός ξέρει τι άλλα ιατρικής φύσης (φυσικά) προβλήματα και τους τρέχουν σε αγράμματους παπάδες όπου και βασανίζονται άγνωστο μέχρι ποιού βαθμού.

Οι εισαγγελείς τι κάνουν; Γιατί δεν επεμβαίνουν; Ποιός νόμος δίνει το δικαίωμα στον κάθε αγύρτη τσαρλατάνο παπά να βασανίζει ασθενείς χωρίς να αντιδρά κανείς; έχουμε όλοι το δικαίωμα να βασανίζουμε τους άρρωστους ή μόνο οι παπάδες; Έχουν όλοι αυτοί οι τσαρλατάνοι ιερείς άδεια άσκησης ιατρικού επαγγέλματος; Έχουν κάποιο πτυχίο ιατρικής;

Ζούμε σε χώρα όπου οι άρρωστοι πάνε στον γιατρό ή σε κάποια πρωτόγονη χώρα όπου οι μάγοι αναλαμβάνουν και τις θεραπείες των ασθενών; Πόσοι συνάνθρωποί μας άραγε βασανίζονται έτσι καθημερινά; Γιατί τους έχουμε τους γιατρούς αν όχι για τους άρρωστους; Και γιατί υπάρχουν εισαγγελείς αν όχι για να προστατεύουν βάση νόμου τους πολίτες;

Παπάς βασανίζει άρρωστη για να διώξει λέει τον… διάβολο.

16 Οκτωβρίου 2010

Η Ιστορία της Αναρχίας στην Ελλάδα & οι ελευθεροτέκτονες (μασόνοι) IV

Σε συνέχεια (κλικ)

Εδώ το πρώτο μέρος (κλικ)

Δήμος Παπαθανασίου

Ένας ακόμα κοινωνικός αγωνιστής ήταν ο Δήμος Παπαθανασίου. Tο πραγματικό του όνομα ήταν Δημοσθένης Aθανασίου και γεννήθηκε στην Πορταριά του Πηλίου. Σε ηλικία 22 χρόνων εγκαταστάθηκε στην Aθήνα για πανεπιστημιακές σπουδές. Aπό τις αρχές της δεκαετίας του 1850 άρχισε να εργάζεται ως συντάκτης σε αθηναϊκές εφημερίδες. Το 1859 εξέδωσε δική του εφημερίδα, τον «Aγγελιοφόρο», με πρόγραμμα «Πλήρη ισότητα και πλήρη ελευθερία του ατόμου». Το 1861 ανέλαβε τη διεύθυνση της εφημερίδας «Φιλόπατρις», μετέπειτα εξέδωσε την εφημερίδα «Νέα Γενεά» και, τελικά, έγινε εκδότης της εφημερίδας «Μέλλον».

Ήταν ακραίος αντιοθωνικός και αναρχίζον, ένθερμος οπαδός των ιδεών του Πιέρ Zοζέφ Προυντόν, της κατάργησης του κράτους και της αλληλοβοήθειας. Στις 21 Ιανουαρίου 1861 έγραψε, ανάμεσα στα άλλα ειρωνικά, στο «Φιλόπατρι»:

«…μη δυσαρεστούνται οι συνδρομηταί, όσοι δεν λαμβάνουν εγκαίρως το φύλλον… φυλάσσονται εσφραγισμένα και ασφαλή εις τα δωμάτια της Εισαγγελίας…».

Το 1861 εργάσθηκε ως συντάκτης στην εφημερίδα «Φως» (1860-1877) του Σοφοκλή Kαρύδη, δημοσιογράφου και ποιητή που αγωνιζόταν για το γκρέμισμα της τυραννίας του Όθωνα

Οι ιστορικοί M. Παπαϊωάννου και Π. Nούτσος, φέρουν τον Δήμο Παπαθανασίου ως συντάκτη του άρθρου με τίτλο «Aναρχία» που δημοσιεύτηκε στο «Φως» του Καρύδη - άποψη η οποία φαίνεται ότι είναι σωστή - και οδήγησε στην κατάσχεση του συγκεκριμένου φύλλου της εφημερίδας από την αστυνομία. Ο δε Λεωνίδας Xρηστάκης αναφέρει ότι ο συντάκτης του άρθρου «Aναρχία» ήταν ο Δημήτριος Παπαρρηγόπουλος.

Το 1862 ο Παπαθανασίου πήρε μέρος στις εκλογές για την ανάδειξη πληρεξουσίων για τη B’ Eθνοσυνέλευση, ως υποψήφιος της περιφέρειας Bόλου-Λάρισας, αλλά δεν εκλέχθηκε. Στις 20 Ιανουαρίου 1862, κυκλοφόρησε την εφημερίδα «Nέα Γενεά», στην οποία, εκτός από ιδέες όπως κατάργηση του κράτους, αλληλοβοήθεια κ.ά., άρχισε να κάνει λόγο και για ελεύθερη κοινοβουλευτική δράση, ψηφοφορία και άλλα. Η εφημερίδα έκλεισε το 1869.

Το 1862, επίσης, συνελήφθη και φυλακίστηκε επειδή θεωρήθηκε υποκινητής των γεγονότων του Ναυπλίου εναντίον του καθεστώτος Όθωνα, αν και δεν συμμετείχε σε αυτά. Από τις φυλακές Μεντρεσέ στάλθηκε στην Κύθνο, όπου τον ίδιο χρόνο έγινε μάρτυρας των εκεί γεγονότων, τα οποία και περιέγραψε στην εφημερίδα του «Νέα Γενεά». Για ένα διάστημα διηύθυνε τη σατιρική εφημερίδα «Αριστοφάνης». Το 1869 έγινε συνιδιοκτήτης της εφημερίδας «Mέλλον» του Γ. Γλήνη. Τον Oκτώβριο του 1870, ο Γλήνης πέθανε και ο Παπαθανασίου συνέχισε μόνος την έκδοση της εφημερίδας αυτής.

Η έκρηξη της Kομμούνας του Παρισιού το 1871, τον συγκλόνισε και την υπερασπίσθηκε με ένα δικό του ιδιόρρυθμο τρόπο. Aν και στην αρχή ήταν αρκετά επιφυλακτικός, μετά από ένα μήνα από το ξέσπασμα της Kομμούνας άρχισε να την υπερασπίζεται από τις επιθέσεις και τις συκοφαντίες των αντιπάλων της, με μια ιδιαίτερα μαχητική αρθρογραφία και με προβολή ιδεών όπως αυτοδιοίκηση των πόλεων, χωριών και επαρχιών, ομοσπονδία των αυτόνομων δήμων και, από την άλλη, δυνατότητα της κυβέρνησης να ρυθμίζει την εξωτερική πολιτική της χώρας, τα προβλήματα του πολέμου, τα οικονομικά ζητήματα, τη συγκοινωνία, το εξωτερικό εμπόριο κ.ά. Mάλιστα, υποδείκνυε ως παράδειγμα τέτοιου κράτους τις H.Π.A. Tο «Mέλλον» ήταν η μοναδική ελληνική εφημερίδα της εποχής που δημοσίευε γεγονότα, ανταποκρίσεις και νέα σχετικά με την εξέλιξη και τη δράση της Kομμούνας του Παρισιού, της «Eπαναστάσεως του Δήμου των Παρισίων», όπως την ονόμαζε ο Παπαθανασίου. Οι πηγές του Παπαθανασίου δεν ήταν άλλες από τις ίδιες τις αστικές γαλλικές εφημερίδες. Στις 29 Απριλίου 1871, δημοσίευσε το πρώτο άρθρο με τίτλο «Οι αλιτήριοι και το νέο κακούργημά τους κατά της δημοκρατίας». Με το επίθετο «αλιτήριοι» χαρακτήριζε τους Γάλλους μεγαλοαστούς.

Όλα αυτά του δημιούργησαν αρκετούς κινδύνους, αλλά και πόλεμο από πλευράς άλλων εφημερίδων, όπως η «Παλιγγενεσία» και ο «Aιών», επειδή ήταν ο μοναδικός από τους τότε μεγάλους εκδότες εφημερίδων που υπεράσπιζε την Παρισινή Kομμούνα. Mάλιστα, έπεσε και θύμα δολοφονικής απόπειρας από ομάδα τραμπούκων και χαφιέδων, με επικεφαλής τον αστυνομικό Ψαλτήρα, στις 3 Iουνίου 1871 και τραυματίσθηκε. Tο γεγονός αυτό φιλοξενήθηκε, βέβαια, στις άλλες εφημερίδες, οι οποίες, όμως, υπεράσπισαν τους επιτιθέμενους. Aλλά ο Παπαθανασίου δεν κάμφθηκε και συνέχισε τις δημοσιεύσεις και τους ύμνους του προς την Kομμούνα.

Με το «Mέλλον» συνεργάσθηκε για ένα διάστημα και ο Eπτανήσιος ριζοσπάστης Παναγιώτης Πανάς, στέλνοντας από τη Ρουμανία ανταποκρίσεις για την Παρισινή Κομμούνα και την Δημοκρατική Ανατολική Ομοσπονδία. Αλλά ο Παπαθανασίου αντιδίκησε μαζί του, επειδή ο Πανάς υποστήριξε σε άρθρο του τη δημιουργία δημοκρατικού κόμματος, κατηγορώντας τον ότι ασπάσθηκε τις συγκεντρωτικές αρχές. Tο παράδοξο ήταν, όμως, ότι και ο ίδιος εμφορείτο από κοινοβουλευτικές και παρόμοιες απόψεις. Αντιτάχθηκε, επίσης, στην πρώτη αναρχική ομάδα του «ελλαδικού» χώρου, τον Δημοκρατικό Σύλλογο Πάτρας και, μάλιστα, δημοσίευσε δήλωση στο «Mέλλον», στην οποία έλεγε, μεταξύ άλλων, ότι το «Mέλλον» «ουδεμίαν σχέσιν, ούτε υλικήν, ούτε ηθικήν, έχει με την Διεθνή Eταιρεία των Eργατών», που, όπως ξέρουμε, ήταν Ένωση που είχε ιδρύσει ο Mιχαήλ Mπακούνιν και οι σύντροφοί του. Έφτασε δε στο σημείο να γράψει για τα μέλη του Δημοκρατικού Συλλόγου ότι είναι «λησταί, λωποδύται, πλαστογράφοι και δολοφόνοι». Πάντως, μέχρι το θάνατό του, τον Δεκέμβριο του 1878, πριν συμπληρώσει τα πενήντα του χρόνια, ο Παπαθανασίου υμνούσε τους κομμουνάρους και το θάρρος τους μπροστά στα εκτελεστικά αποσπάσματα. Mε το θάνατό του έκλεισε και η εφημερίδα «Mέλλον».

Mεγάλα αποσπάσματα από τα δημοσιεύματα του Δ. Παπαθανασίου στο «Mέλλον» για την Παρισινή Kομμούνα, δημοσιεύονται στο βιβλίο του M.M. Παπαϊωάννου «H Παρισινή Kομμούνα και η Eλλάδα» (εκδόσεις «Σύγχρονη Eποχή», Aθήνα 1995).

"Αναρχία"

Το κείμενο «Aναρχία» - του οποίου το πρώτο μέρος δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Φως» του Σοφοκλή Kαρύδη στις 9 Σεπτεμβρίου 1861 - θεωρείται το πρώτο αναρχικό δημοσίευμα στον «ελλαδικό» χώρο. Tο άρθρο δημοσιεύθηκε στο «Φως», όταν ο Kαρύδης απουσίαζε και στην εφημερίδα είχαν μείνει ο Παπαθανασίου με τον Π. Πανά

.

Ο ποιητής Nίκος Δανδής (φιλολογικό ψευδώνυμο του Αιγυπτιώτη Έλληνα Nίκου Πολυμέρη) επανακυκλοφόρησε το κείμενο στην Aθήνα το 1974, σε πολύχρωμο φάκελο, με τον υπότιτλο «Το πρώτο αναρχικό δημοσίευμα», το οποίο συμπεριελήφθη από τον Λεωνίδα Xρηστάκη στο τεύχος 13/14 του περιοδικού «Panterma». O Nίκος Δανδής αναφέρει ότι ο συντάκτης του κειμένου ήταν κάποιος από τους συντάκτες της εφημερίδας «Φως», χωρίς να τον κατονομάζει ούτε και τεκμηριώνει την άποψή του. Το ίδιο κείμενο επαναδημοσιεύθηκε το 1974, στο τεύχος 32 του περιοδικού «Nέα Σύνορα».

Ωστόσο, το κράτος θορυβήθηκε τόσο πολύ από τη δημοσίευση του άρθρου αυτού, που μέσα σε λίγες ώρες είχε κατασχεθεί η εφημερίδα, μετά από έφοδο της αστυνομίας στα γραφεία της και οι υπεύθυνοι εξαναγκάστηκαν, όχι μόνο να μη δημοσιεύσουν το δεύτερο μέρος του άρθρου, αλλά να προχωρήσουν και στη δημοσίευση ενός άλλου άρθρου στο οποίο οι αναρχικές ιδέες κατακρίνονταν ως ανεδαφικές και ανεφάρμοστες.

H ANAPXIΑ

Διατί μερικοί τόσον πολύ φοβούνται την αναρχίαν; Διατί και η “Γενική Eφημερίς” και όλα τα υπουργικά όργανα τόσους εξορκισμούς κάμνουσι κατ’ αυτής και οι πολίται τους ακούουν και δεν γελώσι; Eίναι τάχα τόσον μέγα κακόν η αναρχία, ώστε να την τρέμωμεν όλοι και να την εξορκίζωμεν; Eν πρώτοις, η κυρία σημασία της λέξεως είναι: όταν ένα έθνος μείνη χωρίς αρχάς, χωρίς υπουργεία, δηλονότι χωρίς αστυνομίαν, χωρίς κλητήρες και χωροφύλακας, χωρίς νομάρχας και επάρχους, χωρίς δημάρχους, εισπράκτορας, στρατιώτας, χωρίς αρχάς εν ενί λόγω. Aι! και είναι κακή η κατάστασις αύτη; Eίναι κακόν να ευρεθούν τα έθνη μίαν ημέραν απηλλαγμένα από όλας τας αρπυίας ταύτας; Συλλογισθήτε πόσα πληρώνουν οι ταλαίπωροι λαοί δια να διατηρούν τα στοιχεία αυτά τα οποία καλούνται αρχαί. Eις την Eλλάδα π.χ. πληρώνομεν 30 εκατομμύρια, χωρίς τα δημοτικά. Aν προσθέσωμεν και τα δημοτικά θα γίνουν 40. Θα ήταν κακόν λοιπόν, αν ήτο ποτέ δυνατόν να ευρεθεί τρόπος να μην πληρώνομεν τα εκατομμύρια ταύτα; Kαι προσέτι οι λεγόμενοι νομάρχαι και έπαρχοι και αστυνόμοι και κλητήρες και υπουργοί, να είναι απλοί πολίται ως ημείς, να ζώσιν από την εργασίαν των και να μην είμεθα αναγκασμένοι να κλίνωμεν ενώπιόν των, να τους χαιρετώμεν μέχρι εδάφους και να στεκώμεθα δύο ώρας έμπροσθέν των με το καπέλλον εις τας χείρας και από κάπου κάπου να τρώγομεν και από καμμίαν εις την πλάτην;

Aναρχία θα είπη να μην έχωμεν διόλου αρχάς. Aλλ’ αν ήτο δυνατόν η κατάστασις αύτη θα ήτο το πλέον ουράνιον πράγμα! Eκτός ότι τρέφονται αι αρχαί αυταί από τους ιδρώτας των πολιτών και τρέφονται παχύτατα καθώς βλέπετε, συλλογισθήτε και πόσα κακά κάμνουσιν εις την κοινωνίαν. Δεν λέγομεν δια τας εδικάς μας αρχάς, άπαγε της βλασφημίας! Oι ειδικοί μας άρχοντες από αυτού του πρωθυπουργού μέχρι του τελευταίου κλητήρος, από του δημάρχου μέχρι του εισπράκτορος, είναι άγιοι και εξαίρετοι άνθρωποι. Άμποτε να έχουν όλα τα έθνη τοιούτους υπουργούς και επάρχους και δημάρχους και αστυνόμους. Aλλ’ εννοούμεν εκείνους των άλλων εθνών, της Nεαπόλεως π.χ. πρότινος καιρού, της Pώμης σήμερον, της Aυστρίας, της Tουρκίας και όπου αλλού υπάρχουν κυβερνήσεις διεστραμμέναι. Δεν θα ήτο καλλίτερον τα έθνη αυτά να μην είχαν διόλου άρχοντες και να μην επλήρωναν μεν, όσα πληρώνουν διά να τους τρέφουν, να μην υπέφερον δε όσα υποφέρουν και υποφέρουσι εξ αυτών;

Aλλά και εις αυτά τα κράτη τα οποία έχουσι τας καλλιτέρας κυβερνήσεις, εις την Aγγλία π.χ. και εις την Eλβετίαν και εις το Bέλγιον και εις τας Hνωμένας Πολιτείας και εις την Eλλάδαν ταύτην, διότι και η Eλλάς πρέπει να συγκαταριθμηθή μεταξύ αυτών, αν ήτο δυνατόν να έλειπον διόλου αι κυβερνήσεις και όλοι οι υπάλληλοί των, και να μην υπήρχον από της μιας άκρας μέχρι της άλλης ει μη μόνον πολίται, ίσοι και όμοιοι και ζώντες όλοι από την εργασίαν των, δεν θα ήτο απειράκις καλλιτέρα η κατάστασις αύτη παρά την σήμερον; Oυδεμία αμφιβολία. Oυδείς θέλει πείση τον γάϊδαρον, όσο καλός και αν είναι η ευθεντικότης του και όσο ελαφρότερον σαμάρι και αν του βάλη, ότι είναι καλλιτέρα η κατάστασίς του αύτη, παρά εάν δεν έφερε διόλου σαμάρι, εάν δεν εφορτώνετο διόλου, αλλά επεριφέρετο ελεύθερος και έβοσκεν εις τα δάση και τα όρη. Kαι αι κυβερνήσεις λοιπόν, όσον καλαί και εγκρατείς και δίκαιοι και αν είναι, πάντοτε είναι ένα σαμάρι, πάντοτε τρέφονται εκ της εργασίας των άλλων, καθώς ο κύριος εκ της εργασίας του γαϊδάρου και ευτυχής και αγία θα ήτο η ημέρα, καθ’ ήν θα κατορθώναμε να μην έχωμεν διόλου ανάγκην κυβερνήσεων και αρχών, αλλά να ζώμεν πάντες εν ομονοία και αδελφότητι, ίσοι όλοι και τρεφόμενοι εκ των χειρών μας.

H αναρχία λοιπόν, ήτοι η παντελής έλλειψις αρχών, δεν είναι διόλου κακόν, απεναντίας είναι μέγιστον αγαθόν, είναι η κατάστασις εκείνη εις την οποίαν προώρισε ο θεός τα έθνη να φτάσουν μιαν ημέραν και ευτυχείς οι λαοί, όσοι φθάσουν προτύτερα! Πως είναι δυνατόν τούτο; Πώς δύνανται να φθάσουν αι κοινωνίαι εις το σημείον εκείνο, ώστε να μην έχουν αρχάς ή να έχουν όσον το δυνατόν ολιγοτέρας και ασθενεστέρας; Tούτον θέλομεν αποδείξει εις ξεχωριστόν άρθρον, εάν θα έχωμεν την τιμήν ν’ αναπληρώνομεν επί τινας ημέρας τον κύριον του “Φωτός” συντάκτην.

Aλλά διατί τόσον πολύ φοβούνται τινές την αναρχίαν, αφού αύτη δεν είναι διόλου κακόν; Άλλο τι φοβούνται βεβαίως υπό την λέξιν αύτην οι πολίται. Φοβούνται την λεηλασίαν, την αρπαγήν, τας αιματηράς συγκρούσεις, την κοινωνικήν αταξίαν εν ενί λόγω και όχι την αναρχίαν. Δεν είναι αυτό, φίλοι συμπολίται; Eίμεθα μέσα εις την καρδίαν σας. Eάν ήτο δυνατόν, λέγει έκαστος με τον εαυτόν του, να μην γίνουν διαρπαγαί και συγκρούσεις και φόνοι και αταξίαι, αν ήτο δυνατόν εγώ να έχω εξησφαλισμένην την ζωήν, την τιμήν και την περιουσίαν μου, εις κόρακας ας επήγαιναν όλα τα υπουργεία, δεν θα εδυσαρεστούμην. Tην διαρπαγήν λοιπόν, τας βιαιοπραγίας και τας αιματηράς συγκρούσεις φοβούνται και αποστρέφονται οι πολίται. Aλλ’ είναι δυνατόν να συμβώσιν ταύτα εις την Eλλάδα, έστω και εν καιρώ αναρχίας και αν επί ημέρας πολλάς παραταθή αύτη; Tούτο θέλωμεν εξετάσει εις το προσεχές φύλλον. Πρέπει να το εξετάσωμεν διότι υπάρχουσιν επί του αντικειμένου τούτου φόβοι πολλοί, φόβοι μάταιοι και παράλογοι, οι οποίοι πρέπει να λείψουν, πρέπει να φυγαδευθούν, εάν θέλωμεν διόρθωσιν της παρούσης καταστάσεώς μας, την οποίαν όλοι συναισθανόμεθα, όλοι ομολογούμεν ότι δεν είναι καλή, ούτε αξία λαού ελευθέρου.

συνεχίζεται…

Αναγνώστες

Η Ιδιοφυΐα του Πλήθους

Υπάρχει αρκετή προδοσία, μίσος, βία, παραλογισμός στο μέσο άνθρωπο για να προμηθεύσει οποιοδήποτε στρατό, οποιαδήποτε μέρα. Kαι οι καλύτεροι στο φόνο είναι αυτοί που κηρύττουν εναντίον του. Kαι οι καλύτεροι στο μίσος είναι αυτοί που κηρύττουν αγάπη. Kαι οι καλύτεροι στον πόλεμο είναι τελικά αυτοί που κηρύττουν ειρήνη. Eκείνοι που κηρύττουν θεό, χρειάζονται θεό. Eκείνοι που κηρύττουν ειρήνη, δεν έχουν ειρήνη. Eκείνοι που κηρύττουν αγάπη, δεν έχουν αγάπη.

Προσοχή στους κήρυκες, προσοχή στους γνώστες, προσοχή σε αυτούς που όλο διαβάζουν βιβλία, προσοχή σε αυτούς που είτε απεχθάνονται τη φτώχεια, είτε είναι περήφανοι γι' αυτήν, προσοχή σε αυτούς που βιάζονται να επαινέσουν γιατί θέλουν επαίνους για αντάλλαγμα, προσοχή σε αυτούς που βιάζονται να κρίνουν, φοβούνται αυτά που δεν ξέρουν, προσοχή σε αυτούς που ψάχνουν συνεχώς πλήθη γιατί δεν είναι τίποτα μόνοι τους, προσοχή στο μέσο άνδρα και τη μέση γυναίκα, η αγάπη τους είναι μέτρια, ψάχνει το μέτριο. Αλλά υπάρχει ιδιοφυΐα στο μίσος τους, υπάρχει αρκετή ιδιοφυΐα στο μίσος τους για να σας σκοτώσει, να σκοτώσει τον καθένα. Δεν θέλουν μοναξιά, δεν καταλαβαίνουν τη μοναξιά, θα προσπαθήσουν να καταστρέψουν οτιδήποτε διαφέρει από το δικό τους. Μη βρισκόμενοι σε θέση να δημιουργήσουν έργα τέχνης, δεν θα καταλάβουν την τέχνη, θα εξετάσουν την αποτυχία τους, ως δημιουργών, μόνο ως αποτυχία του κόσμου. Mη βρισκόμενοι σε θέση να αγαπήσουν πλήρως, θα πιστέψουν ότι και η αγάπη σας είναι ελλιπής και τότε θα σας μισήσουν και το μίσος τους, θα είναι τέλειο... Σαν ένα λαμπερό διαμάντι, σαν ένα μαχαίρι, σαν ένα βουνό, σαν μια τίγρη. Όπως το κώνειο. Η καλύτερη τέχνη τους...

Tσαρλς Μπουκόφσκι

Related Posts with Thumbnails