27 Αυγούστου 2006

Το κτιστό και το άκτιστο στην φιλοσοφία του Λιαντίνη


Το κτιστό στη Φιλοσοφική άποψη του Λιαντίνη υμνείται για την ομορφιά και το κάλλος. Πάντα άρρηκτα δεμένο με τη γεωγραφική θέση ντυμένο με λόγια όμορφα ποιητικά δοσμένο ενώνει το χθες των προγόνων μας με το σήμερα το νέο Ελλήνων δίνοντας τη φυσική συνέχεια που είναι απαραίτητη για τη σύνδεση των ιστορικών δρώμενων.

Υπάρχει πλήρης κατανόηση της δυναμικής επίδρασης που άσκησε και ασκεί η μάνα φύση στο πνεύμα και κατ' επέκταση στον πολιτισμό των Ελλήνων. Η ποίηση υμνεί την φιλοσοφία που με τη σειρά της αξιώνει τον πολιτισμό ως αποτέλεσμα του συμπαντικού κάλλους αλλά και της ζωοδότρας γης. Όμως φαίνεται πως παρόλο το ποιητικό άκουσμα που ο περιβάλλον κόσμος δημιουργεί, αυτό δεν αρκεί για να δικαιολογήσει την ύπαρξη στην φιλοσοφία του Λιαντίνη.

Όλα τούτα τα κτιστά για τον φιλόσοφο Λιαντίνη δικαιολογούν το κάλλος αλλά δεν αρκούν για να δικαιολογήσουν την ζωή.

Έτσι για μια ακόμα φορά ξαφνικά και αδικαιολόγητα εμφανίζεται το αόρατο, το ακατανόητο, το άκτιστο. Το άκτιστο που εφευρέθηκε από τα ιερατεία των χριστιανών για να καλύπτει τα χαοτικά κενά μιας παραπαίουσας υποτυπώδους φιλοσοφικής βάσης έρχεται με τη σειρά του να πάρει πρωτεύουσα θέση στην φιλοσοφία του καθηγητή σε μια σπασμωδική προσπάθεια του μυαλού να βρει το δρόμο του άγνωστου.

Το κτιστό φως που λούζει τον σύμπαντα κόσμο δεν είναι για αυτόν αρκετό ούτως ώστε να φωτίσει το υπαρξιακό πρόβλημα του ανθρώπου.

Φαίνεται σαν το σκοτάδι να μην είναι απλή έλλειψη φωτός αλλά στέρηση αυτού. νοιώθει πως πέρα από το κτιστό φως του ήλιου πατέρα υπάρχει στον κόσμο και κάποιο φως άκτιστο, που φωτίζει τι άραγε;

Μας προβληματίζει με την δήθεν ύπαρξη του άκτιστου φωτός ως προϋπόθεση ύπαρξης του κτιστού χωρίς όμως να απαντά στο ερώτημα για το λόγο ύπαρξης αυτού.

Η ανυπαρξία γίνεται ύπαρξη. Ύπαρξη όμως άφαντη, αόρατη, αδικαιολόγητη. Ύπαρξη που ακριβώς επειδή δεν μπορεί να γίνει αντιληπτή και να δικαιολογηθεί σε τούτο τον κόσμο μεταφέρεται στον άλλο. Μεταφέρεται δηλαδή στον κόσμο για τον οποίο δεν μπορούμε να είμαστε βέβαιοι για το τι ισχύει και τι όχι. Και είναι ακριβώς αυτή η αδυναμία τεκμηρίωσης των νόμων που ισχύουν πριν και μετά την ζωή που δίνει στην φιλοσοφία του Λιαντίνη, την βάση για να στηρίξει τη σπουδαιότητα του μη αντιληπτού άκτιστου φωτός.

Θα πρέπει ο μελετητής της εν λόγω φιλοσοφίας να αρκεστεί στην ποιητικά δοσμένη πίστη σε ένα είδος φωτός που για να το αντιληφθεί πρέπει ή να μην έχει γεννηθεί ή να έχει πεθάνει.

Διότι ο θάνατος στην φιλοσοφική σκέψη του καθηγητή είναι κάτι που μόνος ως νεκρός μπορεί να βιωθεί. Όμως είναι πράγματι έτσι;

Είναι απαραίτητο άραγε να πεθάνουμε για να βιώσουμε το θάνατο; Ή ο θάνατος είναι γύρω μας αλλά φοβόμαστε να το αντιληφθούμε;

Μήπως τελικά ο θάνατος κρύβεται ακόμα και ανάμεσα στους χτύπους της καρδιάς αγωνιζόμενος να επιβιώσει έναντι της ζωής;

Μήπως αυτό που ο καθηγητής εννοεί ως άκτιστο δεν είναι τίποτα άλλο παρά η διαρκής εξέλιξη του κτιστού;

Επηρεασμένος από την χριστιανική θανατολαγνεία αδυνατεί και αυτός να αναγνωρίσει το αέναο, αιώνιο και συνεχές πήγαινε έλα της ζωής και του θανάτου.

Αδυνατεί να δεχθεί την ύπαρξη του φωτός και την ταυτόχρονη ανυπαρξία του. Θεωρεί πως κάτι είτε είναι ζωντανό, είτε είναι πεθαμένο.

Θεωρεί τον θάνατο διαφορετικό της ζωής και όχι αντίθετο αυτής προς διατήρηση ισορροπίας. Σκέπτεται πως πρέπει να πολεμήσει το θάνατο και πως για να το κάνει αυτό πρέπει να διακόψει την ζωή.

Συμπεραίνει ως γνήσιος χριστιανός πώς είναι αδύνατον ο άνθρωπος να φέρει ταυτόχρονα και την ζωή και το θάνατο. Γι' αυτό μπορούμε να έχουμε ή το ένα ή το άλλο. Ή εδώ ή εκεί αλλά ποτέ και τα δύο ταυτόχρονα. Και αφού δεν μπορεί να είναι και τα δύο ταυτόχρονα οδηγείται στο κτιστό και στο άκτιστο δημιουργώντας δυϊσμό εκεί που κατά την γνώμη μου δεν υπάρχει. Έτσι καταλήγει στο τέλος αναγκαστικά στην ύπαρξη του ενός μοναδικού που είναι γενεσιουργό του κτιστού εκφράζοντας την λογική του άκτιστου. Καταλήγει στην άκτιστη λογική που ως άκτιστη δεν υπόκειται σε νόμους δεν φέρει συγκεκριμένες ιδιότητες άλλα πράττει κατά βούληση ότι της αρέσει.

Σήμερα που η επιστήμη σε πείσμα του σκοταδισμού ρίχνει φως προς το σκοτάδι της γνώσης ο καθηγητής μας πισωγυρίζει σε ανύπαρκτα σκοτάδια αναπόδεικτα και άφαντα, δήθεν για να δικαιολογήσει τον ολοκληρωτισμό. Ή φως ή σκοτάδι. Ή ζωή ή θάνατος. Ή κτιστό ή άκτιστο.

Που χάθηκε άραγε το μέτρο των Ελλήνων; Που ξεχάστηκε η χρυσή τομή που διαιρεί και ενώνει ταυτόχρονα;

Κατ’ αυτόν το περπάτημα του ανθρώπου ανάμεσα σε ζωή και θάνατο είναι αδιανόητο. Όλοι γέρνουμε αναγκαστικά προς την μια ή την άλλη πλευρά.

Είτε γεννηθήκαμε στην κοιλάδα και ανεβαίνουμε στην κορυφή, είτε γεννηθήκαμε στην κορυφή και κατηφορίζουμε στην κοιλάδα, ο δρόμος του ανθρώπου είναι για τον καθηγητή πάντα προς μια κατεύθυνση. Μονόδρομος.

Τούτα όμως δεν διδάσκουν κάτι καινούργιο στην φιλοσοφία. Απλά υποδεικνύουν τη γνωστή αντίληψη πως είτε έτσι είτε αλλιώς θα καταλήξουμε και η κατάληξη αυτή είναι προορισμένη από τον δυϊσμό του άκτιστου όπου καταλήγουν όλα εν τέλει.

Διαφαίνεται στο έργο του καθηγητή η αντίληψη πως η ολοκλήρωση έρχεται μόνο με το θάνατο ο οποίος θάνατος είναι όχι η συνέχειά ούτε η δόξα, αλλά η απαξίωση της ζωής. Δεν καταλαβαίνει τον θάνατο ως τροφοδότη της ζωής αλλά ως αναχώρηση από αυτή και πέρασμα σε άλλο κόσμο.

Καλύτερο ή χειρότερο δεν έχει σημασία.

Αυτό που έχει σημασία είναι ο τελικός προορισμός και η τελική κρίση από το άκτιστο ον. Είτε αυτό είναι φως, είτε η ζωή, είτε θεός, είτε άνθρωπος, ο θάνατος είναι το μέσον για τον άλλο κόσμο, ο δρόμος για το άκτιστο.

Είναι όμως έτσι;

Οφείλουμε να αντιμετωπίσουμε το θάνατο ως τον δρόμο προς το τέλειο άκτιστο ή είναι ο θάνατος απλά η συνέχειά της ζωής και ο τροφοδότης αυτής;

Πρέπει να τον προκαλέσουμε να έρθει ή αυτός είναι ιδανικός να κρίνει ποτέ είμαστε έτοιμοι να δώσουμε ζωή πεθαίνοντας;

Αξίζει να πεθάνουμε προσδοκώντας κάτι ή είναι ορθότερο πεθαίνοντας να αναζωογονήσουμε; Αξίζει άραγε σκοπός του ανθρώπου να είναι η μέσω του θανάτου προσέγγιση του λογικά αμφισβητήσιμου άκτιστου;

Μήπως ο ιερός σκοπός του ανθρώπου είναι η διατήρηση και εξέλιξη του κτιστού μέσω του θανάτου;

Είναι άραγε σοφότερο να ακολουθήσουμε την ευθεία γραμμή από την ζωή στο θάνατο και από εκεί στο τίποτα του άκτιστου που δίδασκε καθηγητής ή είναι προτιμότερο να ακολουθήσουμε την ανοδική σπείρα της συνεχούς εξέλιξης του ορατού ιερού κτιστού, βιώνοντας συνεχείς στιγμές ζωής και θανάτου προς δόξα της ύπαρξης;

Η λογική της στρατοκρατίας




Του ΓΙΑΝΝΗ ΜΗΛΙΟΥ*

Οποιον εκπρόσωπο των δύο κομμάτων που εναλλάσσονται στην εξουσία κι αν ρωτήσετε, θα σας πει ότι θα επιθυμούσε την άμεση ριζική μείωση των εξοπλισμών, «αλλά...». Και βεβαίως, το πρώτο «επιχείρημα» που στηρίζει αυτό το «αλλά...» είναι η «τουρκική επιθετικότητα». Η «τουρκική επιθετικότητα» καθιστά αναγκαία την «ελληνική αμυντικότητα», άρα τις εξωφρενικές δημόσιες δαπάνες για εξοπλισμούς.

**Διαφωνώ απόλυτα με αυτή την προβληματική. Η «τουρκική επιθετικότητα» είναι ευθέως ανάλογη προς την «ελληνική επιθετικότητα». Η καθεμιά τροφοδοτεί την άλλη. Είναι η επιθετικότητα του (ελληνικού και τουρκικού) κεφαλαίου και της στρατοκρατίας στην οποία αυτό στηρίζει την εξουσία του.

**Η Κύπρος δεν υπήρξε ποτέ τμήμα της ελληνικής επικράτειας. Από το 1960 είναι ανεξάρτητη χώρα-μέλος του ΟΗΕ.

Επομένως η επέμβαση του ελληνικού στρατού κατά της νόμιμης κυπριακής κυβέρνησης τον Ιούλιο του 1974 ήταν ξένη εισβολή, όχι «πραξικόπημα». Η τουρκική εισβολή θα ήταν αδιανόητη χωρίς την ελληνική που προηγήθηκε.

**Μετά την κρίση στην Κύπρο, οι ελληνικές κυβερνήσεις δήλωσαν μονομερώς ότι ο ελληνικός εναέριος χώρος φτάνει στα 10 ναυτικά μίλια.

Ομως, σύμφωνα με ορισμένες ερμηνείες του διεθνούς δικαίου της θάλασσας, ο εθνικός εναέριος χώρος συμπίπτει με τον υπερκείμενο των χωρικών υδάτων, που για την Ελλάδα είναι 6 μίλια. Η Τουρκία θεωρεί επομένως πως όταν τα αεροπλάνα της πετούν πέραν των 6 μιλίων από τις ελληνικές ακτές δεν παραβιάζουν ελληνικό εναέριο χώρο. Είναι αξιοσημείωτο ότι η ελληνική κοινή γνώμη μόλις πρόσφατα πληροφορήθηκε ότι το ζήτημα των 10 μιλίων είναι αμφισβητούμενο. Επί τριάντα και πλέον χρόνια άκουγε μόνο για «τουρκικές παραβιάσεις».

**Επιπλέον, οι ελληνικές κυβερνήσεις έχουν επανειλημμένως δηλώσει ότι διατηρούν το «δικαίωμα» να επεκτείνουν τα χωρικά ύδατα και τον εναέριο χώρο στα 12 ναυτικά μίλια, μετατρέποντας το Αιγαίο από διεθνή θάλασσα σε ελληνική λίμνη. Κι αυτό παρά τη δήλωση του Κωνσταντίνου Καραμανλή στη Βουλή (11.01.1980) ότι «το Αιγαίο δεν είναι ελληνική θάλασσα [...] έχει ελληνικά χωρικά ύδατα, έχει τουρκικά χωρικά ύδατα και έχει και διεθνή ύδατα».

**Το FIR δεν είναι εθνικός εναέριος χώρος, είναι «Περιοχή Πληροφοριών Πτήσεων» δηλαδή ο τομέας που έχει οριστεί, από τον διεθνή οργανισμό πολιτικής αεροπορίας, για να κάνει η Υπηρεσία Πολιτικής Αεροπορίας τον «τροχονόμο».

Στις 23.05.06, ένα ελληνικό και ένα τουρκικό F-16 συγκρούστηκαν στον διεθνή εναέριο χώρο του FIR Αθηνών. Ο Ελληνας χειριστής σκοτώθηκε στη σύγκρουση. Ηταν ένα ακόμα τραγικό επεισόδιο του ακήρυχτου πολέμου στο Αιγαίο, που κοστίζει δισεκατομμύρια ευρώ αλλά και -το σημαντικότερο- ανθρώπινες ζωές. Τα τουρκικά αεροπλάνα δεν παραβίαζαν τον ελληνικό εναέριο χώρο. Η σύγκρουση έγινε πολύ μακρύτερα από τα 10 μίλια που διεκδικεί ως εναέριο χώρο η Ελλάδα. Με άλλα λόγια, τα ελληνικά μαχητικά παρενόχλησαν τα τουρκικά.

**Το κόστος του ακήρυχτου πολέμου στο Αιγαίο είναι τεράστιο. «Ενα F16, σαν κι αυτό που έπεσε στο Αιγαίο [....], ισοδυναμεί με 160 κλίνες νοσοκομείου. Είναι σαν να έχουν βουλιάξει μέσα στο Αιγαίο 160 κλίνες νοσοκομείου ή [...] 1.200 σχολικές αίθουσες»(1). Οι ετήσιες κατά κεφαλήν δαπάνες εξοπλισμών ξεπερνούν τα 550 δολάρια, κατατάσσοντας την Ελλάδα «πρώτη» στην Ε.Ε.

Η κατάσταση αυτή πρέπει να αλλάξει. Σήμερα, δεν υπάρχει πλέον κανένα επιχείρημα που να στηρίζει τη θέση ότι η επίλυση των ελληνοτουρκικών διαφορών εξαρτάται από τον στρατιωτικό συσχετισμό ανάμεσα στις δύο χώρες.

Δυνατότητα επίλυσης μπορεί να προσφέρει μόνο η διπλωματική οδός.

**Η ριζική μείωση των στρατιωτικών δαπανών προς όφελος της κοινωνικής πολιτικής προσκρούει όμως σε παγιωμένα συμφέροντα και συσχετισμούς δύναμης.

Είπαμε, ήδη, ότι το βαθύ θεμέλιο για τη φρενίτιδα των εξοπλισμών είναι ο επιθετικός ρόλος του ελληνικού κράτους και κεφαλαίου στην ευρύτερη περιοχή.

**Η πολιτική αυτή ενισχύεται από δύο επιμέρους παράγοντες:

Α. Στο οικονομικό επίπεδο, από τα συμφέροντα των εγχώριων και κυρίως διεθνών βιομηχανιών πολεμικού υλικού, με τους κάθε είδους εγχώριους εκπροσώπους τους, και με τα πολύπλοκα δίκτυα «φιλοδωρημάτων» και «προμηθειών» -που ενίοτε «αμείβουν» εγχώριους αξιωματούχους και «θεσμούς» με διψήφια ποσοστά επί της τιμής των αγοραζόμενων από τη χώρα οπλικών συστημάτων, όπως έχει φέρει στο φως της δημοσιότητας το δημοσιογραφικό ρεπορτάζ.

Β. Στο πολιτικό και κοινωνικό επίπεδο τη διαιώνιση της σημερινής κατάστασης επιδιώκει η λογική της στρατοκρατίας, η λογική των υπερδιογκωμένων «ενόπλων δυνάμεων» και των σχέσεων εξουσίας που εμπεδώνουν. Στο καθεστώς της στρατοκρατίας η δημοκρατία υποκαθίσταται από την ιεραρχία, η έκφραση της γνώμης από την πειθαρχία, τα ανθρώπινα δικαιώματα από τη «διαταγή ανωτέρου». Εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι, κυρίως νέοι, μετατρέπονται σε γρανάζια ή θύματα ενός απρόσωπου ολοκληρωτικού μηχανισμού και ενός παραλογισμού που συνθλίβει συνειδήσεις.

**Για τη στροφή από τις πολεμικές στις κοινωνικές δαπάνες απαιτούνται λοιπόν πολιτικές τομές: Ηττα των συντηρητικών πολιτικών και ενίσχυση των δυνάμεων της εργασίας και των κινημάτων κοινωνικής κριτικής και αλλαγής.

* Ο ΓΙΑΝΝΗΣ ΜΗΛΙΟΣ είναι καθηγητής Πολιτικής Οικονομίας ΕΜΠ και μέλος της γραμματείας του ΣΥΡΙΖΑ.

(1) Από την εφ' όλης της ύλης συνέντευξη του Αλέκου Αλαβάνου, 21.6.06.


ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΗ - 27/08/2006






Να μια σωστή άποψη από αυτές που σπάνια βλέπουμε στον τύπο. Έχει δίκιο ο άνθρωπος. Έχουμε κατακλυστεί από στρατοκράτες και στρατόκαυλους αλλά δυστυχώς το κακό δεν σταματά μόνο στην γείτονα Τουρκία. Μπορεί για τους πολιτικούς μας να ισχύει μόνο ο εξ ανατολών κίνδυνος αλλά για πλείστους όσους στρατοκράτες πολίτες συνεχίζει να ισχύει και ο εκ βορρά κίνδυνος. Αλβανία Μακεδονία (Σκόπια) Βουλγαρία θεωρούνται από πάρα πολλούς συντοπίτες μας κίνδυνοι που πρέπει να υπολογίζουμε και να ξοδεύουμε τα μαλλιά της κεφαλής μας σε όπλα για να τους αντιμετωπίσουμε. Μαζί με το όνειρο της κατάληψης της Ιστανμπούλ πολλοί είναι αυτοί που ονειρεύονται και επιθυμούν κατάληψη αλβανικών μακεδονικών και βουλγαρικών εδαφών. Κι έτσι στερούμαστε μετά επαίνων και ζητωκραυγών τα σχολεία τα νοσοκομεία και τις υποδομές για να έχουμε όπλα. Οποία βλακεία μας δέρνει. Αφήσαμε τα δάση μας απροστάτευτα να καούν διότι θεωρούμε σπουδαιότερο να έχουμε φύλακες στα σύνορα και υπερσύγχρονα αεροπλάνα μην τυχών και μας επιτεθούν τούρκοι και αλβανοί. Πληρώνουμε τεμπέληδες παπάδες να ευλογάν τα όπλα και τα γένια τους, άχρηστους στρατιωτικούς που όλη μέρα κάθονται και πίνουν μπύρες και χρεωνόμαστε για γενιές ολόκληρες να τρίβουν τα χέρια τους οι κατασκευαστές οπλικών συστημάτων. Και όλα αυτά γιατί; διότι κάποιοι στρατόκαυλοι ονειρεύονται την κόκκινη μηλιά και την βόρεια ήπειρο. Ο μισός πληθυσμός ζει σχεδόν κάτω από τα όρια της φτώχιας και όμως μέσα στην αγραμματοσύνη που επίτηδες τον έχουν βυθίσει χειροκροτάει δυό φορές τον χρόνο τα ένδοξα ελληνικά στρατά που παρελαύνουν. Με τον παπά επικεφαλής και τον νεκροθάφτη στο τέλος.

Ονειρεύονται οι δύσμοιροι την Ελλάδα των πέντε θαλασσών και των τριών ηπείρων και ανταλλάσσουν τούτο όνειδος με την μιζέρια και την φτώχεια.

Τι να πω; Είμαστε άξιοι της μοίρας μας και της παιδείας που μας έδωσαν. Ζήτω η πατρίδα ζήτω η θρησκεία ζήτω η μιζέρια μας. Φτου!

…και στο χωριό να ουρλιάζουνε την νύχτα εφτά σκυλιά.



Σκύλος πρώτος,

Γεννήθηκα μια δροσερή ανοιξιάτικη νύχτα. Γεννήθηκα ανάποδα, είμαι δηλαδή αυτό που λένε αναποδογεννημένος. Δεν ήθελα να βγω, είχα με πείσμα στυλώσει τα ποδάρια στην μήτρα της μητέρας μου. Θα την έπαιρνα μαζί μου στον άλλο κόσμο αν δεν αναλάμβανε ο χειρούργος με το νυστέρι του. Μα και πάλι δεν ήθελα να ζήσω. Δεν ανάσανα όταν γεννήθηκα μέχρι που με ρημάξανε στο ξύλο για να πάρω την πρώτη ανάσα. Την ίδια ώρα που ρημάζανε τον πατέρα μου στο ξύλο στα υπόγεια του ΕΑΤ ΕΣΑ. Εκείνος όμως άντεξε και δεν μίλησε. Αντίθετα εγώ δεν άντεξα και έτσι πήρα την πρώτη ανάσα της ζωής. Μιας ζωής που φαίνεται πως δεν την ήθελα από τα γεννοφάσκια μου ακόμα. Όμως δεν έκλαψα όπως όλα τα παιδιά. Μόνο ανάσανα και με την πρώτη ανάσα έβαλα τα γέλια αντί τα κλάματα. Μέχρι που τρομάξανε οι νοσοκόμες και δεν με πλησίαζε καμμιά να με ταΐσει. Όταν με πλησίαζαν εγώ γέλαγα και τις άρπαζα από τα μαλλιά. Με διώξανε από το μαιευτήριο άρον άρον. Το δαιμονισμένο μωρό με λέγανε.

Η μάνα μου κλαίγοντας με πήρε σπίτι και πριν καλά καλά προλάβει να με βάλει στο ρωγοβύζι την πόρτα σπάσανε οι εσατζίδες και μπήκαν να βρουν κομουνιστικά βιβλία για να δικάσουν τον πατέρα μου. Είχε προλάβει η γιαγιά μου και μέσα στην αλουμινένια σκάφη έκαιγε Μαρξ Ένγκελς Λένιν Μπακούνιν Νίτσε και τους λοιπούς τρισκατάρατους που στέλνανε τον πατέρα μου στις εξορίες και στους θαλάμους βασανιστηρίων. Άφρισαν οι εσατζίδες που πρόλαβε η γριά και έκαψε τα βιβλία και αφού σπάσανε στο ξύλο την μάνα μου και την γιαγιά μου άρπαξαν κι εμένα και με πέταξαν στην φωτιά να καώ με τον Νίτσε αγκαλιά. Τα πρώτα μου εγκαύματα σε ψυχή και σώμα. Όμως πάλι δεν έκλαψα. Καιγόμουν με τον Νίτσε αγκαλιά και γέλαγα λες και με δρόσιζαν οι φλόγες. Πρόλαβε και με μάζεψε η μάνα μου πριν καώ εντελώς και επειδή της είχαν σπάσει τα χέρια με έβγαλε με τα δόντια από την φωτιά. Με απίθωσε δίπλα στην λιπόθυμη γιαγιά και λιποθύμησε και αυτή.

Σκύλος δεύτερος,

Μετά από ένα χρόνο επέστρεψε ο πατέρας μου από την Λέρο και φορτωθήκαμε όλοι σε μια τρίκυκλη μηχανή να πάμε στο χωριό να κρυφτούμε μπας και γλιτώσουμε. Μια μηχανή τρίκυκλη γεμάτη μπόγους και μια οικογένεια σάπια από το ξύλο. Στο χωριό μας περίμενα οι εθνικαράδες στην είσοδο να μας δώσουν άλλο ένα χέρι ξύλο έτσι για να μην έχουμε ψευδαισθήσεις πως εκεί θα ζήσουμε ήσυχα. Ούτε στο χωριό πήγαμε. Καταλήξαμε σε μια καλύβα τέσσερις ώρες ποδαρόδρομο από το χωριό όπου και έζησα τα πρώτα παιδικά μου χρόνια. Εγώ μαζί με τα αγρίμια του δάσους. Αυτή ήταν η παρέα μου μέχρι τα εφτά μου χρόνια. Ήξερα πια καλύτερα την γλώσσα των ζώων από την γλώσσα των ανθρώπων. Τρώγαμε ότι παράγαμε και τις λίγες φορές που ο πατέρας μου πήγαινε για προμήθειες στο χωριό η μάνα μου έκλαιγε γιατί ήξερε πως θα γυρίσει δαρμένος πίσω. Κοιμόμουνα μαζί με τις κατσίκες και τον χειμώνα κλώτσαγα τον γάιδαρο να του πάρω την θέση που την είχε ζεστάνει. Εκεί έμαθα για τους θεούς μου. Τους έλληνες θεούς που με συντρόφευαν στην παιδική μου μοναξιά. Εκεί γεννήθηκε και η αδερφή μου μετά από οχτώ ώρες πορεία με το άλογο μέχρι το μαιευτήριο της Τρίπολης.

Φαΐ μπορεί να μην είχαμε πολύ είχαμε όμως βιβλία. Κάθε τόσο ο πατέρας μου εξαφανιζότανε για μερικές ώρες και γύριζε φορτωμένος με τόμους που τους διάβαζε σαν μανιακός. Έσκαβε και διάβαζε όσο τον θυμάμαι τότε. Και μάθαινε κι εμένα γράμματα. Ήξερα να διαβάζω ήδη από τα πέντε μου χρόνια. Θυμάμαι την μάνα μου που με κατέβαζε από το άλογο και με έδερνε κλαίγοντας και αυτή επειδή τραγούδαγα στα φωναχτά Ρίτσο και καβάφη. Θα το φας το κεφάλι σου όπως πας μου έλεγε και δώστου ξύλο. Κι εγώ πήγαινα στον πατέρα μου που έβριζε την αγριάδα γιατί φύτρωνε παντού κι εκείνος με χάιδευε με τα ροζιασμένα χέρια του και μου λεγε γελώντας πως το ξύλο της μάνας είναι χάδι. Που να ξερα πόσο δίκιο είχε!

Και γέλαγα και χοροπήδαγα παιδί του Πανός εγώ μέσα στ’ άγρια τα δάση που κατοικούσα.

Σκύλος τρίτος,

Με την μεταπολίτευση γυρίσαμε στην Αθήνα. Σε μια άλλη καλύβα με ελενίτ αυτή την φορά κάπου στο Αιγάλεω. Εκεί φόρεσα για πρώτη φορά παπούτσια. Η μάνα μου τα φόραγε κι εγώ μόλις γύριζε τα μάτια της αλλού τα έβγαζα. Που να τιθασευτούν τα τραγοπόδαρα μέσα στις ελβιέλες. Έχανα τον κόσμο κάτω από τα πόδια μου μόλις τα φόραγα. Και δώσ’ του ξύλο και φωνές η καλή μου μάνα. Κι εγώ πάντα γελαστός να πετάω τα παπούτσια μακριά να μην τα βλέπω.

Ο πατέρας μου έπιασε δουλειά ηλεκτρολόγος. Είχε μάθει την τέχνη στα αναμορφωτήρια της Φρειδερίκης. Πήραμε και μια γκαζιέρα και μύριζε το φαΐ πετρέλαιο. Αρνιόμουνα να φάω. Προτιμούσα να την βγάζω με ψωμοτύρι. Η μάνα μου φοβότανε μην πεθάνω από την πείνα και πήγαινε κλαίγοντας σε μια γειτόνισσα που είχε ηλεκτρική κουζίνα να μου τηγανίζει κανα αυγό μήπως και γλιτώσω. Και γλίτωσα και ήρθε το φθινόπωρο να πάω σχολείο. Δεν θα ξεχάσω ποτέ την πρώτη μέρα. Μαζευτήκαμε τα παιδιά στην τάξη και ο δάσκαλος έγραψε στον πίνακα την λέξη ναι και ρώτησε ποιος θα του πει τι γράφει εκεί. Τα περισσότερα παιδιά δεν ήξεραν καν την άλφα βήτα και κάποια έλεγαν πως γράφει ναΐ και νάι και κάτι τέτοια. Πετάχτηκα κι εγώ ο έξυπνος που ήδη είχα τελειώσει με Ιούλιο Βερν και του λέω «ναι γράφει κύριε». Αρπάζει την βέργα αυτός και με κάνει μαύρο στο ξύλο που ήξερα τι έγραφε. Και όσο με έδερνε φώναζε πώς να μην ξαναμιλήσω αν δεν με ρωτήσει και πως ξέρει πολύ καλά τι κουμάσι είμαι και από πού κρατάει η σκούφια μου και να μην νομίζω πως επειδή με δέχτηκαν στο δημόσιο σχολείο θα γλιτώσω. Από τα τότε μέχρι που τελείωσα το σχολείο δεν ξαναμίλησα αν δεν με ρωτάγανε. Μόνο γέλαγα και με δέρνανε. Δεν υπήρχε ούτε μια μέρα που να μην φάω ξύλο. Και όταν έσπαγε η βέργα στα χέρια μου με πλάκωνε στα χαστούκια και με έστελνε στον ξυλουργό να του φτιάξει μια καινούργια βέργα και του την πήγαινα την άλλη μέρα το πρωί του την έδινα και άπλωνα τα χέρια να μου τα μαυρίσει στο ξύλο για να την δοκιμάσει όπως έλεγε. Κι εγώ γέλαγα, πάντα γέλαγα. Και όσο γέλαγα εγώ τόσο αφήνιαζε αυτός. Έφτασα να του κουβαλάω τις βέργες δυό δυό αφού μια δεν έφτανε πια ούτε για ζήτω.

Μου έφερνε τηγανόψωμα η μανούλα μου στο διάλειμμα να τρώω και έβλεπε να χέρια μου πρησμένα από το ξύλο και έκλαιγε. Κι εγώ χαμογελαστός της έλεγα μην κλαις μανούλα δεν πονάει.

Όταν πήγα τετάρτη δημοτικού ήρθε και η αδερφή μου στην πρώτη τάξη. Την δεύτερη μέρα βλέπω τον δάσκαλο να την χαστουκίζει. Ίσως ήταν η πρώτη φορά στην ζωή μου που δεν γέλασα. Χίμηξα και τον άρπαξα από τα μαλλιά δέκα χρονών παιδί. Αφήνει αυτός την αδερφή μου και αρπάζει εμένα από τις φαβορίτες και με σηκώνει ψηλά ίσα με το μπόι του. Πόνος αφόρητος μούδιασε το κεφάλι μου από τον πόνο και όπως με κράταγε εκεί ψηλά του δίνω μια κλωτσιά με όλη μου την δύναμη στα αρχίδια. Ήταν σειρά του να διπλώσει από τον πόνο. Οι βέργες γίνανε τρεις την ημέρα μέχρι που φρικάρισε ο ξυλουργός και δεν του έφτιαχνε άλλες και ησύχασα από τις βέργες. Όχι όμως και από τα χαστούκια.

Σκύλος τέταρτος,

Όσο και να με έδερνε όσο και να με βασάνιζε εγώ πάντα στις προαγωγικές έγραφα άριστα. Έτσι για να του σπάω τα νεύρα. Πέρασα λοιπόν με άριστα και πήγα στο γυμνάσιο. Εκεί ήταν κάπως καλύτερα τα πράγματα. Δεν με έδερναν πια. Μόνο με πέταγαν έξω από την τάξη. Μου βγάλανε και παρατσούκλι οι καθηγητές. Τζοκόντα με έλεγαν επειδή πάντα χαμογελούσα. Έβγαλα γυμνάσιο και λύκειο με πέντε στα προφορικά και δεκαεννιά στα γραπτά. Ήμουνα στην δευτέρα του γυμνασίου όταν μια μέρα ήρθε ένας παπάς στο σπίτι και μας είπε πως έπρεπε να πάω κατηχητικό. Βγήκε ο πατέρας μου έξω έκλεισε την εξώπορτα πίσω του και έριξε τέτοιο ξύλο στον παπά που δεν θα το ξέχασε ποτέ στην ζωή του. Τον θυμάμαι ακόμα που τον έβλεπα πίσω από τις κουρτίνες να τον σέρνει από τα γένια και να τον σφαλιαρίζει μέχρι την γωνιά του τετραγώνου. Ούτε που ξαναφάνηκε παπάς στον δρόμο μπροστά από το σπίτι.

Στην γειτονιά ήμουν ήδη ο δαχτυλοδειχτουμενος. Του αναρχοκομμουνιστή ο γιος. Άμα με βλέπανε στο δρόμο βγαίνανε οι μανάδες και φωνάζανε τα παιδιά τους να μην τα κολλήσω την αρρώστια. Στ’ αρχίδια μου. Καλύτερα. Είχα διαπρέψει σε όλα τα ατομικά αθλήματα. Μπορεί να μην με παίζανε μπάλα αλλά κανείς δεν μπορούσε να μου την βγει στο τρέξιμο στο άλμα και στο μονόζυγο. Βγήκε και το ΠΑΣΟΚ στην εξουσία και πια αλλάξανε τα πράγματα. Τώρα κανείς δεν μπορούσε ούτε να με δείρει ούτε να με βρίσει στα ίσα. Διότι άμα το κάνανε μπορούσαν κι εγώ να τους δείρω και να τους βρίσω χωρίς να φοβάμαι μην με βρουν στο ρέμα πεταμένο. Το χαμόγελο έγινε γέλιο και το γέλιο σαρκασμός. Έδωσα εξετάσεις IQ στο ΕΛ.ΚΕ.ΠΑ. αρίστευσα πήρα υποτροφία σπούδασα μακριά από τον βόρβορο της γειτονιάς και της κοινωνίας που με έφτυνε. Ήταν σειρά μου να αρχίσω να τους φτύνω. Και πράγματι φχαριστήθηκα φτύσιμο. Όλο με το στόμα στεγνό ήμουνα.

Μα ο πατέρας μου δεν μπόρεσε να το φχαριστηθεί και αυτός. Πέθανε από έμφραγμα στα εξήντα του. Η καρδιά του και τα σωθικά του ήτανε σάπια από το ξύλο μας είπε ο γιατρός. Απορούσε πως έφτασε μέχρι τα εξήντα. Πως έφτασε; Όταν οι νοσοκόμες είδανε την πλάτη του και τις πατούσες του χαρακωμένες από το ξύλο βάλανε τα κλάματα. Και ας μην τον ξέρανε. Πέθανε χαμογελαστός. Τον θάψαμε εκεί στο καλύβι που πέρασα τα πρώτα παιδικά μου χρόνια. Χωρίς παπάδες χωρίς κόσμο και φασαρία. Θα θυμάμαι πάντα το χαμόγελο του θανάτου του και τις τελευταίες του κουβέντες. Κλέφτης ρουφιάνος και πρεζάκιας να μην γίνεις μου είπε πριν πεθάνει.

Σκύλος πέμπτος,

Τώρα έπρεπε να συντηρήσω μάνα και αδερφή και να συνεχίσω και τις σπουδές μου. Και τι δεν έκανα. Ξεπέτρωνα χωράφια ξεφόρτωνα νταλίκες πούλαγα κουλούρια στα φανάρια. Ότι μπορούσα έκανα και τα κατάφερα. Γύρισα στο σπίτι περήφανος με την μάνα μου να κλαίει και αυτή αλλά από περηφάνια αυτή την φορά. Ήρθε η ώρα να πάω φαντάρος. Λίγο πριν μπω στο στρατόπεδο η μάνα μου έδωσε ένα γράμμα που μου είχε αφήσει ο πατέρας.

«Τώρα παιδί μου είσαι άντρας. Όσο και να κουραστείς να θυμάσαι πως κάποιοι άλλοι πέθαναν για σένα. Μην φοβηθείς και μην προσκυνήσεις ποτέ και κανέναν. Δυό χρόνια θα προσπαθήσουν να σε εξευτελίσουν αλλά μην τους αφήσεις να τα καταφέρουν. Δείξ’ τους από τι στόφα είσαι, σε μεγάλωσα πολεμιστή αυτοί είναι μόνο άβουλοι στρατιώτες. Θα σε φοβηθούν και θα σε αφήσουν όταν καταλάβουν τι μπορείς να κάνεις. Να μην ξεχάσεις ΠΟΤΕ πως η ζωή είναι πολύ πιο δύσκολη από μια στρατιωτική θητεία. Όταν τελειώσεις θα είναι μόνο μια αστεία ανάμνηση. Μα να θυμάσαι πως τώρα παίρνεις την ζωή σου στα χέρια σου. Να είσαι περήφανος όπως σου έμαθα. Μην γονατίσεις και μην πτοηθείς. Κράτα το γέλιο σου και την ελευθερία σου. Να είσαι ο εαυτός σου. Να είσαι έλληνας άνθρωπος και αν δειλιάσουν οι άλλοι να πολεμήσεις εσύ γι αυτούς. Και μην περιμένεις να ακούσεις ευχαριστίες από κανέναν. Όσο καλύτερος είσαι τόσο περισσότερο θα σε διώχνουν».

Πήγα κατευθείαν εθελοντής στις ειδικές δυνάμεις και πέρασα όσα σχολεία μπορεί να περάσει ένας έφεδρος. Νίκησα τους στρατοκράτες με τα ίδια τους τα όπλα.

Σκύλος έκτος,

Αμέσως μετά τον στρατό άρχισε η επαγγελματική μου σταδιοδρομία. Δεν μπορώ να πω πως είχα ιδιαίτερα προβλήματα. Αναποδιές πολλές μα από όπου δεν μου άρεσε έφευγα. Δεν είμαι ο τύπος που θα κυνηγήσει ούτε την δόξα ούτε το χρήμα. Έμαθα πως πρέπει να εργάζομαι για να ζω και όχι να ζω για να εργάζομαι. Άλλες φορές είχα πολλά λεφτά και άλλες λίγα μα δεν με ένοιαξε ποτέ. Βασικό μου μέλημα ήταν να είναι η οικογένεια μου χορτάτη και χαρούμενη. Πάντρεψα την αδερφή μου την προίκισα και συνεχίζω να εργάζομαι χωρίς κανέναν απολύτως περιορισμό. Τα πτυχία δεν μου χρησίμευσαν και πολύ εδώ στο ελλαδιστάν. Θα μπορούσαν να μείνω στο εξωτερικό όπου πράγματι θα είχα πολύ καλύτερες πιθανότητες καριέρας όμως εγώ δεν ήθελα να ζήσω μετανάστης. Κάτι μέσα μου με τράβαγε στον τόπο που γεννήθηκα. Το εργασιακό σύστημα δεν κατάφερε ούτε αυτό να με βάλει σε καλούπι. Εκτός από τις σπουδές έμαθα και τέχνες αρκετές για να μου δίνουν δικαίωμα επιλογής που άλλοι δεν έχουν. Αφεντικά σπανίως είχα και όποτε αυτό έτυχε ήταν αφεντικά δικής μου επιλογής. Εγώ επιλέγω την εργασία που θα κάνω και την κάνω μόνο άμα θέλω. Κάρτα δεν χτύπησα σχεδόν ποτέ. Παραιτήθηκα μια φορά από την ΔΕΗ και μια από το ΙΚΑ. Δεν ανταλλάσσω την ελευθερία μου και την αξιοπρέπεια μου για κανένα μηνιάτικο. Νοιώθω άξιος και αυτάρκης αρκετά για να μην φοβάμαι ούτε την ανεργία ούτε την φτώχεια. Άλλωστε μέσα στην φτώχεια μεγάλωσα και μου είναι γνωστή. Όμως δεν είμαι φτωχός πια. Αλλά ούτε και πλούσιος. Νυμφεύθηκα έχτισα τρία σπίτια έκανα δυό παιδιά και ζω σε σπίτι που πολλοί θα ζήλευαν κάπου στα βόρεια προάστια. Συνεχίζω να είμαι διαρκώς χαμογελαστός αν και έχουν πάψει πια εδώ και πολλά χρόνια να με φωνάζουν τζοκόντα. Πήρα τη ζωή στα χέρια μου και γονάτισα και αυτόν τον σκύλο χωρίς ιδιαίτερα προβλήματα.

Σκύλος έβδομος.

Ο δυσκολότερος σκύλος. Οι κλίκες τα κυκλώματα οι παρέες και οι ομάδες.

Ως συνειδητοποιημένος αναρχικός πάντα τις απέφευγα. Προσπάθησαν και ακόμα προσπαθούν να με εντάξουν. Άλλοτε με το καλό άλλοτε με το άγριο άλλοτε στα ίσα και άλλοτε με δόλο πάντα προσπαθούσαν και προσπαθούν να με κάνουν να νοιώσω πως ανήκω κάπου. Αλλά δεν τα κατάφεραν ούτε θα τα καταφέρουν. Ανήκω μόνο στον εαυτό μου και σε όποιον αρέσω. Σε όποιον δεν αρέσω… ξύδι.

Ακόμα και αν συμμετέχω σε κάποια ομάδα το κάνω γιατί αυτή η ομάδα συμφωνεί με τις δικές μου ιδέες. Αν πάψει να συμφωνεί με τις ιδέες μου τότε παύω αυτομάτως να συμμετέχω. Δεν είμαι ούτε ποίμνιο ούτε πολίτης. Δεν λογαριάζω τα σκυλιά που ουρλιάζουν όσα και αν είναι. δεν τα φοβάμαι και δεν τα έχω ανάγκη. Έχω γνώση του ποιος είμαι και τι θέλω από την ζωή μου και δεν χρειάζομαι κανενός είδους επιβεβαίωση.

Δεν είμαι ούτε πασόκος δεν είμαι ούτε κουκουέ. Είμαι ότι είμαι και ότι τραγουδώ για σε.

Έλεγα λέω και θα λέω την γνώμη μου ίσα και σταράτα χωρίς τσιριμόνιες και υπεκφυγές. Πολέμησα και θα πολεμήσω από το δικό μου μετερίζι και ποτέ πια δεν θα αφήσω κανέναν φασίστα είτε μαύρο είτε κόκκινο είτε μπλε είτε πράσινο να με βασανίσει και να με ταπεινώσει. Δεν θα αφήσω ποτέ καμμιά κλίκα και καμμιά ομάδα να καπελώσει την γνώμη μου και τα ιδανικά μου.

Θα τσακίσω όλους όσους στέκονται εμπόδιο στην ελευθερία την δική μου και των άλλων. Ψεύτες αγύρτες δολοπλόκοι πολεμοκάπηλοι εθνικιστές δημαγωγοί και λοιπά αποβράσματα θα με βρίσκουν μπροστά τους να εμφανίζομαι από το πουθενά.

Διότι είμαι ΛΥΚΟΣ!

19 Αυγούστου 2006

ουστ σκατόψυχοι!


Σφάζονται. Για μήνες τώρα σφάζονται. Τι σκατά σφάζονται; Τι στο κόρακα θέλουν; Από την μια οι εβραίοι που βρέθηκαν εκεί από το πουθενά να θέλουν τον τόπο δικό τους όπως οι ιερές γραφές τους επιτάσσουν και από την άλλη οι άλλοι πωρωμένοι της χεζμπολάχ που θέλουν το κοράνι να επικρατήσει έναντι της παλαιάς και καινής διαθήκης. Σκατά και απόσκατα. Τους μπούχτισα πια.

Μα να ήτανε πόλεμος αυτός; Μπα που να βρουν τα άντερα και τα αρχίδια για να πολεμήσουν και οι μεν και οι δε. Βόμβες και πυραύλους εξαπολύουν εκατέρωθεν με στόχο τα άμαχα γυναικόπαιδα. Που να βρεθούν οι άντρες για να πολεμήσουν; Άντε καλέ. Αφού μπορούνε να αμολάνε πυραυλάκια, ηλίθιοι είναι να πάνε να πολεμήσουν; Από μακριά και… μαλωμένοι.

Αυτό δεν είναι πόλεμος. Δολοφονίες είναι! Που είναι οι πολεμιστές που θα προτάξουν τα στήθη τους και θα προκαλέσουν αντρίκεια; Ξέρουν μόνο να κρύβονται και να αμολάνε μπόμπες τα παλικάρια της φακής. Μπόμπες από μακριά και όποιον πάρει ο χάρος. Αίσχος. Θρασύδειλα ανθρωπάκια που δεν έχουν ίχνος θάρρους να βγούνε να πολεμήσουνε. Ξέρουν μόνο να βάζουν τα γυναικόπαιδα μπροστά για ασπίδα. Πάει ο αντρισμός. Χάθηκε. Και αρέσκονται να νομίζουν πως πολεμάνε. Οι άνανδροι. Από την μια οι εβραίοι με τα ιερά τους κείμενα να τους διδάσκουν πώς να ρίχνουν δηλητήρια και μπόμπες από μακριά και από την άλλοι οι ταλιμπάν να βάζουν ασπίδες τα γυναικόπαιδα. Ουστ ρε καθίκια που θέλετε να λέγεστε και πολεμιστές. Εκεί ρε που χέσανε οι πολεμιστές φυτρώσατε εσείς. Θρασύδειλα ανθρωπάκια του γιαχβέ! Άμα ρε έχετε κότσια για πόλεμο να βγείτε να πολεμήσετε στα φανερά ρε καθάρματα. Για να μετρήσουμε κι εμείς ποιος πράγματι έχει άντερα να πολεμήσει. Σκατόρατσες. Σκατοαναθρεμένοι!

Δεν με ενδιαφέρει ποιος έχει δίκιο. Κανένας δεν έχει αφού καταρχήν δεν ξέρουν να πολεμάνε. Ο πόλεμος ρε έχει κανόνες και είναι για άντρες ρε όχι για ανδρείκελα σαν εσάς. Σκατόψυχοι όλοι!

Εμα δεν αντέχω άλλο, μπούχτισα και θα τα πω έξω από τα δόντια. Σφάζεται η εβραϊκή τορά με το αραβικό κοράνι. Εμφύλιος μεταξύ ιουδαιογενών θρησκειών. Ο ίδιος θεός σε διαφορετική έκδοση και άντε να δούμε ποιος θα θάψει περισσότερα γυναικόπαιδα. Διότι ο γιαχβέ έτσι τους δίδαξε να πολεμάνε. Ύπουλα, άνανδρα, από μακριά με την σφεντόνα όπως ο αρχηγός τους ο Δαυίδ. Τι εύκολο αλήθεια να πατάς το κουμπί από μακριά και όποιον πάρει ο χάρος. Άντε ρε στο πεδίο της μάχης να πολεμήσετε με νύχια και με δόντια άμα το λέει η περδικούλα σας. Αλλά τι λέω ο ονειροπαρμένος! Αυτοί ούτε να βρίσουν δημόσια δεν έχουν το θάρρος. Μόνο κρυμμένοι και μακριά από την μάχη που ποτέ δεν γίνεται. Ου ρε κότες που θέλετε να πάρετε και αριστεία ανδρείας. Με τι ρε με τους πυραύλους από μακριά; Έτσι ρε περιμένετε να πάτε στον παράδεισο και να τρώτε πιλάφια; Σκοτώνοντας γυναικόπαιδα;

Αλλά βέβαια ποιος να σας μάθει τους κανόνες και την ιερότητα του πολέμου; Ο γιαχβέ ή ο προφήτης του ο Μωάμεθ; Αφού αυτοί είναι χειρότεροι από εσάς. Μπινέδες ε μπινέδες. Εύχομαι ρε να μην μείνει κανένας από εσάς. Ούτε ιουδαίος ούτε μωαμεθανός. Αν μπορούσα θα σας φόρτωνα πυραύλους τόσους που να εξαφανίζατε ο ένας τον άλλο εντελώς. Να ξεβρομίσει ο πλανήτης από τα σκατά του ανθρώπινου είδους. Γαμώ τον θεό σας γαμώ και όλα όσα σας έμαθε. Σας σιχάθηκε η ψυχή μου ρε. Σας σιχάθηκε η ιστορία και σας ξέρασε η κοινωνία ρε αποβράσματα. Βάλτε και τους χριστιανούς στο παιχνίδι. Έχουν εμπειρία μεγάλη από τις σταυροφορίες και είναι ειδικοί στο να δολοφονούν γυναικόπαιδα. Δείτε και τον Μπους. Τα ίδια σκατά κάνει και αυτός. Από μακριά πατάει τα κουμπάκια όπως κι εσείς. Άντε ρε ανώμαλα καθίκια είναι ντροπή που μοιάζετε με ανθρώπους στην μορφή. Ανθρωπόμορφα γουρούνια είστε. Αλλά όχι διότι προσβάλλω τα γουρούνια. Τουλάχιστον αυτά στις μάχες τους δεν ανακατεύουν θηλυκές και μικρά. Είστε χειρότεροι από ζώα. Χειρότεροι από κτήνη. Αυτά τουλάχιστον έχουν κάποιες αξίες και ξέρουν να μάχονται όταν πρέπει.

Δεν έχω τίποτα άλλο να σας πω. Σας φτύνω και ξερνάω πάνω στους ανδριάντες των δήθεν ηρώων σας. Τα σκουλήκια έχουν μεγαλύτερη αξία από εσάς.

Άντε και περιμένω να μου την πέσει το ισραηλιτικό εν Ελλάδι συμβούλιο και να με πει αντισημίτη και μαζί και οι αραβικοί σύνδεσμοι να με πουν φιλοσημίτη. Σκατά στα μούτρα και των δυό σας αχρείοι.

Αναγνώστες

Η Ιδιοφυΐα του Πλήθους

Υπάρχει αρκετή προδοσία, μίσος, βία, παραλογισμός στο μέσο άνθρωπο για να προμηθεύσει οποιοδήποτε στρατό, οποιαδήποτε μέρα. Kαι οι καλύτεροι στο φόνο είναι αυτοί που κηρύττουν εναντίον του. Kαι οι καλύτεροι στο μίσος είναι αυτοί που κηρύττουν αγάπη. Kαι οι καλύτεροι στον πόλεμο είναι τελικά αυτοί που κηρύττουν ειρήνη. Eκείνοι που κηρύττουν θεό, χρειάζονται θεό. Eκείνοι που κηρύττουν ειρήνη, δεν έχουν ειρήνη. Eκείνοι που κηρύττουν αγάπη, δεν έχουν αγάπη.

Προσοχή στους κήρυκες, προσοχή στους γνώστες, προσοχή σε αυτούς που όλο διαβάζουν βιβλία, προσοχή σε αυτούς που είτε απεχθάνονται τη φτώχεια, είτε είναι περήφανοι γι' αυτήν, προσοχή σε αυτούς που βιάζονται να επαινέσουν γιατί θέλουν επαίνους για αντάλλαγμα, προσοχή σε αυτούς που βιάζονται να κρίνουν, φοβούνται αυτά που δεν ξέρουν, προσοχή σε αυτούς που ψάχνουν συνεχώς πλήθη γιατί δεν είναι τίποτα μόνοι τους, προσοχή στο μέσο άνδρα και τη μέση γυναίκα, η αγάπη τους είναι μέτρια, ψάχνει το μέτριο. Αλλά υπάρχει ιδιοφυΐα στο μίσος τους, υπάρχει αρκετή ιδιοφυΐα στο μίσος τους για να σας σκοτώσει, να σκοτώσει τον καθένα. Δεν θέλουν μοναξιά, δεν καταλαβαίνουν τη μοναξιά, θα προσπαθήσουν να καταστρέψουν οτιδήποτε διαφέρει από το δικό τους. Μη βρισκόμενοι σε θέση να δημιουργήσουν έργα τέχνης, δεν θα καταλάβουν την τέχνη, θα εξετάσουν την αποτυχία τους, ως δημιουργών, μόνο ως αποτυχία του κόσμου. Mη βρισκόμενοι σε θέση να αγαπήσουν πλήρως, θα πιστέψουν ότι και η αγάπη σας είναι ελλιπής και τότε θα σας μισήσουν και το μίσος τους, θα είναι τέλειο... Σαν ένα λαμπερό διαμάντι, σαν ένα μαχαίρι, σαν ένα βουνό, σαν μια τίγρη. Όπως το κώνειο. Η καλύτερη τέχνη τους...

Tσαρλς Μπουκόφσκι

Related Posts with Thumbnails